Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 8 Ιουλίου 2025
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Δευτέρα 8 Μαΐου 2023
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ),
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ)
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020
Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014
ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΒΥΡΩΝΑ ΛΕΟΝΤΑΡΗ (1932-2014)
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ
Λησμονημένες χαραυγές
ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος
της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
Αγέρηδες από τα
πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια
Πίσω από τις
αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος
του φωτός μνήμης λαμπάδες
Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας
κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα
φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο
να μην κοιτά στη λύπη
Έρχονται τα πουλιά
από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου
Θα ’μαι τυφλός μέσα
στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου
Δεν θα ’χω σκέψη
δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
Χωρίς τη μοναξιά μου
θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος
Ούτε ένα αστέρι
μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;
Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία
(Ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 17-18.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012
ΜΟΝΑΧΑ ΑΝΤΙΟ

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΜΟΝΑΧΑ ΑΝΤΙΟ
Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν
μακριά οι χαρούμενες επιγραφές τής ευτυχίας...
Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας,
που θρυμματίζει καρδιές,
ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
ξεριζώνει τα δέντρα,
κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
ισοπεδώνει τις κραυγές τής άνοιξης, τους ουρανούς,
τα όνειρα και τ’ αρώματα,
είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια τής κακίας,
είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
– κι οι αποδημητικές επιθυμίες τού σώματός σου...
Ποιός σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;
Γι' αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μιά άβυσσος».
Κοίταξε τί απλός, τί καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος
με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».
Από την ποιητική συλλογή: «Ορθοστασία» (1957)
Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 79.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012
ΤΑ ΦΟΝΙΚΑ ΑΚΟΝΤΙΑ

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΤΑ ΦΟΝΙΚΑ ΑΚΟΝΤΙΑ
Οι γέροι στα λεωφορεία –
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
– για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία
Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα
Μες το βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο
Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
– στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες
Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια
Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει
Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα
Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα –πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα
Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι
με μάσκες και με δακρυγόνα
Μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα...
Από την ποιητική συλλογή: «Η κρύπτη» (1968)
Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 179-180.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
«ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ»
Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.
Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.
Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
– ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα...
Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σού ’χε δοθεί
– σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.
Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μιά ολόκληρη ζωή
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;
Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μιά πίστη, έναν αγώνα, μιά κραυγή
– άνθρωποι που πεθάναν δίχως μιά αμυχή,
άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως...».
Από την ποιητική συλλογή: «Η ομίχλη του μεσημεριού» (1959)
Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 112.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011
ΜΕ ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΣΟΥ ΠΟΔΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΡΥΑΚΙΑ ΤΩΝ ΦΛΕΒΩΝ ΜΟΥ
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ...
Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψύχες των νυχιών
πονώ από αγάπη,
αγκάθια μες στο ζαλισμένο αίμα μου κυλούν,
μιά φλόγα μού τρυπάει τον ουρανίσκο,
ο άνεμος μού σπρώχνει απάνω το πηγούνι,
ο άνεμος μου αναποδογυρίζει τα μάτια,
είμαι ένα απελπισμένο κύμα μες στη μέση του πελάγους,
που υψώνεται, λάμπει και πέφτει
ως τρέχω μες στη νύχτα και φωνάζω.
Από κραυγή μουδιάσανε τα δόντια μου – Μα εσύ,
αμίλητη περνάς μακριά, στις όχθες τ’ ουρανού,
μέσα σε πέπλα λουλουδιών που πέφτουν απ’ τα δέντρα,
έτσι όπως επέρασες μέσα μου
με τα γλυκά σου πόδια αναστατώνοντας τα ρυάκια
των φλεβών μου...
Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψύχες των νυχιών
πονώ από αγάπη.
Τί τρέλα, αλήθεια, τώρα πια να σε φωνάζω!...
Μα θα φωνάζω ωσότου να σκιστούν τα σπλάχνα μου
κι ωσότου να ραγίσουνε τα κόκαλά μου,
μα θα φωνάζω ωσότου από κραυγή ν’ ασπρίσει η νύχτα,
να φέξει ο δρόμος –για να σκοντάψεις–
να φέξει ο δρόμος, που σε παίρνει μακριά μου,
ο δρόμος που σε αντλεί από την καρδιά μου.
Από την ποιητική συλλογή «Ορθοστασία» (1957).
Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 94.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ
Τίς λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πιά δεν τις κατοικούν τα βασανά μας.
Τίς εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή εκρηξη.
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ΄στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ενα τρίξιμο απ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού η κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στούς τοίχους.
ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ΄αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ΄στην οχλαγωγία της ερημιάς
στίς φαντασμαγορίες του τίποτε.
Ετσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψεκάσαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ τόν πόνο
-αυτό δα είναι κι άν είναι αποξένωση-
κιη ποίηση έγινε κραυγή έξω απ τον πόνο.
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
αλλά το τρομερό καραδοκεί.
Ο,τι δεν είναι τέχνη μέσ΄στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει.
Από την ποιητική συλλογή «Εν γή αλμυρά»,1996.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007
ΤΑ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙΑ

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ
Μ' ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα
πόσο άξαφνα χαθήκαμε μες στις γιορτές των λουλουδιών...
Δεν μπορώ να υποφέρω τις γιορτές, πού πνίγουν την ανάσα
δε θέλω αυτή τη βλάστηση, πού τα βλαστάρια της πνίγουνε το ένα τ' άλλο,
δε θέλω αυτή τη βλάστηση,
τόσο πυκνή - και δεν μπορώ να βρω τα μάτια σου,
τόσο πυκνή - και δεν μπορώ να βρω τα χέρια σου.
Όλη ή ζωή μας ρουφηγμένη απ' τις δειλές ύπουλες ρίζες
για να παχαίνουν οι ατσαλένιες φυλλωσιές,
για να θροούν τα κύμβαλα στην άδεια οικουμένη.
Δεν τις αντέχω τις γιορτές πού πνίγουν τις ανάσες,
γιορτές, και γύρω γύρω φυλακές,
χαμόγελα, πού οι φυλακές βαθαίνουν πίσω τους,
απλώνοντας βαθιές και κούφιες ρίζες μες στους βράχους
- οι φυλακές είναι κακά φυτά,
έχουν πλατιά και σκονισμένα φύλλα όλο τρύπες
είναι φυτά, πού μεγαλώνουν μόνο προς τα κάτω,
απλώνοντας βαθιές και κούφιες ρίζες μες στους βράχους,
όχι, δεν είναι τα γρι-γρι, πού μπαίνουνε με χορωδίες παιδιών στον όρμο,
καλόγεροι με τις κουκούλες και τα φαναράκια τους σιμώνουν
το «μιζερέρε» ψέλνοντας.
Ό ουρανός πονάει από τις γρατσουνιές των πυροτεχνημάτων,
- στις πέτρινες οροφές των κελλιών
χαράζουν ριγηλές νυχιές οι ανυπόταχτες αγρύπνιες...
Ποιο θάρρος είν' αυτό, λοιπόν, πού δεν πάει πιο πέρα απ' τη φωνή του,
ποια ευτυχία, που δεν τολμάει να λύσει τα δεμένα χέρια,
ποιο γέλιο είν' αυτό, που χορεύει γύρω απ' τα κλουβιά
και τυραννάει τα σκλαβωμένα αηδόνια;
Μ' ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα, ελάτε,
πάμε να σμίξουμε με τις αποστασίες των εξοχών,
πάμε να λύσουμε πολιορκίες ομίχλης!
Θα ελευθερώσουμε ανάσες λουλουδιών,
θα παραβγούμε τα όνειρα,
θα ζαλίσουμε ιλίγγους!
Γιατί δεν είναι άνοιξη η άνοιξη, που εξορίζει τα λουλούδια της,
δεν είναι μάνα η μάνα, που προγράφει τα παιδιά της,
δεν είναι θάλασσα η θάλασσα, που αρνιέται και δολοφονεί
τις ανταρσίες των κυμάτων της,
γιατί δεν είναι ζωή η ζωή, που μας χωρίζει και μας λέει
άλλους παιδιά κι άλλους προγόνια της.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









