Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΟΛΦΗΣ (ΡΗΓΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΟΛΦΗΣ (ΡΗΓΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Πάμε να βρούμε την καινούρια μέρα.
Ήλιος εδώ την πλάση δεν φωτίζει.
Από το σάπιο, μολεμένο αέρα
το πουλί της καρδιάς μας φτερουγίζει.
Σε μιαν αλλοτινή σιμώνει σφαίρα,
που το πνέμα δε στέκει μετερίζι
στης ανάγκης το νόμο, τον πατέρα
κάθε αδικιάς που τη ζωή λυγίζει.
Πάμε να βρούμε τον καινούργιο δρόμο,
μακριά απ’ της κοινωνίας μας τον κρυψώνα.
Ω νέα ψυχή, που τίναξες τον τρόμο
του δειλού, την απάτη και το ψέμα,
το ζωντανό αγωνίσου τον αγώνα.
Σ’ ακολουθεί το φουσκωμένο ρέμα.




Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 206.


Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

ΒΙΟΛΙ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΒΙΟΛΙ

Το δοξάρι σου μαχαίρι.
Το βιολί σου, εγώ.
Σφάζε... Το σκληρό σου χέρι
ξέρω να οδηγώ.

Δάκρυ του βιολιού τον ήχο
στάζ΄ η δοξαριά.
Το κυλά η ψυχή στο στίχο
μ’ άυλη μαστοριά.

Μες στης τέχνης σου το κύμα
που αρμενίζεις, πας,
μιας ξωθιάς παίρνεις το σκήμα
και μ’ αεροχτυπάς.

Α! τ’ αλάλητο τραγούδι
αφίλητο φιλί!
Σα μπουμπούκι για λουλούδι
γύρο απ' το βιολί…

Το μαχαίρι σου μού αγγίζει
την καρδιά. Πονώ.
Τα’ άλικο αίμα μου φλογίζει
τον πικρό ουρανό.

Πλανεμένο το φεγγάρι
μοίρεται βουβά.
Το παθητικό δοξάρι
εντός μου το τραβά.

Της ζωής λυγά τα τέλια
μιας θυσίας ορμή.
Στα θλιμμένα χαμογέλια
ποιά χαρά θερμή!

Μες στης νύχτας την αχνάδα
–θεία παρηγοριά–
σα μιαν άσβηστη λαμπάδα
τρέμ’ η δοξαριά.

Κ’ ύστερα, μηνώντας πάλι
την ανατολή,
νέα πνοή απ’ το μυρογιάλι
ο ήχος στο βιολί.

Μες στ’ αψά τα μεσημέρια
τί δροσιά ο σκοπός!...
Φωτοπάλατα, λημέρια,
κόσμος χαρωπός.

Τα χινόπωρα, οι χειμώνες
κ’ η καλοκαιριά,
ποιά πλημμύρα στους αιώνες,
ποιά φυρονεριά!

Το δοξάρι σου να λείψει –
πάει μου κι ο σφυγμός…
Όλα η μοίρα ας τα συντρίψει!
Κι ο βαθύς λυγμός

της στερνής, που θα σωπάσει,
μαύρης δοξαριάς,
– χάρος, αέρας μες στην πλάση,
νότος και βοριάς.



Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 258-260.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΛΟΥΙΖΑ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΛΟΥΙΖΑ

Στης ζωής το ταξίδι,
–τι ταξίδι γοργό!–
λίγης ώρας παιχνίδι
σε λαχτάρησα εγώ…

Σε φωτόλουστη μπύρα,
κάποια νύχτα θολή,
μεθυσμένος σου πήρα
πληρωμένο φιλί.

Τότες είμουν στην πρώτη
του καημού απελπισιά.
Φλογισμένη μου η νιότη
και ζητούσε δροσιά…

Μα σα μείναμε μόνοι,
ω Λουΐζα μικρή,
της καρδιάς μας ποιοί πόνοι 
πλημμυρίσαν πικροί!

Γι’ άλλη κλαίω, πληγωμένος,
και μεθώ να ξεχνώ.
Της αγάπης διωγμένος
από γη και ουρανό.

Γι’ άλλον κλαις. Κι αν το μάτι
σού δακρίζει φριχτά –
γκρεμός, δόλος, απάτη
χάσκουν μπρος σου ανοιχτά.

Κ’ οι δυό πόνοι ενωμένοι,
νιώσαν τέτοια χαρά,
τη χαρά που μας δένει
μια, μα αιώνια φορά.

