Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΞΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΞΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

ΧΩΛΗ ΣΕΣΤΙΝΑ




ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


ΧΩΛΗ ΣΕΣΤΙΝΑ

Να ξέρεις, είναι ο άνθρωπος τυφλός. Πλην όμως
και στην τυφλότητά του κάποτε διακρίνει
πίσω από τις σκιές το φως: στιλπνό, βαθύ
να διακλαδίζεται στη ράχη των πραγμάτων.
Το φως τού δίνει όνομα να υπάρχει, βάρος
στο χώμα για ν' αγκιστρωθεί, του δίνει σώμα

ακόμα, και σκοπό. Ώσπου κι αυτό το σώμα
στο τέλος να χαθεί ‒ σ' ένα αλλά, ένα όμως,
στου ενδοιασμού ένα μη... Κι ώσπου πια δίχως βάρος
να μείνει, δίχως καν ματιά για να διακρίνει
άλλο απ' το σκότος, που είναι των πραγμάτων
το μέτρο το πιο οριστικό, το πιο βαθύ.

(Ω εσύ σκοτάδι αόμματο, εσύ βαθύ
αναίτιο παραμύθι, δες! Δεν έχω σώμα,
θάψε με αν θες στη στάχτη των πραγμάτων,
σβήσε μου εσύ το θάρρος... Να το σκέφτεσαι όμως:
μια σπίθα αρκεί, αρκεί κανείς για να διακρίνει
να φθίνει, να σκορπάει στο φως κάθε σου βάρος...)

Φυραίνει η μέρα, πέφτει ο ήλιος, παίρνει βάρος
γράφοντας κύκλο η σκέψη σου, κύκλο βαθύ.
Ψηλά πετώντας κι ο αητός μόλις διακρίνει
από τη ζάλη τ' ουρανού της γης το σώμα ‒
σκόνη λεπτή τα μάτια του λερώνει. Κι όμως,
ακόμα αντέχει η οπτασία των πραγμάτων.

Ακόμα αντέχει η οπτασία των πραγμάτων,
ακόμα αντέχει ο κόσμος... Κι αν τον νιώσεις βάρος
σκληρό τα γόνατά σου να λυγίζει, όμως
το βάρος του είναι που σε φέρνει εδώ: βαθύ,
όπως στον ύπνο οι φόβοι σου σαν παίρνουν σώμα
κάτω απ' τα βλέφαρα, τότε που δεν διακρίνει

ο ναρκωμένος αν κοιμάται, ούτε διακρίνει
τ' όνειρο καν τι το χωρίζει απ' των πραγμάτων
τον σωρό... Μα ω ναι! έχει σώμα, έχει το σώμα
που έχει ο κόσμος σου, έχει το ίδιο βάρος,
έχει το ίδιο φως: στιλπνό πάντα, βαθύ,
πέρα από κάθε τύψη, κάθε αλλά, κάθε όμως,

πέρα από κάθε ενδοιασμό . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .


(Γενάρης 2013)

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΠΟΥΜΑΣ ΔΙΧΑ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΩΣ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


Ο ΠΟΥΜΑΣ ΔΙΧΑ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΩΣ

Κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
δια μιάς στου νου τους κάλυκες εφάνη πως πηγαίνει
ανάποδα, και το τρυπάνι, που χορεία αγγέλων
αυθαίρετα σα ρυμουλκό τραβούσε, αρθρώθη λόγος
κλασματικός με πελεκούδια από θαλάσσια ξύλα,
όπου ίππος διά πυρός ελάλει διάπυρος και ασμένως.

Και διχασμένος στην πυρά παραληρούσε ασμένως
κι ο κηπουρός, που εγνώριζε οίκοθεν πώς είν’ ο κήπος,
ο μαυρωπός και ροδαλός, ο επιποθών τα ξύλα
να καλαφατιστούν βαρκούλα που θα τον πηγαίνει
στις αλβοράδες των αβγών κι εκεί που θάλλει ο λόγος
την άλλη πάντα σπώντας απ’ τις φύσεις των αγγέλων.

