Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (ΑΛΕΞΙΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (ΑΛΕΞΙΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

ERIK


ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


ERIK

Christine,
λατρεμένη Christine
ο άνδρας με τη μάσκα
Ο Άγγελος τής Μουσικής
σαν σκιά σάς ακολουθεί.
Λαβυρινθώδεις οι Κόσμοι του.
Υπόγειες Λίμνες τρεμουλιάζουν
στης Φωνής του τ’άκουσμα
Περιστρεφόμενά του Κάτοπτρα
(στο Ημίφως των Στοών)
το Πρόσωπο τής Φρίκης καθρεπτίζουν
Εμμονικές οι Σκέψεις
(στροβιλισμοί από Μουσική Θάνατο κι Έρωτα)
Αβύσσους τού μυαλού του πλημμυρίζουν. –
Σας Αγαπά...
με το Πάθος εκείνων που, ποτέ,
δεν αγαπήθηκαν·
ποτέ τους δεν θ' αγαπηθούν.
Christine,
αθώα Christine
"Erik! Δυστυχισμένε μου Erik"
με λυγμούς ψιθυρίζετε
και να! νεκρός
"Le Fantôme de l'Opera"
στα λευκά κείτεται πόδια σας.
Νεκρός, Αυτός που σας Αγάπησε·
με το Πάθος εκείνων που, ποτέ,
δεν αγαπήθηκαν·
ποτέ τους δεν θ' αγαπηθούν.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

ΛΟΞΟΔΡΟΜΗΣΗ



ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


ΛΟΞΟΔΡΟΜΗΣΗ

Ιουδήθ Σαλώμη Δαλιδά
–οι ωραίες σαν το Θάνατο μοιραίες–
μια Νύχτα (μήνα με φεγγάρια μπλε)
λοξοδρομήσατε
(σε κάποιους άγνωστους, νομίζω, χωροχρόνους·)
δεν αξιωθήκατε τους στόχους σας ν’ αγγίξετε ποτέ!
Να ο Ολοφέρνης· λυσσαλέος
τείχη της διψασμένης Βαιτυλούα εκπορθεί
περνούν από λεπίδα οι άξεστοι στρατιώτες το λαό
κι αυτός το μυρωμένο σώμα σου Ιουδήθ
γκρεμίζει καταγής, σπαθιές του δυο σού παίρνουν το κεφάλι.
Να κι ο Σαμψών· αδέκαστος αδάμαστος κριτής
(ποτέ του δεν εκραύγασε στους Ουρανούς
«αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»)
κυματιστούς σου βόστρυχους (φτάνουν στη γη) σού κόβει Δαλιδά
σε λιθοβολισμό (στα θέλγητρά σου αδιάφορος) σε παραδίδει.
Ο Ιωάννης! (τρομερή η φωνή το βλέμμα πύρινο)
ως τα βαθιά του γηρατειά γυρνάει στην Έρημο· – κι εσύ Σαλώμη
(φρενιασμένη,) πέπλα σου εφτά αφαιρείς φορές μυριάδες
μέσ’ στους καθρέπτες βλέποντας τον εαυτό σου ολόγυμνο
να σε κοιτά... κι αίματος πίδακες να ζώνουν το λαιμό σου.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΝΤΒΑΡΤ ΜΟΥΝΚ



ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


ΕΝΤΒΑΡΤ ΜΟΥΝΚ

Η Inger στην Παραλία... τίποτα
(θαρρώ) δεν περιμένει.
Με σκέψη σου, Έντβαρτ, απ' τις μνήμες ματωμένη
τα χέρια λεκιασμένα απ' τις μπογιές
φρικτός στους Γαλαξίες του Εγκεφάλου
ν' αντηχάει ο Λυγμός της Φύσης
(λωρίδες χρώματος τριγύρω κροταλίζουν σαν μαστίγια)
λαίμαργα πίνεις τ' αλκοόλ απ' το μπουκάλι
την Κόλαση (που σού 'ταζε ο πατέρας σου)
ν' αυτοπυρποληθεί βρίζοντας στέλνεις
μ' ένα κερί τρεμώδες (σε τρεμώδες χέρι)
αγγέλων που σου παραστέκουν μαύρων τα φτερά
(αρρώστιας των αγγέλων τα φτερά παράνοιας)
άγρια γελώντας καψαλίζεις... κι επιτέλους!
Λίγ' ησυχία κάποια μοναξιά
φεγγοβολούν στις μελανές για λίγο του μυαλού κυψέλες·
ακόμη και Η Κραυγή (προσωρινά) σαν να σωπαίνει...
Η Inger στην Παραλία... κάτι όμορφο
νομίζω θα προσμένει.