Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ (ΔΗΜΗΤΡΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ (ΔΗΜΗΤΡΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ

JORGE LUIS BORGES


ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ

Από τους τόπους της ωραίας γης
που εξάντλησαν η σάρκα μου κι η σκιά της
είναι η πιο απόμακρη και η πιο οικεία,
Εσχάτη Θούλη, των πλοίων Ισλανδία,
με το πεισματάρικο αλέτρι και το σταθερό κουπί,
με τ' απλωμένα δίχτυα της θαλάσσης,
με το παράξενο αυτό φως του ακίνητου δειλινού
που συγχωνεύει τον θολό ουρανό με τα χαράματα
και με τον άνεμο που ψάχνει τα χαμένα
καραβόπανα του βίκινγκ. Χώμα ιερό
ήσουνα η μνήμη της Αλαμανίας
και ξαναβρήκες τη μυθολογία σου
για κάποιο σιδερένιο δάσος και το λύκο του
και για το πλοίο που φοβούνται οι θεοί,
από τα νύχια των νεκρών φτιαγμένο.
Ισλανδία, σε ονειρεύτηκα πολλές φορές
από εκείνο το πρωινό που ο πατέρας μου
έδωσε στο παιδί που ήμουν και είμαι ακόμα ζωντανό
μια απόδοση της Völsunga Saga
που τώρα αποκρυπτογραφήθηκε στη σκοτεινιά μου
με του αργόσυρτου λεξικού τη συμπαράσταση.
Όταν το σώμα πια κουράζεται απ' τον άνθρωπό του,
όταν σβήνει η φωτιά κι έχει απομείνει στάχτη,
είναι να ξαναρχίζεις τη θητεία
σ' ένα απέραντο εγχείρημα· εγώ
διάλεξα το εγχείρημα της γλώσσας σου,
αυτά τα βόρεια λατινικά που αγκαλιάσαν
τις στέπες και τις θάλασσες
ενός ολόκληρου ημισφαίριου κι αντήχησαν στο Βυζάντιο
και τις παρθένες όχθες της Αμερικής.
Ξέρω, δε θα τη μάθω, με περιμένουν όμως
τα δώρα που μου υπόσχεται η αναζήτηση,
κι όχι ο σοφά απρόσιτος καρπός.
Το ίδιο θα αιστανθούν κι όσοι εξερευνούν
τα άστρα ή των αριθμών την ακολουθία...
Μόνο η αγάπη, η ανήξερη αγάπη, Ισλανδία.

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Ποιήματα", μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σσ. 175-176.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΚΙΝΗΤΗΣ




JORGE LUIS BORGES


ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός, φρενιασμένη
βασίλισσα, πύργος ευθύς, πολυμήχανος στρατιώτης
απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.

Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
του παίχτη τούς ρυθμίζει τη μοίρα,
δεν ξέρουν πως μια τρομαχτική νομοτέλεια
ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.

Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
(η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες.

Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα άραγε ποιός Θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;


Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Σ’ ΕΝΑΝ ΠΑΛΙΟ ΠΟΙΗΤΗ


JORGE LUÍS BORGES


Σ’ ΕΝΑΝ ΠΑΛΙΟ ΠΟΙΗΤΗ


Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
έν δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας· διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.




Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 57.


****************************************


A UN VIEJO POETA

Caminas por el campo de Castilla
y casi no lo ves. Un intrincado
versículo de Juan es tu cuidado
y apenas reparaste en la amarilla

puesta del sol. La vaga luz delira
y en el confín del Este se dilata
esa luna de escarnio y de escarlata
que es acaso el espejo de la Ira.

Alzas los ojos y la miras. Una
memoria de algo que fue tuyo empieza
y se apaga. La pálida cabeza

bajas y sigues caminando triste,
sin recordar el verso que escribiste:
Y su epitafio la sangrienta luna.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

ΕΝΑ ΤΑΝΓΚΟΣΟΝΕΤΤΟ ΤΟΥ ΜΠΟΡΧΕΣ


JORGE LUÍS BORGES


ΑΝΑΦΟΡΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ 189...


Τίποτα. Μόνο το μαχαίρι του Μουράνια.
Στο γκρίζο απόβραδο πλανιέται μιά ιστορία.
Καθώς νυχτώνει νιώθω πίσω απ’ τα πλατάνια
εκείνο τον απρόσωπο φονιά να ψάχνει ευκαιρία.

Το Παλέρμο έφτανε τότε ώς τα μέρη
που σκίαζε ο ωχρός περίβολος της φυλακής
στο υγρό προάστιο μιας άλλης εποχής
όπου είχε πέραση μόνο η φρίκη, το μαχαίρι.

Ένα μαχαίρι. Ένα πρόσωπο σβησμένο.
Από το χέρι αυτό το πληρωμένο
που για μοναδική του τέχνη είχε το θάρρος

απόμεινε μια λάμψη ατσαλιού, σαν ίσκιο δίχως βάρος.
Ο χρόνος που σκουριάζει τα καράβια στα λιμάνια
ας ήταν να κρατήσει τούτο τ’ όνομα: Χουάν Μουράνια.


********


ALUSIÓN A UNA SOMBRA DE MIL
OCHOCIENTOS NOVENTA Y TANTOS


Nada. Sólo el cuchillo de Muraña.
Sólo en la tarde gris la historia trunca.
No sé por qué en las tardes me acompaña
Este asesino que no he visto nunca.

Palermo era más bajo. El amarillo
Paredón de la cárcel dominaba
Arrabal y barrial. Por esa brava
Región anduvo el sórdido cuchillo.

El cuchillo. La cara se ha borrado
Y de aquel mercenario cuyo austero
Oficio era el coraje, no ha quedado

Más que una sombra y un fulgor de acero.
Que el tiempo, que los mármoles empaña,
Salve este firme nombre, Juan Muraña.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 61.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

ΜΟΝΑΧΑ ΕΣΥ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

JORGE LUÍS BORGES


Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ


Φεγγάρια, όργανα, σεντέφια, ρόδα, λάμπες,
καθώς επίσης και του Ντίρερ η γραμμή,
οι εννιά αριθμοί, το μεταβλητό μηδέν,
όλα αυτά, πρέπει να προσποιηθώ ότι υπάρχουν.
Πρέπει να προσποιηθώ πως κάποτε υπήρξαν
η Ρώμη κι η Περσέπολη κι ότι μιά σκόνη
φτενή καταμέτρησε των επάλξεων τη μοίρα
που έσβησαν οι αδήριτοι αιώνες.
Πρέπει να επινοήσω την πυρά και τα όπλα
του έπους και τα απύθμενα πέλαγα
που ροκανίζουν τα θεμέλια της οικουμένης.
Πρέπει να υποκριθώ ότι υπάρχουν κι άλλοι. Ψέματα.
Μονάχα εσύ υπάρχεις. Η δυστυχία μου, εσύ
κι η ευτυχία μου, απλή και ανεξάντλητη.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης:
Απο το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης καλοκύρης, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 220.




**************************




EL ENAMORADO


Lunas, marfiles, instrumentos, rosas,
Lámparas y la línea de Durero,
Las nueve cifras y el cambiante cero,
Debo fingir que existen esas cosas.
Debo fingir que en el pasado fueron
Persépolis y Roma y que una arena
Sutil midió la suerte de la almena
Que los siglos de hierro deshicieron.
Debo fingir las armas y la pira
De la epopeya y los pesados mares
Que roen de la tierra los pilares.
Debo fingir que hay otros. Es mentira.
Sólo tú eres. Tú, mi desventura
Y mi ventura, inagotable y pura

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΤΕ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ


JACQUES PRÉVERT


ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΤΕ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ


Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μιά πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο
σ’ ένα κήπο
σ’ ένα πάρκο
ή σ’ ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι…
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ’ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ‘χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πορτα με ένα πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πολί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ’ το πουλί
και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΠΑΡΑΒΟΛΗ


JORGE LUÍS BORGES


ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ


Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσατλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 255.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

ΟΙ ΜΠΟΡΧΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ


JORGE LUÍS BORGES


ΟΙ ΜΠΟΡΧΕΣ


Ελάχιστα, ή μάλλον τίποτα σχεδόν δεν ξέρω
για τους πορτογάλους προγόνους μου, τους Μπόρχες:
γένος διάσπαρτο που προεκτείνει παράξενα ως τη σάρκα μου
τουςφόβους, τις συνήθειες, τις αρχές του.
Αδιόρατοι, λες και δεν έζησαν ποτέ τους,
αδιάφοροι στης τέχνης τα παιχνίδια
γίνονται, ανεξήγητα, μέρος κι εκείνοι
του χρόνου, τούτου του πλανήτη και της λήθης.
Καλύτερα έτσι. Ο κύκλος έχει κλείσει.
Οι Μπόρχες είναι η ίδια η Πορτογαλία,
το ένδοξο γένος που γκρέμισε τα τείχη της Ανατολής
κι ανοίχτηκε στη θάλασσα, στον ωκεανό της άμμου.
Είναι ο ρήγας που χάθηκε στη μυστική ερημιά μου
και παίρνει όρκο πως δεν έχει πεθάνει.




Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 63.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


JORGE LUIS BORGES


EL GOLEM


Si (como el griego afirma en el Cratilo)
El nombre es arquetipo de la cosa,
En las letras de rosa está la rosa
Y todo el Nilo en la palabra Nilo.

Y, hecho de consonantes y vocales,
Habrá un terrible Nombre, que la esencia
Cifre de Dios y que la Omnipotencia
Guarde en letras y sílabas cabales.

Adán y las estrellas lo supieron
En el Jardín. La herrumbre del pecado
(Dicen los cabalistas) lo ha borrado
Y las generaciones lo perdieron.

Los artificios y el candor del hombre
No tienen fin. Sabemos que hubo un día
En que el pueblo de Dios buscaba el Nombre
En las vigilias de la judería.

No a la manera de otras que una vaga
Sombra insinúan en la vaga historia,
Aún está verde y viva la memoria
De Judá León, que era rabino en Praga.

Sediento de saber lo que Dios sabe,
Judá León se dio a permutaciones
de letras y a complejas variaciones
Y al fin pronunció el Nombre que es la Clave.

La Puerta, el Eco, el Huésped y el Palacio,
Sobre un muñeco que con torpes manos
labró, para enseñarle los arcanos
De las Letras, del Tiempo y del Espacio.

El simulacro alzó los soñolientos
Párpados y vio formas y colores
Que no entendió, perdidos en rumores
Y ensayó temerosos movimientos.

Gradualmente se vio (como nosotros)
Aprisionado en esta red sonora
de Antes, Después, Ayer, Mientras, Ahora,
Derecha, Izquierda, Yo, Tú, Aquellos, Otros.

(El cabalista que ofició de numen
A la vasta criatura apodó Golem;
Estas verdades las refiere Scholem
En un docto lugar de su volumen.)

El rabí le explicaba el universo
"Esto es mi pie; esto el tuyo; esto la soga."
Y logró, al cabo de años, que el perverso
Barriera bien o mal la sinagoga.

Tal vez hubo un error en la grafía
O en la articulación del Sacro Nombre;
A pesar de tan alta hechicería,
No aprendió a hablar el aprendiz de hombre,

Sus ojos, menos de hombre que de perro
Y harto menos de perro que de cosa,
Seguían al rabí por la dudosa
penumbra de las piezas del encierro.

Algo anormal y tosco hubo en el Golem,
Ya que a su paso el gato del rabino
Se escondía. (Ese gato no está en Scholem
Pero, a través del tiempo, lo adivino.)

Elevando a su Dios manos filiales,
Las devociones de su Dios copiaba
O, estúpido y sonriente, se ahuecaba
En cóncavas zalemas orientales.

El rabí lo miraba con ternura
Y con algún horror. ¿Cómo (se dijo)
Pude engendrar este penoso hijo
Y la inacción dejé, que es la cordura?

¿Por qué di en agregar a la infinita
Serie un símbolo más? ¿Por qué a la vana
Madeja que en lo eterno se devana,
Di otra causa, otro efecto y otra cuita?

En la hora de angustia y de luz vaga,
En su Golem los ojos detenía.
¿Quién nos dirá las cosas que sentía
Dios, al mirar a su rabino en Praga?


*************


ΤΟ ΓΚΟΛΕΜ


Αν (όπως βάζει ο Έλληνας στο στόμα του Κρατύλου)
το όνομα είναι αρχέτυπο για κάθε πράγμα,
τα γράμματα που αποτελούν το ρόδο είναι το ρόδο
και στη λέξη Νείλος ρέει το νερό του Νείλου.

Έτσι, από φωνήεντα και σύμφωνα φτιαγμένο,
κάπου θα υπάρχει ένα φοβερό Όνομα που περιέχει
το νόημα του Θεού και η Παντοδυναμία το έχει
μέσα σε συλλαβές και γράμματα κρυμμένο.

Οι γενεές το έχουν σήμερα λησμονήσει.
Μόνο ο Αδάμ και τ’ άστρα το γνωρίζαν
μέσα στον Κήπο. Η οξείδωση της αμαρτίας
(λένε οι καββαλιστές) το έχει πια σβήσει.

Η αθωότητα και τα τεχνάσματα του νου
είναι άπειρα. Και ξέρουμε πως ήρθαν οι αιτίες
και οι καιροί που ο λαός του Θεού
έψαξε το όνομα στις εβραϊκές ολονυχτίες.

Αντίθετα από άλλες μνήμες, που παρεμβάλλουν
θολές σκιές μέσα στης ιστορίας τη θολάδα,
αξέχαστη και ζωντανή είναι ακόμα η μνήμη
του Ιούδα του Λέοντα, ραβίνου στην Πράγα.

Ζητώντας να μάθει ό,τι ξέρει ο Θεός, δηλαδή,
ο Ιούδας αφιερώθηκε στις μεταθέσεις γραμμάτων
και λεπτές, περίπλοκες παραλλαγές ονομάτων
ώσπου πρόφερε Εκείνο, που αποτελεί το Κλειδί,

την Ηχώ, τον Αφέντη και τη Θύρα του Ανακτόρου,
πάνω σ’ ένα ανδρείκελο που με αδέξια είχε φτιάξει
χέρια σκυμμένος, και πάσχιζε να το διδάξει
τα μυστήρια των Γραμμάτων και του Χωροχρόνου.

Το πλάσμα άνοιξε τα νυσταγμένα μάτια
και είδε χρώματα, άγνωστε μορφές μες σε μιά δίνη·
δεν καταλάβαινε και, ξάφνου, του τη δίνει
να δοκιμάσει ανοδικές κινήσεις προς τα σκαλοπάτια.

Με τον καιρό κατάλαβε πως ήταν (καλή ώρα
όπως κι εμείς) αιχμάλωτο σε μιαν ηχητική σαγήνη
γεμάτη από Πριν, Ενώ, Κατόπιν, Χτες ή Τώρα,
Δεξιά, Εγώ, Αριστερά, Εσύ, Άλλοι, Εκείνοι.

(Ο ραβίνος νομίζοντας τον εαυτό το πλάσμα Θείο
ονόμασε το πελώριο κατασκεύασμα Γκόλεμ·
γεγονός που αναφέρεται απ’ τον Σόλεμ
σε κάποιο περισπούδαστο χωρίο.)

Του εξήγησε λεπτομερώς το σύμπαν ο ραβίνος:
«Αυτά είναι τα πόδια μας, μ’ αυτά πατάς τη γη»
κι έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, εκείνο το κτήνος
κουτσά στραβά έμαθε να σκουπίζει τη συναγωγή.

Ίσως κάποιο να έγινε λαθάκι στα ψηφία
ή στου Θείου Ονόματος την προφορά·
γιατί παρόλη την απίστευτη μηχανορραφία
ο μαθητευόμενος άνθρωπος δε μίλησε ούτε μια φορά.

Τα μάτια του –μάλλον σαν σκύλου παρά ανθρώπου
ή, μάλλον, μάτια αντικειμένου, ούτε καν σκύλου–
πιστά ακολουθούσαν τον αφέντη του όπου
κι αν έστριβε στο σύθαμπο του μυστικού του ασύλου.

Κάτι αφύσικο και φρικαλέο είχε το Γκόλεμ
αφού, στο διάβα του, κρυβόταν ώς κι ο γάτος
του ραβίνου. (Τον γάτο δεν τον αναφέρει ο Σόλεμ,
εγώ τον επινόησα προσφάτως.)

Υψώνοντας τα χέρια στο Θεό του, χιλιάδες
μιμήσεις έκανε του Θεού του και χαιρόταν
ή, ηλίθια χαμογελώντας, διπλωνόταν
σε ανατολίτικους εδαφιαίους τεμενάδες.