Κι εν πάση περιπτώσει ο κηπουρός υμνών και αγγέλλων
την πτώση, που θα πέσει κι άλλο, αρμολογούσε ασμένως
το ψέμα, που επαλήθευε όλα όσα ο κομήτης λόγος
διεκδίκησε δι’ εαυτόν (και αυτός ακόμη ο κήπος),
την ώρα που φρενήρες το άλογο ως πηγή πηγαίνει
στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα.

Στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα,
πνευμάτων κέδροι ενέδρα στήσαν σε ουλαμούς αγγέλων·
ορθώς ξεκίνησ’ η έφοδος, μα ολόστραβα πηγαίνει –
και μ’ όλο που συνηγορούσαν επωδοί ασμένως,
κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
ξεράθηκε και γέμισε με μώλωπες ο λόγος.

Στο κέντρο –μην μακρηγορούμε– ενός καθρέφτη ο λόγος
πολλαπλασίαζε τα πριν συντετριμμένα ξύλα
στον παρονομαστή, και ξυλοκόπους είδε ο κήπος
να τσεκουρώνουνε με ορμή το κράτος των αγγέλων·
και ξάφνου υδάτων πίδακες εξάντλησαν ασμένως
τα βάθη απ’ τον οπό που ως χαρωπός του αφρού πηγαίνει.

Ανάλαφρος πλην σφριγηλός –φαντάσου πώς πηγαίνει
ο πούμας στη σαβάνα– επήγαινε έπειτα και ο λόγος,
αφού στη γη του Σενναάρ τη μεταγλώσσα ασμένως
την αποθέωσε βαστώντας μι’ αγκαλίτσα ξύλα
και φράχτες ύψωσε χαράς των έφιππων αγγέλων
ο χορός εκεί, όπου εμάρμαιρε των πεπτωκότων κήπος.

Ο κήπος ο παράκλητος τα ρόδα του πηγαίνει
προσφάι των αγγέλων, όταν φλογισμένος λόγος
τα ξύλα τρώει που τρώγονται εμπειρικώς και ασμένως.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ ΣΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ




FRANCESCO PETRARCA


22. [ΠΑΣΑ ΧΤΗΝΟΝ ΠΟΥ ΘΡΕΦΕΤΑΙ ΣΤΟ ΧΩΜΑΝ]

Πάσα χτηνόν που θρέφεται στο χώμαν,
εβγόντα κείνα που μισούν τον ήλιον,
έχει να παραδέρνη την ημέραν
κι αφόν στον ουρανόν να λάψουν τ’ άστρα
στρέφουνται ποιόν στο σπίτιν ποιόν στο δάσος
και πνάζουν ώστ’ νά ’ρτουν τα ξηφώτια.

Κ’ εγώ, ’φότις ν’ αρκέψουν τα ξηφώτια
τα σκοτεινά να διώξουν αχ το χώμαν
ξυπνώντα τα χτηνά ’που με στο δάσος,
σίγησην κλειόντα ουκ έχω με τον ήλιον·
κι αφόν βιγλίσω να γλαμπρίσουν τ’ άστρα
κλαμένος πάλε κράζω την ημέραν.

Αντάν η νύχτα διώξη την ημέραν
και ποίσ’ άλλως η σκότη μας ξηφώτια,
βιγλώ το ριζικόν μου, τα σκλερ’ άστρα
που μέλει να με βάλουν εις το χώμαν
και καταρούμαι αντά ’δα κείν΄τον ήλιον
που μ’ έκαμεν γοιόν κάποιον αχ το δάσος.

Πιστεύγω μεν εθρέφτην ποτέ ’ς δάσος
αλύπητο χτηνόν νύχτα ’δε μέραν
γοιόν ταύτην απού κλιώ στο σκιός κ’ εις ήλιον
κι ουδ’ αποστέκω δείλις ’σε ξηφώτια·
γιατί αν καλά και πλάστηκα αχ το χώμαν
αμμ’ έχω πεθυμιά στεριάν ’που τ’ άστρα.

Πριν να στραφώ σ’ αυτόν σας, έγλαμπρ’ άστρα,
ή να κρεμμίσω με στου πόθου δάσος
αφήννοντα την σάρκαν εις το χώμαν,
νά ’δα λύπην σ’ αυτόν της: μιάν ημέραν
εσώνναν ούλα τα κακά ξηφώτια
και πιόν με κλάμαν δεν εθώρουν ήλιον.

Μα βρέθηκα μιτά της δίχως ήλιον
και μεν μας εθωρούσαν παρά τ ’άστρα
μιάν νύχταν και να μή ’ρταν τα ξηφώτια·
μόνον μηδέν εγίνην κι αυτή δάσος
νά ’φυγεν γοιόν εποίκεν μιάν ημέραν
τ’ Απόλλο που την έτρεχεν στο χώμαν.

Εγώ κάτω στο χώμαν ’ς ξερόν δάσος
και η μέρα θέλει πα γεμάτη τ’ άστρα
πριν με γλυκιά ξηφώτια δω τον ήλιον.



Μετάφραση: Άγνωστος.
Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο: Thémis Siapkaras-Pitsilidès, «Le Pétrarquisme en Cypre. Poèmes d’amour en dialecte chypriote d’après un manuscrit du XVIe siècle». Texte établi et traduit avec le concours de Hybert Pernot. Athènes 1952 (Collection de l’Institut Français d’Athènes, dirigée par Octave Merlier, No 74), σελ. 248-252.


***********************************


XXII. [A QUALUNQUE ANIMALE ALBERGA IN TERRA]

A qualunque animale alberga in terra,
se non se alquanti ch’ànno in odio il sole,
tempo da travagliare è quanto è ’l giorno;
ma poi che ’l ciel accende le sue stelle,
qual torna a casa et qual s’anida in selva
per aver posa almeno infin a l’alba.

Et io, da che comincia la bella alba
a scuoter l’ombra intorno de la terra
svegliando gli animali in ogni selva,
non ò mai triegua di sospir’ col sole;
poi quand’io veggio fiammeggiar le stelle
vo lagrimando, et disïando il giorno.

Quando la sera scaccia il chiaro giorno,
et le tenebre nostre altrui fanno alba,
miro pensoso le crudeli stelle,
che m’ànno facto di sensibil terra;
et maledico il dí ch’i’ vidi ’l sole,
e che mi fa in vista un huom nudrito in selva.

Non credo che pascesse mai per selva
sí aspra fera, o di nocte o di giorno,
come costei ch’i ’piango a l’ombra e al sole;
et non mi stancha primo sonno od alba:
ché, bench’i’ sia mortal corpo di terra,
lo mio fermo desir vien da le stelle.

Prima ch’i’ torni a voi, lucenti stelle,
o tomi giú ne l’amorosa selva,
lassando il corpo che fia trita terra,
vedess’io in lei pietà, che ’n un sol giorno
può ristorar molt’anni, e ’nanzi l’alba
puommi arichir dal tramontar del sole.

Con lei foss’io da che si parte il sole,
et non ci vedess’altri che le stelle,
sol una nocte, et mai non fosse l’alba;
et non se transformasse in verde selva
per uscirmi di braccia, come il giorno
ch’Apollo la seguia qua giú per terra.

Ma io sarò sotterra in secca selva
e ’l giorno andrà pien di minute stelle
prima ch’a sí dolce alba arrivi il sole.


