Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

ΕΔΑΦΗ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΔΑΦΗ

 

Όπου πήγα, το χώμα θυμάμαι

και ήταν σαν να με κάτεχε.

Διάβηκαν οι όψεις –η Πατάι, η Έλεν, η Αρτίγια–,

ψάχνω να τις βρω μες στην απόχη μου, κι αυτές γλιστράνε,

γυρίζουν στον ωκεανό τους κολυμπώντας,

ψάρια του ψυχρού νερού, γυναίκες εφήμερες.

Πλην όμως, είτε γιαλός είτε χιόνι, είτε πέτρα είτε ποτάμι,

το άρωμα το ορεινό παραμένει εντός μου,

η οδοντοστοιχία της γεωγραφίας είναι εδώ,

κι εγώ ακολουθώ μες στις λόχμες άσβηστα χνάρια –

των κυνηγών τη σιωπή κυνηγάω.

 

Τίποτα δεν έχασα, ούτε μία κατακόρυφη νύχτα,

ούτε μία κόκκινη ριπή δροσιάς,

ούτ’ εκείνα τα μάτια των λεοπαρδάλεων

που καίνε σαν φουρκισμένες αλκοόλες,

ούτε τ’ άγρια έλυτρα του δάσους,

ούτε τη νύχτα, την έναστρη πατρίδα μου,

ούτε των ριζών την ανάσα.

 

Πετάγεται το χώμα σαν να ζούσε

μέσα μου, κλείνω τα μάτια, άρα υπάρχω,

κλείνω τα μάτια και ανοίγει ένα σύννεφο,

ανοίγει μια πόρτα στων μόσχων το διάβα,

μπαίνει ένα ποτάμι τραγουδώντας με όλες τις πέτρες του,

των εδαφών με ποτίζει η υγρασία,

οι ατμοί του φθινόπωρου

που πάνε και κάθονται στις χρυσές εκκλησιές του,

οπότε ακόμα και μετά τον θάνατό μου θα βλέπεις

πώς συγυρίζω εγώ την άνοιξη,

πώς μαζεύω των σταχυών τα θροΐσματα

και πώς περνάει η θάλασσα μέσ’ απ’ τα θαμμένα μου μάτια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου