Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Ο ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ ΕΙΜΑΙ




LOUIS ARAGON


Ο ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ ΕΙΜΑΙ

Ο αιρεσιάρχης είμαι όλων των εκκλησιών
Κι εσένα προτιμάω εγώ απ’ ό,τι αξίζει τον κόπο να ζήσει
  ή να πεθάνει
Το θυμίαμα τόπων αγίων σού φέρνω και του φόρουμ το άσμα
Κοίτα μ’ εδώ με ματωμένα τα γόνατά μου που προσεύχομ’ εμπρός σου
Δες τα σκαμμένα μου μάτια για ό,τι δεν είναι φλόγα δική σου
Είμαι κουφός σε όποιον θρήνο δεν βγαίνει από το στόμα σου
Δεν καταλαβαίνω τα εκατομμύρια νεκρούς παρά μόνο
  εάν εσύ γι’ αυτούς ολοφύρεσαι
Στα πόδια σου νιώθω τον πόνο όλων των λιθόστρωτων
Και στα χέρια σου τα σκισμένα απ’ όλους τους φράχτες με βάτους
Και απ’ όλα τα φορτία που κουβάλησαν στο μαρτύριό τους οι ώμοι σου
Όλη του κόσμου η δυστυχία είναι μέσα σ’ ένα μονάχα δάκρυ δικό σου
Ποτέ μου δεν είχα υποφέρει πριν από σένα
Αν μπορώ ίσως να πω πως υποφέρει
Το κτήνος που εκβάλει την κραυγή του λαβωμένο
Πώς μπορείτε να συγκρίνεστε με το κακό των ζώων
Με αυτή την υαλογραφία σε χίλια κομμάτια όπου γίνεται μια σταύρωση
  τη μέρα
Εσύ μου εδίδαξες την αλφαβήτα του πόνου
Και τώρα ξέρω να διαβάζω τους λυγμούς Είναι όλοι τους φτιαγμένοι
  απ’ τ’ όνομά σου
Απ’ τ’ όνομά σου μόνο απ’ τ’ όνομά σου το σπασμένο απ’ τ’ όνομά σου
  από ξεφυλλισμένο ρόδο
Το όνομά σου ο κήπος όλων των Παθών
Το όνομά σου που θα πήγαινα να το γράψω και στο πυρ το εξώτερον
  μπροστά σε όλον τον κόσμο
Σαν τούτα τα μυστηριώδη γράμματα πάνω στο σταυρό του Χριστού
Το όνομά σου η κραυγή της σάρκας μου και της ψυχής μου
  ο σπαραγμός
Το όνομά σου για το οποίο όλα τα βιβλία θαν τά ’καιγα
Το όνομά σου η σύμπασα γνώση στα βάθη της ανθρώπινης ερήμου
Το όνομά σου που είναι για μένα η ιστορία του σύμαπντος αιώνος
Των ασμάτων το άσμα
Το ποτήρι που έχει μέσα νερό πλάι στων καταδίκων την άλυσο
Και όλα τα φωνήεντα δεν είναι παρά ένας κάμπος με πατομπούκαλα
  στην πύλη μιας πόλης κολασμένης
Όταν τ’ όνομά σου τραγουδάει στα σκασμένα μου χείλη
Το όνομά σου μόνο και ό,τι μου κόβει τη γλώσσα
Το όνομά σου
Όλη η μουσική την κρίσιμη στιγμή του θανάτου



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΡΙΛΚΕ!




RAINER MARIA RILKE


ERNSTE STUNDE

Wer jetzt weint irgendwo in der Welt,
ohne Grund weint in der Welt,
weint über mich.

Wer jetzt lacht irgendwo in der Nacht,
ohne Grund lacht in der Nacht,
lacht mich aus.

Wer jetzt geht irgendwo in der Welt,
ohne Grund geht in der Welt,
geht zu mir.

Wer jetzt stirbt irgendwo in der Welt,
ohne Grund stirbt in der Welt:
sieht mich an.

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ


ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Κάθε βράδυ αναχωρούμε
προς άγνωστες κατευθύνσεις.

Το φεγγάρι ανεμίζει το τραγούδι μας.

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΕΝΤΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ!


ΕΝΤΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

στο ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ!

ΠΑΙΞΕ ΚΑΙ ΚΟΙΜΗΣΟΥ…




RENÉ CHAR


ΠΑΙΞΕ ΚΑΙ ΚΟΙΜΗΣΟΥ…

Παίξε και κοιμήσου, δίψα καλή, κι οι καταπιεστές μας εδώ πέρα
   δεν είναι αυστηροί.
Με τη θέλησή τους αστειεύονται ή μάς πιάνουνε απ’ το μπράτσο.
Την επίφοβη εποχή  για να διασχίσουν.
Και το δηλητήριο ακόμα είναι το δίχως άλλο μέσα τους
   μετριασμένο
Σε σημείο τέτοιο δε, που πια και το βαρβαρικό τους χιούμορ
   έχει χαλαρώσει.
Πώς μας έχουν ωστόσο ίσαμ’ εδώ κυνηγήσει εμάς, δίψα μου,
Και πώς μας αναγκάζουνε να ζούμε μες στην εγκατάλειψη
   της αγάπης μας περικομμένης έτσι ώστε να έχει
    και τούτη πρόνοια θνητή καταντήσει!
Βότανα, μην είναι άραγε για εσάς; Ή όλα εσείς τα φυτά που παλεύετε
   κάτω από ’ναν τοίχο ξηρασίας, μην τάχα είναι για εσάς; Ή καν
   για σας, σύννεφά μου στ’ ανοιχτά, που παίρνετε άδεια απ’ τη σειρά;
Μα μες στο αχανές, πώς να μαντέψετε;

Τί κάνουμε για να χαλάσει η δουλειά ετούτων των τυράννων,
   φίλε μου καλέ;
Παίξε και κοιμήσου, κι εγώ μετρώ καλά τις πιθανότητές μας.
Αλλά, αν μου έρθεις και βοηθήσεις, θα ’πρεπε μετά να σε τραβήξω
   εγώ μαζί μου κάτω, και δεν θέλω να σε εκθέτω σε κινδύνους.
Λοιπόν, μένουμε ακόμα... Και ποιός θα μπορούσε αλήθεια να
   μας πει εμάς τώρα δειλούς;


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ ΚΑΒΑΛΛΙ!




PATRIZIA CAVALLI


ADESSO CHE IL TEMPO

Adesso che il tempo sembra tutto mio
e nessuno mi chiama per il pranzo e per la cena,
adesso che posso rimanere a guardare
come si scioglie una nuvola e come si scolora,
come cammina un gatto per il tetto
nel lusso immenso di una esplorazione, adesso

che ogni giorno mi aspetta
la sconfinata lunghezza di una notte
dove non c’è richiamo e non c’è più ragione
di spogliarsi in fretta per riposare dentro
l’accecante dolcezza di un corpo che mi aspetta,

adesso che il mattino non ha mai principio
e silenzioso mi lascia ai miei progetti
a tutte le cadenze della voce, adesso

vorrei improvvisamente la prigione.