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΙ ΟΠΩΣ Η ΟΔΥΝΗ ΑΛΛΑΖΕΤΑΙ, ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΥΦΟΣ




FRANCESCO PETRARCA


320. [Η ΑΓΑΘΟΔΟΤΡΑ Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ, ΚΙ Ο ΒΙΟΣ Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ]

Η αγαθοδότρα η μοίρα μου, κι ο βίος ο ευτυχισμένος,
Κι οι ξάστερες ημέρες μου, κι οι ειρηνικές μου οι νύχτες,
Και τα γλυκά στενάγματα, και το τερπνό το ύφος,
Που ν’ αντηχάω συνήθιζα σε στίχους και σε ρίμες,
Καθώς μεμιάς αλλάξανε σε πόνο κα σε κλάμα,
Τη ζήση εκάμαν να μισώ και να ποθώ το χάρο.

Ανέσπλαχνε κι αλύγιστε φαρμακωμένε χάρο,
Μου δίνεις αφορμή ποτέ να μη είμ’ ευτυχισμένος,
Μα να περάσω ολάκερη τη ζήση μου με κλάμα,
Και τις ημέρες σκοτεινές, και θλίβερες τις νύχτες,
Τα βογκητά μου τα βαριά δεν μπαίνουνε σε ρίμες,
Και το σκληρό μαρτύριο μου νικάει το κάθε ύφος.

Τώρα και πού οδηγήθηκε το αγαπητό μου ύφος;
Να κουβεντιάζω για θυμό, να κρένω για το χάρο.
Πού νά ’ναι οι στίχοι, τάχα τί ν’ απόγιναν οι ρίμες,
Που εγρίκαε πλάσμα ευγενικό, φρόνιμο, ευτυχισμένο;
Πού τα μυθολογήματα τα ερωτικά τις νύχτες;
Τώρα δε λέω, δε σκέφτομαι παρές από το κλάμα.

Πια με τον πόθο μού ’γινε τόσο γλυκό το κλάμα,
Που σμίγει με γλυκύτητα το κάθε γλυκό ύφος,
Κι άγρυπνος όλες μ’ έκαμε να στέκομαι τις νύχτες.
Τώρα το κλάμα το πικρό μού ’ναι κι από το χάρο,
Μη ελπίζοντας το βλέμμα το τίμιο κι ευτυχισμένο,
Νά ’ναι αντικείμενο ψηλό στις ταπεινές μου ρίμες.

Σημείο καθάριο ο Έρωτας μού ’θεσε για τις ρίμες
Μες στα ωραία τα μάτια της και τό ’βαλε στο κλάμα,
Ξαναθυμώντας με καημό καιρόν ευτυχισμένο,
Απ’ όπου αλλάζω αδιάκοπα σκεφτόμενος το ύφος,
Και σένα πάλε το χλωμό παρακαλώ το χάρο
Να με ξεβγάλεις απ’ αυτές τις τόσο απαίσιες νύχτες.

Εδιώχτηκε και τ’ όνειρον απ’ τις σκληρές μου νύχτες
Και ο ήλιος που συνήθιζα ’πό τις βραχνές μου ρίμες ,
Και πι’ άλλο να φιλέψουνε δεν ξέρουνε απ’ το χάρο,
Γι’ αυτό ’ναι το τραγούδι μου καταντημένο κλάμα.
Δεν έχει τόσο του Έρωτα το κράτος πλούσιο ύφος,
Που νά ’ναι θλίβερο όσο πριν είταν ευτυχισμένο.

Κανένα σαν κι εμένανε δεν ξέρω ευτυχισμένο.
Κανένανε πιο θλίβερο σε μέρες και σε νύχτες,
Κι όπως η οδύνη αλλάζεται, γυρίζει και το ύφος,
Που βγάζει τόσο απ’ την καρδιά δακρυβρεμένες ρίμες.
Ζούσα μ’ ελπίδα, τώρα ζω κατάμονα με κλάμα,
Και δεν ελπίζω αντίπαλο στο χάρο άλλο από το χάρο.