Στης ζωής το ταξίδι,
–τί ταξίδι γοργό!–
λίγης ώρας παιχνίδι
σ’ είδα, σ’ έχασα εγώ…

Μ’ από τότε, ω Λουΐζα,
φως η απλή μου καρδιά,
κ’ έχει κλείσει, κορνίζα,
την τρελή μας βραδιά.


Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 218-219.





Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΕΡΓΙΑ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΑΠΕΡΓΙΑ

Στη στράτα αργοδιαβαίνει της αργατιάς το πλήθος.
Φαρμάκι έχει στα χείλη, κομένη την ορμή,
κι ο πόνος που συντρίβει τ’ αράθυμό του στήθος
    θεριεύει το κορμί.

Πού πάει συμμαζωμένο το έλεος να γυρέψει;
Ποιός άρχοντας θ’ ακούσει, ποιά πόρτα θ’ ανοιχτεί;
Με τ’ άπραγα τα λόγια τί πάει να ζητιανέψει,
    να γείρει να κλαυτεί;

Το τέρας της ανάγκης, που τη ζωή του θλίβει,
νεκρώνει την αγάπη, μαραίνει τ’ αγαθά,
θα πάψει να τραντάζει το μαύρο του καλύβι,
    το Χάρο να βοηθά;

Ω συνοδειά θλιμένη, του δίκιου τον αγώνα
σα θέλεις να κερδίσεις, μη σκύβεις και δειλιάς.
Και πώς θα διαφεντέψεις με λυγισμένο γόνα
    τη μοίρα της δουλειάς;

Τη δύναμή σου νιώσε κ’ υψώσου προς τον ήλιο.
Την πάναγνή σου ράτσα, τη σιδερένια υγειά,
Θεούς να τα λατρέψεις. Του κόσμου το βασίλειο
    ζωντάνεψε, ραγιά.

Το πείσμα του δυνάστη, που τη χαρά μολεύει,
τα λούλουδα σκοτώνει, στερεύει την πηγή,
θα το συντρίψει, μάθε, το χέρι που δουλεύει
    κι αναμετρά τη γη.




Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 188.


Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1943 ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

Βαθύς, χαριτωμένος στίχος μάς υψώνει
στους λυρικούς της σκέψης ουρανούς.
Μες στην καρδιά φωλιάζεις, έρμο αηδόνι,
να σε πλανεύει το αίστημα κι ο νους.

Γητειές εδώ να κελαδείς κ’ εκεί φαρμάκια,
και να τα διαπερνά όλα, φως, ο λογισμός.
Της λιμνοθάλασσας πατρίδας μας πνοές κρινάκια,
ξεδιαλυμένος είστε πια χρησμός.

Συντρίμια ερώτων να ιστορείς και καλοκαίρια
με αγάπες – μέθη, πόνος και φιλί –
σπαταλημένα κι όμως πάντ’ ακέρια
στου πάθους μας τ’ αράγιστο γυαλί.

Και με τη μούσα να ιλαρώνεις τη στενή μας ζήση
πέρ’ από τις νοσταλγικές χαρές και τους θυμούς,
μα τον αιώνιο άνθρωπο νάχεις τραγουδήσει
μες στους μεσολογγίτικους καημούς.

Κ’ έτσι αλαφρές, αχνές, παραμυθένιες,
παιχνίδια σοβαρά και παιδιάτικά μιά μιά,
να περνούν και να μισεύουν πίκρες κι ένιες
στης θύμησής μας τη γλυκειά ερημιά.

Α, η τέχνη αυτή η αθάνατη της λύρας
μ’ όλα τα ξωτικά τα μυστικά της, να!
πώς απ’ το φόβο μάς λυτρώνει άγνωστης μοίρας
και με τα φίλτρα της πώς μας ξαναγεννά...



Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 506.


Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΛΕΙΨΟ ΦΕΓΓΑΡΙ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΤΟ ΛΕΙΨΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Το λειψό φεγγάρι
στέκεται δειλό
κάτου στο γιαλό,
που έχει χρώμα πάρει
κόκινο θολό.

Κ’ ένα δρόμο ανοίγει
στα νερά εκεί χάμου,
που γλιστρά με ρίγη
κ’ έρχεται και σμίγει
τη βαρειά καρδιά μου.



Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 406.


Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΗ


ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (1896-1958)


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΗ


Έλάτε, ω τόνοι, εντός μου, ρυθμισμένοι
στη βαθιά της ορχήστρας αρμονία.
Ελάτε, απλοί, ζευγαρωτοί, δεμένοι
στο πάθος, στη λαχτάρα, στη μανία,

στη γλυκιά της ζωής μας τυραννία,
στα φτερά της γαλήνης απλωμένοι –
και λεύτεροι, λυμένοι, λυγισμένοι,
πλάστε τη δακρυσμένη συμφωνία.

Στην τρικυμιά σας μέσα, ολαρμενίζει
με την ψυχή ανοιχτή – λευκό πανάκι,
ο ανθρώπινος καημός που σας φλογίζει.

Κι αν τώρ’ αμέτρητα στοιχιά και δράκοι
τον πόνο αντιφωνούν όλου του κόσμου
– α! πώς απολυτρώνεται ο δικός μου!

1915


Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», Τόμ. 16, Αρ. 611 (1918), σελ. 27.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

ΣΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ


ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΟ ΜΕΛΤΕΜΙ


Καλοκαιριάτικο μελτέμι
σου αναστατώνει τα μαλλιά.
Το φόρεμά σου γοργοτρέμει
καθώς στα χείλη σου η λαλιά.

Και κάτι να μου πεις γυρεύεις
κ’ ενώ το θέλεις δεν μπορείς,
μαζί δειλιάζεις και θαρρεύεις
κι ασάλευτη μ’ αντιθωρείς.

Την αναπνοή σου κόμπος πνίγει
το γέλιο σβει σ’ ένα βυθό.
Μα φως, της όψης σου, ξανοίγει
το μαραμένο ώς τώρα ανθό.

Κ’ ενώ της μοίρας σου η ανέμη
γυρνώντας δένει τη θηλειά,
καλοκαιριάτικο μελτέμι
σου αναστατώνει τα μαλλιά...



Ειδικά για τον ΑΧΙ: Ιδού και η εμπροσθία όψις της κ. Αβιγαήλ Κλάνσυ, που διετέλεσε και girl friend του Peter Crouch, όταν αυτός έπαιζε στη Λίβερπουλ.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΜΗ ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ



ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (1886-1958)


ΠΕΡΑΣΤΙΚΕΣ


Στον δρόμο τον πολύκοσμο και στην πανέρμη στράτα
με σύντυχαν πολλές φορές διαβατικές γυναίκες,
που η θύμησή τους μ' έθλιψε γλυκά νύχτες και μέρες.
Όψες που ανάδινε η χαρά τα ρόδα της αυγής της,
που ολόθερμος απλώνονταν ψυχής γαλήνιας ο ήλιος,
που η σάρκα κρίνους ταίριαζε με μι' άχνα φεγγαρίσια
και που το γέλιο ανοίγονταν σα νάταν παραπόνι.
Κορμιά που ανάδευε η πνοή της γεροσύνης, πλέρια,
πελεκητά με τ' άνθισμα κι ολόχυτα από πνέμα.
Κι απάνου απ' όλα, μάτια, φως απ' το πολύ σκοτάδι,
που είν' η γητειά σας δρόλαπας κι ο σατανάς σας φίδι
κι ενώ είστε τόσο αληθινά, κρύβετε τέτοιους δόλους.

Περαστικές, διαβατικές, που φεύγετε και πάτε
στους δρόμους τους πολύκοσμους και στις πανέρμες στράτες,
άγνωρες, πρωτοθώρητες, σαν τύχες και σα μοίρες,
με δίχως άλλο γυρισμό και συναπάντημ' άλλο,
γεννήματα μιανής στιγμής και πλάσματα μιας μνήμης,
με την απόκοτη ερωτιά, με τα γραμμένα νιάτα,
στοχαστικές σαν την ιδέα, φλογιστικές σα μούσα,
γεια σας, χαρά σας! Μέσα μου συντρίμμι αν είναι ο κόσμος
ξαναγεννιέται απάρθενος κι η χάρη του καινούργια
βαθιά μ' αγγίζει. Φέρνετε την ιερή λαχτάρα,
που ανασυμπά τη θεία φωτιά για την ορμή της ζήσης.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007

Η ΠΕΝΝΑ ΔΕΝ ΤΑ ΧΩΡΕΣΕ


ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (1886-1958)


Η ΑΛΕΑ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΥΚΝΗ ΒΡΟΧΗ...


Η αλέα μες στην πυκνή βροχή πρωινό όνειρο μου φάνταζε
που όσο η ματιά το θόλωνε, τόσο στο φως του σίμωνε.
Πηδούσε ο αέρας τις κορφές των δέντρων που ανατράνταζε
κ' η θύελλα ανήλεια κράζοντας τον κήπο μας ερήμωνε.

