Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

ΛΙΜΑΝΙ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ (1898-1965)


ΝΤΙΑΝΑ


Στου ωκεανού την σκληρή
ψυχοφάγα φουρτοιύνα
εκεί που δεν βρίσκεται
να σωθώ ένα νησί
κι εκεί που των πόθων μου,
λέω: «Χάνεται η σκούνα»
ψυχοσώστης λιμάνι,
ξεπροβάλεις... εσύ!


Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μοντεσάντος, «Barco ‘MACAO’ κ.ά. ποιήματα», Έρασμος, Αθήνα 1990, σελ. 10.

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΚΑΡΙΝΑ ΩΣ ΚΟΥΠΑΣΤΗ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ (1898-1965)


ΒΙΣΚΑΪΚΟΣ


Με αστραπόβροντα και στρίγγλιο φυσομάνι του Γαρμπή,
πασεντζέρικο της Μπώρμας τρισπελώριο άσπρο βαπόρι,
σαν καβάτζαρε τον Ρόκα 'πα στις Σκύλες ρίχνει πλώρη,
και με φόρτε σκαμπανέβα στην Μπισκάγια πια έχει μπει.

Μα από τα έγκατά του ο κόρφος όπως έχει αφηνιαστεί,
με τα βάραθρα που ανοίγει στ' άγρια, ξορκισμένα μέρη,
βολοδέρνει όλο το τσούρμο ξεψυχούν οι πασεντζέροι
και το πλεούμενο μουντάρει από καρίνα ώς κουπαστή.

Τριακόσια εξήντα μίλια περαντζάδα κοντινή,
μα όσες μέρες στο ουραγκάνι κόντρα νά ’χε ορθοπλωρίσει
και μακάρι σ’ έρμη σπιάτζα με ζημιές νά ’χε ποδίσει,
πα στις ξέρες τώρα, ο γίγας, θά 'πρεπε νά ’χε φανεί.

Κι ως κυλούν τα μερονύχτια και το ατρόμητο σκαρί,
ρυμουλκά δεν το αγναντέψαν μήτε σε λιμάνι μπήκε,
κι όπως ίχνος στον αιθέρα με το σύρμα δεν αφήκε,
πάλε ο κόσμος τέτοιο σκάφος του χαμού δεν το θαρρεί.

Κι όμως τώρα κάποιο πόρτο που ’ταν πάντα γελαστό,
πασεντζέρους και πραμάτειες άλλο πλιό δεν περιμένει,
μα πνιγμένο μες τον πόνο κι όπως μόλις κι ανασαίνει,
τις παντιέρες του μεσίστιες κατεβάζει στον ιστό...



Από τη συλλογή: "ΟΥΡΑΚΑΣ" 10/11/1953, γραμμένο κατά την αφιέρωση, στην Ιαπωνία.
Από το βιβλίο: «Τα ποιήματα του Πλοίαρχου Αλέξανδρου Μοντεσάντου», πρόλογος, επιμέλεια, επίμετρο Ρήγας Καππάτος, Εκάτη, Αθήνα 2004, σελ. 69.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠ' ΑΛΛΗ ΑΙΤΙΑ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ (1898-1965)


ALTERA PARS


       Του άξιου φίλου μου, Παναγή Λευκαδίτη

Κάτου απ’ το μηδέν το κρύο
βρήκαν πλάι στο λεμβαρχείο,
δυό κουφάρια, ξυλιασμένα
κάπως παραμορφωμένα,
και χωρίς κραυγές γοερές,
δίχως ψαλμωδίες και ντόρο,
με συγκίνηση καμμιά,
φόρτωσαν τα δυό κορμιά,
στη μοντέρνα νεκροφόρα:
«Κάρρο για μεταφορές».

Μα το ασήμαντο χαμπέρι
και παρά τα τόσα κι άλλα
βάσανά μας τα μεγάλα
τώρα κάπως θα ενδιαφέρει·
μια και τα τομάρια εκείνα
δεν πεθάνανε απ’ την πείνα,
μα όπως λέει το πρακτικόν
πούβγε απ’ τη νεκροψία
ψόφησαν απ’ άλλη αιτία:
«Στέρησις ναρκωτικών».



Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μοντεσάντος, «Barco ‘MACAO’ κ.ά. ποιήματα», Έρασμος, Αθήνα 1990, σελ.