Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα COPPÉE (FRANÇOIS). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα COPPÉE (FRANÇOIS). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΚΟΠΠΕ!



FRANÇOIS COPPÉE (1842-1908)


RITOURNELLE


Dans la plaine blonde et sous les allées,
Pour mieux faire accueil au doux messidor,
Nous irons chasser les choses ailées,
Moi, la strophe, et toi, les papillons d'or.

Et nous choisirons les routes tentantes,
Sous les saules gris et près des roseaux,
Pour mieux écouter les choses chantantes,
Moi, le rythme, et toi, le choeur des oiseaux.

Suivant tous les deux les rives charmées
Que le fleuve bat de ses flots parleurs,
Nous vous trouverons, choses parfumées,
Moi, glanant des vers, toi, cueillant des fleurs.

Et l'amour, servant notre fantaisie,
Fera, ce jour-là, l'été plus charmant :
Je serai poète, et toi poésie ;
Tu seras plus belle, et moi plus aimant.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Jenny Amarillo.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

ΤΑ ΜΥΡΑ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ



FRANÇOIS COPPÉE (1842-1908)


Σ’ ΕΝΑΝ ΤΑΦΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ


Στα βάθη του κοιμητηριού παλιός σταυρός προβαίνει,
αλλ’ ο Απρίλης το πικρό σημάδι αυτό στολίζει.
Μια καρδερίνα στα πυκνά τα βάτα εκεί καθίζει,
ολόκληρη μες στα γλυκά λουλούδια της κρυμμένη.

Από τ’ αηδόνι μια φωνή σαν προσευχή ανεβαίνει,
και σαν τα δάκρυα τα θαμπά η δροσούλα αχνοτρεμίζει.
Στα χρώματα, στο λάλημα, στα μύρα αυτά γνωρίζει
κανείς την Ύλη αθάνατη και ξαναγεννημένη.

Λησμονημένε μου νεκρέ! Ω εσύ που μιαν ημέρα
αιώνια θα φαντάστηκες να ζήσεις εκεί πέρα
που ζουν οι αγνότατες ψυχές στην παραδείσια αγκάλη,

όμοια και σήμερα γλυκιά για σε δεν είν’ η μοίρα,
αν το χαμένο πνεύμα σου σ’ αυτόν τον τάφο γύρα
στα ρόδα μέσ’ ανθοβολά και με τ’ αηδόνια ψάλλει;



Μετάφραση: Στέφανος Δαφνής.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Θ’, τχ. 422 (3.4.1932), σελ. 467.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2007

ΕΧΕΙ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΚΕΜΦΑΤΟ ΜΕΣΑ!...



FRANÇOIS COPPÉ


ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ


Η πλήξις η αχόρταγη, παιδί της θλίψεως νόθο,
μες στην καρδιά μου εθρόνιασε για πάντα σα δεσπότης·
θέρμη στα χρόνια τα χρυσά της άδικής μου νιότης
ουδ’ όσην έχουν τα στερνά τα γερατειά δε νιώθω.

Μάρτυρας τα σβυσμένα μου τα μάτια κι η ωχρότης
και η καρδιά που έρωτα δεν έχει πια ούτε πόθο.
Ξέρω το μαύρο ριζικό που μόνος μοιροκλώθω
για να περνώ, σαν έρημο που δεν θα κόψω ανθό της.

Κι όμως με αύρες χλιαρές σαν πνέει το καλοκαίρι
κάπου της νιότης μου θαρρώ πως μου φυσάει τ’ αγέρι
και πως με ραίνει ο έρωτας με τα ροδόφυλλά του.

Του κάκου! η μαύρη μου η χαρά δεν έρχετ’ απ’ τα ξένα
κι η ελπίδα διαβατάρικο είναι πουλί για μένα
που ένα μνήμα θά ’παιρνε να χτίσει τη φωλιά του.


Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης.

Μπουκέτο, έτος Ε΄, τχ. 208, 5 Απριλίου 1928, σελ. 365.