Ο χάρος με θανάτωσε και μόνο στρέει στο χάρο
Να φέρει εκειό το πρόσωπο να ιδώ το ευτυχισμένο,
Που μ’ έκαμε να χαίρομαι στο βόγκο και στο κλάμα
Που αέρας μού ’τανε γλυκός, γλυκιά βροχή στις νύχτες,
Σαν έπλεκα τους στοχασμούς τους διαλεχτούς στις ρίμες,
Και ο Έρωτας μου ανύψωνε το αδύνατό μου ύφος.

Ήθελα νά ’χα εσπλαχνικό τόσο πολύ εγώ ύφος,
Που να μπορούσα νά ’παιρνα τη Λάουρα μου απ’ το χάρο,
Καθώς την Ευρυδίκη του ο Ορφέας με δίχως ρίμες,
Τότες πιο απ’ όποιαν εποχή θα ζούσα ευτυχισμένος.
Μα αν ίσως νά ’μαι δεν μπορώ, καμμιά απ’ τις άθλιες νύχτες,
Ας κλειούσα πια τις δυό πηγές αυτές από το κλάμα.

Έρωτα, χρόνια εθρήνησα παράπολλα με κλάμα
Το βάσανό μου το βαρύ, σε πονεμένο ύφος,
Κι ούτε που ελπίζω από τα σέ λιγότερο άγριες νύχτες,
Γι’ αυτό κι εγώ ελυγίστηκα και δέομαι στο χάρο
Να με αφαιρέσει από τα ’δώ, για νά ’μαι ευτυχισμένος
Εκεί, που εκείνη ευρίσκεται που υμνώ και κλαίω στις ρίμες.

Τόσο αν μπορούσαν να υψωθούν οι απαυδισμένες ρίμες,
Να βρούν αυτή, που στέκεται πέρ’ απ’ οργή και κλάμα,
Τον ουρανό το κάλλος της που κάνει ευτυχισμένο,
Καλά θα ξαναγνώριζε με ξαλλαγμένο ύφος,
Όπου ίσως θα της άρεσε πριν λίγο από το χάρο
Για κείνη μέρα ξάστερη, μαύρες για μένα νύχτες.

Ω σείις, που σ’ ευτυχέστερες βαρυβογκάτε νύχτες,
Όπου γρικάτε για Έρωτα κι ή γράφετε σε ρίμες,
Να μην τον βρίσκω πια κουφό ζητήσατε απ’ το χάρο,
Που ’ναι λιμάνι στους δαρμούς και τελειωμός στο κλάμα,
Ας ξαλλαχτεί για μια φορά το αρχαίο του εκείνο ύφος,
Που όποιο άνθρωπο λυπάει κι εμέ κάνει έτσι ευτυχισμένο.

Ευτυχισμένον δύνεται σε μιά ή σε λίγες νύχτες
Να κάμει εμέ· και με σκληρό ύφος και μαύρες ρίμες,
Να κόψει πια το κλάμα μου παρακαλώ το χάρο.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Ανθοδέσμη από τη Ρώμη και την Ιταλία, Μεταφράσεις», Εκδότης Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήνα [χχ], σελ. 27-29.  


***********************************


CCCXX. [MIA BENIGNA FORTUNA È ’L VIVER  LIETO]

Mia benigna fortuna e ’l viver lieto,
i
chiari giorni et le tranquille notti
e i soavi sospiri e ’l dolce stile
che solea resonare in versi e ’n rime,
5vòlti subitamente in doglia e ’n pianto,
odiar vita mi fanno, et bramar morte.

Crudel, acerba, inexorabil Morte,
cagion mi dài di mai non esser lieto,
ma di menar tutta mia vita in pianto,
10e i giorni oscuri et le dogliose notti.
I mei gravi sospir’ non vanno in rime,
e ’l mio duro martir vince ogni stile.

