Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (ΑΝΔΡΕΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (ΑΝΔΡΕΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΙ ΑΛΛΗ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ: ΑΜΑΛΙΑ


ΥΑΚΙΝΘΟΣ (= ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ) ΠΡΟΣ ΣΕ

Ακροστιχίδα μη ζητείς
Γιατί ο φτωχός ζηλεύω
Να ιδεί άλλο μάτι τ΄όνομα
Που μυστικά λατρεύω.

Μήπως τα θεία τα γράμματα,
Οπού το σχηματίζουν,
Είν’ αρκετά για να πλεχθούν
Μ’ εκείνα που σου αξίζουν;

Άνθους πως μοιάζεις, να σου πω;
Πλήν άνθος είσαι μόνη.
Να γράψω για τα στήθη σου;
Σου τα φθονεί το χιόνι.

Λαμπρό να ειπώ το μέτωπο,
Ενώ είσαι σύ φεγγάρι;
Να ειπώ το δάκρυ σου δροσιά,
Που ’ναι μαργαριτάρι;

Ίχνος δε βλέπω ανθρώπινο,
Σ’ εσέ βασίλισσά μου
Πόχεις εμέ για σκλάβο σου
Και θρόνο την καρδιά μου.

Αλλά τί βλέπω;... Όσο κλειστά
Κι αν έμειναν τα χείλη,
Μου επρόδωσε το μυστικό
Το αστόχαστο κονδύλι!



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ζακύνθιος Ανθών», Τόμ. 1, Αρ. 4 (1874), σελ. 114.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΧΑΜΟΓΕΓΟ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1849-1922)


ΕΙΔΕΤΕ


Είδετε ποτέ τον ήλιο, όταν την αυγή προβαίνη
από πάνου από τη ράχη τού βουνού τη χιονισμένη;

Είδετε ποτέ τον ήλιο εις τη δύση όταν σιμώνη,
που τα σύγνεφα ροδίζει και τα ρέματα χρυσώνει;

Είδετε ποτέ το ρόδο πάνου εις κρίνο να πλαγιάζη,
του Μαγιού την πρώτη αυγούλα μυστικά ν’ αναγαλλιάζη;

Είδετε ποτέ σας άστρο σ’ ελαφρό νέφος κρυμμένο,
το φεγγάρι σαν ξυπνάη ντροπαλό κι ερωτεμένο; -

Ω, ψυχή μου, όποιος δεν είδε την αυγή, τ’ άστρα, τη δύση,
στο γλυκό χαμόγελό σου όλ’ αυτά θε ν’ απαντήση.



Η φίλη μας η κ. Brooke Burke μας ζήτησε να της θυμήσουμε το αναρτημένο ποίημα - πράγμα που επράξαμε ασμένως.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΑΫΠΝΟΣ



ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ


ΑΫΠΝΙΑ


Η φύσις σ’ αστροσκέπαστη κι ανθοστρωμένη κλίνη
Γλυκά σαν κόρη αμέριμνη στον ύπνον ησυχάζει·
Η νύχτα την ανάπαψη σε κάθε πλάσμα δίνει,
Μα τα δικά μου βλέφαρα ο ύπνος δεν πλησιάζει.

Τώρα κι εσύ στο ευωδιακό σεντόνι τυλιγμένη,
Σαν το νεράκι του γιαλού ατάραχα κοιμάσαι·
Το βλέφαρό σου ασάλευτο τον ύπνο μου χορταίνει,
Κι εμέ, που τον στερεύομαι, σκληρή, δεν συλλογάσαι.

Κοίμου, κι ας μένουν άγρυπνα τα μάτια τα δικά μου,
Μ’ αποκοιμήσου μια στιγμή και μέσα στην καρδιά μου.