Τρυφερά, μα και κάπως τρομαγμένος ο ραβίνος
το κοιτούσε και μονολογούσε κρυφά:
«Πώς μπόρεσα να δημιουργήσω τέτοια παρωδία
και δεν καθόμουν άπρακτος, φερόμενος σοφά;

Γιατί στ’ άπειρα σύμβολα να φτιάξω ένα ακόμα;
Γιατί σ’ αυτό το μάταιο κουβάρι των νοημάτων
που αιώνια ξετυλίγεται, ακόμα μια φορά
προσθέτω κι άλλον γύρο, άλλη μία συμφορά;»

Την ώρα που η ψυχή του αναχωρούσε,
είχε το βλέμμα του στο Γκόλεμ του στραμμένο.
Τάχα ο Θεός τί νά ’νιωσε καθώς κοιτούσε,
στην Πράγα τον ραβίνο του κατ’ εικόνα πλασμένο;



Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 93-96.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

ΟΙ ΕΝ ΤΗ ΓΗ


JACQUES PRÉVERT (1900-1977)


PATER NOSTER


Notre Père qui êtes aux cieux
Restez-y
Et nous nous resterons sur la terrre
Qui est quelquefois si jolie
Avec ses mystères de New York
Et puis ses mystères de Paris
Qui valent bien celui de la Trinité
Avec son petit canal de l'Ourcq
Sa grande muraille de Chine
Sa rivière de Morlaix
Ses bêtises de Cambrai
Avec son Océan Pacifique
Et ses deux bassins aux Tuilleries
Avec ses bons enfants et ses mauvais sujets
Avec toutes les merveilles du monde
Qui sont là
Simplement sur la terre
Offertes à tout le monde
Éparpillées
Émerveillées elles-même d'être de telles merveilles
Et qui n'osent se l'avouer
Comme une jolie fille nue qui n'ose se montrer
Avec les épouvantables malheurs du monde
Qui sont légion
Avec leurs légionnaires
Aves leur tortionnaires
Avec les maîtres de ce monde
Les maîtres avec leurs prêtres leurs traîtres et leurs reîtres
Avec les saisons
Avec les années
Avec les jolies filles et avec les vieux cons
Avec la paille de la misère pourrissant dans l'acier des canons.


*************


ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ


Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Μείνε κει
Κι εμείς θα μείνουμε στη γη
Πού 'ναι φορές τόσο όμορφη
Με τα Μυστήρια της Νέας Υόρκης της
Και με τα Μυστήρια των Παρισίων της
Αντάξια με τα μυστήρια της Τριάδας
Με το μικρό κανάλι της στην Ούρκ
Με το μεγάλο σινικό της τείχος
Τον ποταμό της στο Μορλέ
Με τις μέντες του Καμπρέ
Με τον Ειρηνικό της Ωκεανό
Και τις δυο στέρνες του Κεραμεικού
Με τα παιδάκια τα καλά και με τα κωλοπαίδια
Μ' όλα τα θαύματα του κόσμου
Που 'ναι εδώ
Απλά πάνω στη γη
Χαρισμένα σ' όλο τον κόσμο
Σκορπισμένα
Μαγεμένα κι αυτά τα ίδια με την ομορφιά τους
Και που δεν τολμούν να τ' ομολογήσουν
Όπως κορίτσι όμορφο
Που δεν τολμά να δείξει το κορμί του γυμνό
Με τ' ανυπόφορα κακά του κόσμου
Λεγεώνες ολόκληρες
Με τους λεγεωνάριούς τους
Με τους βασανιστές τους
Με τους αφεντάδες τούτου του κόσμου
Τους αφεντάδες με τους παπάδες τους, τους χαφιέδες
Και τους καραβανάδες τους
Με τις εποχές
Με τα χρόνια
Με τα όμορφα κορίτσια και τους μάπες
Με το σαράκι που σαπίζει μέσα στ' ατσάλι
Των κανονιών.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ


JORGE LUIS BORGES (1899-1986)


LABERINTO


No habrá nunca una puerta. Estás adentro
y el alcázar abarca el universo
y no tiene ni anverso ni reverso
ni externo muro ni secreto centro.
No esperes que el rigor de tu camino,
que tercamente se bifurca en otro,
tendrá fin. Es de hierro tu destino
como tu juez. No aguardes la embestida
del toro que es un hombre y cuya extraña
forma plural da horror a la maraña
de interminable piedra entretejida.
No existe. Nada esperes. Ni siquiera
en el negro crepúsculo de la fiera.