Μα εγώ στο βίο μου κι αν περνώ τόσα δρολάπια αδήγητα
που μόνο η θέρμη της ζωής να τα λαγιάσει μπόρεσε
ακούω στα μάκρη τ' ουρανού τον κεραυνό που σμίγει τα
μ' εκείνα που έχω στην καρδιά κ' η πένα δεν τα χώρεσε.



Το ποίημα μάς το συστήνει η φιλόμουση κ. Aida Yespica.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007

ΑΝΑΚΑΤΕΜΕΝΑ ΜΑΛΛΙΑ



ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΟ ΜΕΛΤΕΜΙ


Καλοκαιριάτικο μελτέμι
σου ανακατώνει τα μαλλιά.
Το φόρεμά σου γοργοτρέμει
καθώς στα χείλη σου η λαλιά.

Και κάτι να μου πεις γυρεύεις
κ' ενώ το θέλεις δεν μπορείς,
μαζί δειλιάζεις και θαρρεύεις
κι ασάλευτη μ' αντιθωρείς.

Την αναπνοή σου κόμπος πνίγει,
το γέλιο σβει σ' ένα βυθό.
Μα φως, της όψης σου, ξανοίγει
το μαραμένο ώς τώρα ανθό.

Κ' ενώ της μοίρας σου η ανέμη
γυρνώντας δένει τη θηλειά,
καλοκαιριάτικο μελτέμι
σου ανακατώνει τα μαλλιά...

Σάββατο 5 Μαΐου 2007

C'EST LA LUTTE FINALE...






Στα γενέθλια του Καρόλου Μαρξ και της αφεντιάς μου


Η ΔΙΕΘΝΗΣ


Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Της πεινάς σκλάβοι εμπρός, εμπρός
Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
Σαν βροντή σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
Που ζούσαμε στην καταφρόνια
Θα γίνουμε το παν εμείς.

Θεοί, άρχονται, βασιλιάδες
Με πλάνα λόγια μας γελούν
Της γης οι δούλοι και οι ραγιάδες
Μονάχοι τους θα σωθούν.
Για να λείψουν πια τα δεσμά μας
Για να πάψει πια η κλεψιά
Να ιδούνε πρέπει την γροθιά μας
Και την ψυχή μας την φωτιά.

Εμπρός μονάχη μας ελπίδα
Είναι η σφιγμένη μας γροθιά
Κάτω οι πόλεμοι και η πατρίδα
Ζήτω, ζήτω η λευτεριά
Και αν θελήσουν να δοκιμάσουν
Της ψυχής μας τους κεραυνούς
Να ιδούνε τότες θα προφτάσουν
Πως είναι οι σφαίρες μας για αυτούς

Σκληρός ο νόμος μας ξεσκίζει
Κι οι φόροι ασήκωτοι για μας
Ο πλούσιος ότι κι αν κερδίζει
Είναι πλούτος της κλεψιάς.
Η σκλαβιά, η αδικία φτάνει
Όχι πια ταπεινοί σκυφτοί
Αδέλφια η φύση όλους μας κάνει
Και είμαστε ίσοι μπρος σε αυτή.

Οι πλούσιοι άσπλαχνα μας γδέρνουν
Και μας αρπάζουν το ψωμί
Τον κόπο μας και αυτοί κι αν παίρνουν
Για μας η πεινά πληρωμή
Της δουλείας Όλοι οι κλεφτες κατου
Δίκιο τώρα ο φτωχός ζητάει
Όσο γυρεύει είναι δικά του
Κι όταν θελήσει τα αποκτάει

Εμάς που αδιάκοπα η δουλεία μας
Γεννάει της γης τους θησαυρούς
Όλα τα πλούτη είναι δικά μας
Όλα ανήκουν στους φτωχούς.
τώρα πια κόρακες και ακρίδες
Δεν σκεπάζουν τον ουρανό
Χρυσός ο ήλιος στέλνει αχτίδες
Χαμόγελο παντοτινό.

Στον αγώνα ενωμένοι
Κι ας μη λείψει κανείς
Ω νά τη! μας προσμένει
Στον κόσμο η Διεθνής.



Στίχοι: Ευγένιος Pottier.
Μουσική: Πέτρος Degeyter.
Μετάφραση στα Ελληνικά: Ρήγας Γκόλφης, 1921.