Ove è condutto il mio amoroso stile?
A parlar d’ira, a ragionar di morte.
15U’ sono i versi, u’ son giunte le rime,
che gentil cor udia pensoso et lieto;
ove ’l favoleggiar d’amor le notti?
Or non parl’io, né penso, altro che pianto.

Già mi fu col desir sí dolce il pianto,
20che condia di dolcezza ogni agro stile,
et vegghiar mi facea tutte le notti:
or m’è ’l pianger amaro piú che morte,
non sperando mai ’l guardo honesto et lieto,
alto sogetto a le mie basse rime.

25Chiaro segno Amor pose a le mie rime
dentro a’ belli occhi, et or l’à posto in pianto,
con dolor rimembrando il tempo lieto:
ond’io vo col penser cangiando stile,
et ripregando te, pallida Morte,
30che mi sottragghi a sí penose notti.

Fuggito è ’l sonno a le mie crude notti,
e ’l suono usato a le mie roche rime,
che non sanno trattar altro che morte,
cosí è ’l mio cantar converso in pianto.
35Non à ’l regno d’Amor sí vario stile,
ch’è tanto or tristo quanto mai fu lieto.

Nesun visse già mai piú di me lieto,
nesun vive piú tristo et giorni et notti;
et doppiando ’l dolor, doppia lo stile
40che trae del cor sí lagrimose rime.
Vissi di speme, or vivo pur di pianto,
né contra Morte spero altro che Morte.

Morte m’à morto, et sola pò far Morte
ch’i’ torni a riveder quel viso lieto
45che piacer mi facea i sospiri e ’l pianto,
l’aura dolce et la pioggia a le mie notti,
quando i penseri electi tessea in rime,
Amor alzando il mio debile stile.

Or avess’io un sí pietoso stile
50che Laura mia potesse tôrre a Morte,
come Euridice Orpheo sua senza rime,
ch’i’ vivrei anchor piú che mai lieto!
S’esser non pò, qualchuna d’este notti
chiuda omai queste due fonti di pianto.

55Amor, i’ ò molti et molt’anni pianto
mio grave danno in doloroso stile,
né da te spero mai men fere notti:
et però mi son mosso a pregar Morte
che mi tolla di qui, per farme lieto,
60ove è colei ch’i’ canto et piango in rime.

Se sí alto pôn gir mie stanche rime,
ch’agiungan lei ch’è fuor d’ira et di pianto,
et fa ’l ciel or di sue bellezze lieto,
ben riconoscerà ’l mutato stile,
65che già forse le piacque anzi che Morte
chiaro a lei giorno, a me fesse atre notti.

O voi che sospirate a miglior’ notti,
ch’ascoltate d’Amore o dite in rime,
pregate non mi sia piú sorda Morte,
70porto de le miserie et fin del pianto;
muti una volta quel suo antiquo stile,
ch’ogni uom attrista, et me pò far sí lieto.

Far mi pò lieto in una o ’n poche notti:
e ’n aspro stile e ’n angosciose rime
75prego che ’l pianto mio finisca Morte.

ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΝΑΕΙ ΤΗ ΖΗΣΗ




FRANCESCO PETRARCA


80. [ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΝΑΕΙ ΤΗ ΖΗΣΗ]

Όποιος επήρε απόφαση να τριγυρνάει τη ζήση
Πάνω σε πλάνα κύματα κι ανάμεσα σε ξέρες,
Από το χάρο χωρισμένος μ’ ένα μικρό ξύλο
Δεν μπορεί πέρα και πολύ να βρίσκεται απ’ το τέλος·
Γι’ αυτό θά ’ταν καλύτερα να γείρει σε λιμάνι
Όσο στο δοιάκι του υπακούν ακόμη τα πανιά του.