*************


ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ


Πόρτα ποτέ δε θα υπάρξει. Κι είσαι μέσα
και το μέγαρο αγκαλιάζει το σύμπαν·
δεν έχει ούτε μπρος ούτε πίσω όψη
ούτε περίβολο ούτε κέντρο μυστικό.
Μην ελπίζεις πως ο απέραντος δρόμος
που πάλι διακλαδίζεται σε άλλον,
και πάλι διακλαδίζεται σε άλλον,
κάπου τελειώνει. Το ριζικό σου αλύγιστο
σαν τον κριτή σου. Μην περιμένεις να σου ορμήσει
ο ταύρος που είναι άνθρωπος κι η αλλόκοτη,
πολύμορφη όψη του σκορπάει τον τρόμο
μέσα σ’ αυτό το μπερδεμένο πέτρινο κουβάρι.
Δεν υπάρχει. Να μην ελπίζεις ούτε καν
μέσ’ απ’ το φοβερό σκοτάδι να φανεί το τέρας.


Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 116.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΟΝ L.S.


JORGE LUIS BORGES


ARGUMENTUM ORNITHOLOGICUM


Cierro los ojos y veo una bandada de pájaros. La visión
Dura un segundo o acaso menos; no se cuantos pájaros vi.
¿ Era definido o indefinido su número ? El problema involucra
el de la existencia de Dios. Si Dios existe, el número es
definido, porque Dios sabe cuantos pájaros vi. Si Dios no
existe, el número es indefinido, porque nadie pudo llevar la
cuenta. En tal caso, vi menos de diez pájaros (digamos) y
mas de uno, pero no vi nueve, ocho, siete, seis, cinco,
cuatro, tres o dos. Vi un numero entre diez y uno, que
no es nueve, ocho, siete, seis, cinco, etcétera. Ese
numero entero es inconcebible; ergo, Dios existe.



************


ARGUMENTUM ORNITHOLOGICUM


Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιά. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, ίσως και λιγότερο. Ο αριθμός του ήταν ορισμένος ή όχι; Το πρόβλημα αυτό περικλείνει το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Αν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ορισμένος, γιατί ο Θεός ξέρει πόσα πουλιά είδα. Αν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός δεν είναι ορισμένος, γιατί κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει. Στην περίπτωση αυτή είδα ένα αριθμό πουλιών, ας πούμε λιγότερα από δέκα και περισσότερα από ένα, αλλά δεν είδα εννιά, οχτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο πουλιά. Είδα έναν αριθμό μεταξύ δέκα και ένα, που δεν είναι ούτε εννιά, ούτε οχτώ, ούτε εφτά, ούτε έξι,, ούτε πέντε κ.ο.κ. Ο αριθμός αυτός στο σύνολό του είναι ασύλληπτος· άρα υπάρχει Θεός.



Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα», Μετάφραση Ν.Δ, Καρούζος & Δημήτρης Καλοκύρης, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1980, σελ. 15.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΤΑ ΧΡΥΣΑΦΙΑ


JORGE LUIS BORGES


LA LLUVIA

Bruscamente la tarde se ha aclarado
Porque ya cae la lluvia minuciosa.
Cae o cayó. La lluvia es una cosa
Que sin duda sucede en el pasado.

Quien la oye caer ha recobrado
El tiempo en que la suerte venturosa
Le reveló una flor llamada rosa
Y el curioso color del colorado.

Esta lluvia que ciega los cristales
Alegrará en perdidos arrabales
Las negras uvas de una parra en cierto

Patio que ya no existe. La mojada
Tarde me trae la voz, la voz deseada,
De mi padre que vuelve y que no ha muerto.


*********


Η ΒΡΟΧΗ


Το πρόσωπο της μέρας χαρακώνει
η αργυρή λεπίδα της βροχής.
Όμως η λάμψη αυτή που σε κυκλώνει
είναι η βροχή μιάς άλλης εποχής.

Και σε χρονιές σε παίρνει που η μοίρα
σε μοίρανε να δεις μέσ’ απ’ το χώμα
του ρόδου του εκατόφυλλου τη σπείρα,
το άλικο παράξενό του χρώμα.

Αυτή η βροχή που τα τζάμια θολώνει
στην ξεχασμένη αυλή μιάς γειτονιάς
αλλοτινής, τα σταφύλια χρυσώνει.

Κι όσο γέρνει η μέρα το υγρό της στεφάνι
μιά φωνή ξανακούω, έναν αχό λησμονιάς:
τον πατέρα μου, λες και δεν έχει πεθάνει.


Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης:
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς μπόρχες, «Ποιήματα», μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 55.