Η αύρα η τερπνή, που του πλοιαριού και δοιάκι και πανιά του
Μπιστεύτηκα, όταν έμπαινα στην ερωτιάρα ζήση,
Κι έλπιζα σε καλύτερο πως θ’ άραζα λιμάνι,
Αργότερα μ’ οδήγησε σε χίλιες μαύρες ξέρες
Που τις αιτίες τριγύρω μου για το θλιβό μου τέλος
Δεν είχα μόνο, μα κι εντός στο ίδιο μου το ξύλο.

Κλειστός πολύν καιρό σ’ αυτό το ολότυφλό μου ξύλο,
Πλανέθηκα χωρίς ματιά να ρίξω στα πανιά του
Που πριν απ’ την ημέρα μου με πήγαινε στο τέλος·
Έπειτα ευδόκησεν Αυτός που μ’ έφερε στη ζήση
Να κράξει με να γείρω τόσο οπίσω από τις ξέρες
Που από μακριά τουλάχιστο να βλέπω το λιμάνι.

Έτσι καθώς διακραίνει φως τη νύχτα σε λιμάνι
Απ’ την πλατιά τη θάλασσα φρεγάδα ή μικρό ξύλο,
Αν πάει και δεν του το στερούν ή τρικυμιά είτε ξέρες
Όμοια κι εγώ απ’ του πλοίου μου τα φουσκωτά πανιά του
Εδιάκρινα τ’ αχνάρια πια της αλληνής της ζήσης,
Και τότες ελαχτάρισα νά ’φτανα πια στο τέλος.

Όχι πως είμαι βέβαιος ακόμη για το τέλος·
Με την ημέρα αν πιθυμώ να πιάσω σε λιμάνι,
Μένει ταξίδι μακρινό για τόσο λίγη ζήση·
Και τρέμω, γιατί βρίσκομαι σ’ ευκολόσπαστο ξύλο,
Και θα ποθούσα πια να μη γεμίζουν τα πανιά του
Με τον αγέρα που σ’ αυτές με τράβηξε τις ξέρες.

Αν ίσως κι έβγω ζωντανός απ’ τις αβέβαιες ξέρες
Και φτάσει η εξορία μου σε κάποιο καλό τέλος,
Πόση που θά ’νοιωθα χαρά να γείρω τα πανιά του
Του πλοίου μου και τις άγκυρες να ρίξω σε λιμάνι!
Αλλιώς θα καίω αδιάκοπα σαν αναμμένο ξύλο,
Τόσο ν’ αλλάξω είναι τραχύ τη γνώριμή μου ζήση.

Δέσποτα εσύ στο τέλος μου, κι αφέντη μου στη ζήση
Πριν σπάσω εγώ το ξύλο μου κατάμεσα στις ξέρες,
Δώσε καλό λιμάνι εσύ στα ολόδαρτα πανιά του.


Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Ο Νουμάς», τόμος 21, αριθμ. 5-6 (784-785), Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1924, σελ. 339-340.


***********************************


LXXX. [CHI È FERMATO DI MENAR SUA VITA]

Chi è fermato di menar sua vita
su per l’onde fallaci et per gli scogli
scevro da morte con un picciol legno,
non pò molto lontan esser dal fine:
però sarrebbe da ritrarsi in porto
mentre al governo anchor crede la vela.

L’aura soave a cui governo et vela
commisi entrando a l’amorosa vita
et sperando venire a miglior porto,
poi mi condusse in piú di mille scogli;
et le cagion’ del mio doglioso fine
non pur d’intorno avea, ma dentro al legno.

Chiuso gran tempo in questo cieco legno
errai, senza levar occhio a la vela
ch’anzi al mio dí mi trasportava al fine;
poi piacque a lui che mi produsse in vita
chiamarme tanto indietro da li scogli
ch’almen da lunge m’apparisse il porto.

Come lume di notte in alcun porto
vide mai d’alto mar nave né legno
se non gliel tolse o tempestate o scogli,
cosí di su da la gomfiata vela
vid’io le ’nsegne di quell’altra vita,
et allor sospirai verso ’l mio fine.

Non perch’io sia securo anchor del fine:
ché volendo col giorno esser a porto
è gran vïaggio in cosí poca vita;
poi temo, ché mi veggio in fraile legno,
et piú che non vorrei piena la vela
del vento che mi pinse in questi scogli.

S’io esca vivo de’ dubbiosi scogli,
et arrive il mio exilio ad un bel fine,
ch’i’ sarei vago di voltar la vela,
et l’anchore gittar in qualche porto!
Se non ch’i’ ardo come acceso legno,
sí m’è duro a lassar l’usata vita.

Signor de la mia fine et de la vita,
prima ch’i’ fiacchi il legno tra gli scogli
drizza a buon porto l’affannata vela.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑΝΓΚΟΣΙΞΤΙΝΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ ΕΠΙ ΕΞΗ ΚΑΙ ΚΑΤΙ

            της Πολυξένης

Με μαύρα νύχια πλήττει το Αραράτ το περιστέρι
και η κιβωτός μια ζούγκλα ερώτων γίνεται αυτομάτως
στις φλόγες των βωμών οι ποιητές προσθέτουν φλόγες
και πυρετός στους αετούς την πρώτη λάβα δίνει
που λάθρα στων φυτών τις τύχες μαίνεται ώς τη ρίζα
ενώ στιγμή δεν έκοψε ο διθύραμβος να βρέχει

Τα περιστατικά του βίου εγγράφονται αυτομάτως
και βιαστικά χωνεύονται σε αστραπιαίες φλόγες
με τους κορμούς των μύθων που η θερμή αγκάλη δίνει
και σπέρνει το μεθύσι με την ιαμβική του ρίζα
στους αμπελώνες τούς θεσπέσιους όπου αιώνες βρέχει
για να έχει νόημα το τάνγκο με ένα περιστέρι

Ρολόγια καίγονται κάτω από σπηλαιώδεις φλόγες
κι η νηνεμία μιάν ατμόσφαιρα μαγείας δίνει
που φτάνει να υποσκάπτει τη συμπάθεια ώς τη ρίζα
ενόσω η μάνικα τις χλόες με διαμάντια βρέχει
που τά ’φερε νυχτιάτικα το αθώο περιστέρι
το ρήγμα του καλού να επιλαμβάνεται αυτομάτως

Στη δίνη που ηδύνει τον νου μόνο οδύνες δίνει
ο γρίφος της αρχής των πάντων με τη μαύρη ρίζα
που με αμαρτίες τους αγρούς του κάτω κόσμου βρέχει
και κομματιάζει το κυλινδρικό άσπρο περιστέρι
σαν νά ’ταν φάσγανο που σε καρατομεί αυτομάτως
απλώς και μόνον επειδή ποθείς να μπείς στις φλόγες

Και σύρριζα στην άβυσσο πετάει το δέντρο ρίζα
και σύρριζα στο σύννεφο το θαύμα αλλέγρο βρέχει
και σφάζει αηδόνια για να τηλωθεί το περιστέρι
που χαύονται εξ εφόδου από τις βάτους και αυτομάτως
καθώς τυλίγονται στων ευαισθησιών τις φλόγες
που η πρόνοια της θεογονίας στους ανθρώπους δίνει

Στα κλειδοκύμβαλα λεπτό δεν έπαψε να βρέχει
και μες στους κεραυνούς βαφτίζεται το περιστέρι
που αλλάζουν σε χοάνες της χαράς και αυτομάτως
χαρίζονται ολοκαύτωμα σε υγρές και άλλες φλόγες
που με δαψίλεια το βασίλειο των ορμών μάς δίνει
να τις γιορτάζουμε σε φρέατα με γκρίζα ρίζα

Γυρνά το περιστέρι στην κορυφή αυτομάτως
γιατί έχει μυρίσει φλόγες και μετά τη μοίρα δίνει
που μέλλει νά ’βρει ρίζα εκεί που μόνο μέλι βρέχει.