Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα GRACQ (JULIEN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα GRACQ (JULIEN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΡΟΣ

 


JULIEN GRACQ

 

ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΡΟΣ

 

Τούτο το κάλλος το αγγελικό που υιοθετούμε ασχέτως του τί είμαστε ο καθένας πέρα ​​από τις κονισαλέες σελίδες βιβλίων, που ουδέποτε άλλοτε τα ξεφυλλίσαμε, ειμή μόνον ευρισκόμενοι σε κατάσταση πυρετού, αναφορικώς με μερικούς από τους ήσσονες τρομοκράτες: με τον Σαιν Ζυστ, τον Ζακ Ρου, τον Ροβεσπιέρο τον Νεώτερο, τούτο ακριβώς το κάλλος είναι ό,τι χάριν ημών τους συντηρεί ανά τους αιώνες, βάζοντάς τους μάλιστα να κολυμβούν γύρω από μια γιρλάντα με χαριτωμένα κεφάλια, κομμένα σαν άλλο αιγυπτιακό βάλσαμο, και φυλάσσει για λογαριασμό του καθενός τους το παρωνύμιο του Αδιάφθορου αυτοί οι λευκοί λαιμοί του Βαπτιστού Ιωάννου σκισμένοι από το λεπίδι της γκιλοτίνας, αυτοί οι οδοντωτοί ζωμοί, αυτά τα λευκά χειρόκτια και αυτές οι κίτρινες βράκες, αυτές οι ανθοδέσμες οι πλεγμένες με στάχυα, αυτά τα άσματα, αυτό το γεύμα στον ήλιο που προηγείται των μεγάλων επαναστατικών δείπνων, αυτές οι ξανθές ανταύγειες  των σιτηρών που ωριμάζουν, αυτά τα εύκαμπτα τόξα από στόματα χαντακωμένα σ’ ένα όνειρο θανάτου, αυτά τα γουργουρίσματα του Ζαν-Ζακ κάτω απ’ τα σκοτεινά πρασινίσματα των πρώτων καστανόδεντρων του Μάη, πράσινων βέβαια όπως πάντα και με συνοδεία το όμορφο κόκκινο αίμα των μπαλτάδων, αυτά τα νεκρώσιμα μαδριγάλια των υπνοβατικών Μπρυμέλ σαν ματσάκια από μυρτόκλωνα στα χέρια, αυτά τα άνθη σε καθίζηση, σαν αριστοκρατικές παρθένες στο καλάθι τους με τα πίτουρα λες και (ξέροντας τον τρόπο να κουβαληθούν μια μέρα μόνες τους στην αιχμή μιας λόγχης) όλο το συναρπαστικό κάλλος της νύχτας του άντρα θα έπρεπε να είχε συρρεύσει στη μαγνητική όψη αυτών των κεφαλιών της Μέδουσας αυτή η υπεράνθρωπη αγνότητα, αυτή η ασκητικότητα, αυτή η άγρια ​​ομορφιά ενός κομμένου λουλουδιού που κάνει τα πρόσωπα όλων των γυναικών να ωχριούν είναι η γλώσσα της φωτιάς που κατεβαίνει κατ’ εμέ εδώ κι εκεί ανάμεσα στις διάφορες γοργές σιλουέτες όπως ακριβώς και οι αστραπές των μεγάλων δρόμων που παρομοίως κινούνται στην οθόνη μιας λεωφόρου με φλεγόμενα δέντρα στην ύπαιθρο μια νύχτα του Ιουνίου, και, καθώς κατεβαίνει, μου δείχνει εμφατικά και με μια κάποια πανικόβλητη έκσταση τα αλησμόνητα πρόσωπα όσων γεννήθηκαν καρατομημένοι.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 29 Ιουλίου 2024

ΧΑΝΣΕΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

 


JULIEN GRACQ

 

ΧΑΝΣΕΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

 

Αφύπνιση νεαράς καλλονής ξαπλωμένης στη χλόη κοντά σε μια πόλη, μπροστά απ’ το λαμπύρισμα του νερού και τη δεκάωρη οκνηρία και κάτω από φως γαλαζωπό. Τα κωδωνοστάσια και οι πύργοι της εν λόγω πανάρχαιας πόλης, τα ψηλά στενά δρομάκια της για τον βρυχηθμό του πλήθους και τη σχετική οχλαγωγία (ενός πλήθους που πεινάει για έδρες και εν γένει καθίσματα), τα επιβλητικά δέντρα του εμπορικού κέντρου – όλα τούτα υπάρχουν, προκειμένου να σκϊάζουν τα πολύ πλούσια κοσμήματα, να σβήνουν τα υπερήφανα βελούδα και να κλείνουν τη στρογγυλή σαν τον ήλιο πλεξούδα στα μαλλιά νεαρών γυναικών κατά τις ημέρες του θριάμβου και των απαραγράπτων παρελάσεων, ιδίως δε στις τριγωνικές πλατείες κάτω από τον στυγνό ήλιο με συνοδεία τους μια δυνατή αποφορά απορριμμάτων και αποβλήτων. Ο αέρας κυλάει και ξεπλένει τις γέφυρες σαν άλλο γαλάζιο ποτάμι όλο σπείρες μουσικές. Η δε μικρή αρχοντική πόλη παίρνει μιαν ονειρική κλίση στον ορίζοντα πέρα ​​από κάποιο γιορτινό λιβάδι που κόβεται από ένα ποτάμι, πλην όμως εκεί όλο το ζεστό φως είναι για να βαθαίνει στον θημωνιασμένο σανό το άρωμα μιας ασφυκτικής κόμης και για να ρελιάζει ένα πόδι και ένα γυμνό χέρι, τα δάχτυλα των οποίων κρούουν επιμόνως τις περίπλοκες χορδές του αέρα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Κυριακή 28 Ιουλίου 2024

ΕΠΙΠΛΩΜΕΝΟ ΣΑΛΟΝΙ

 


JULIEN GRACQ

 

ΕΠΙΠΛΩΜΕΝΟ ΣΑΛΟΝΙ

 

Στην κατασκότεινη μέρα τούτης εδώ της ιδιαίτερα απαίσιας απόχρωσης που άφησαν τα κλειστά παντζούρια να περάσει και να διυλιστεί σ’ ένα διάπυρο αυγουστιάτικο απόγευμα για να μπει τελικά σ’ έναν θάλαμο νεκροτομείου στους τοίχους τους  βαμμένους με αυτό το ημιδιαφανές αστάρι, το ιξώδες στο μάτι και το τόσο σκληρό στην αφή όσο και το γυαλί, που σκεπάζει σαν ταπετσαρία τα γεμάτα σταλακτίτες σπήλαια, ακούς να σείεται μια ελαφριά εσάρπα από αθόρυβο νερό, όπως και στις πλάκες των βεσπασιανών λουτρών: τρεμηρή, αστραφτερή και τρισάπαλη σαν το μετάξι.

Τα αυλάκια, καθώς συμβάλλονται σ’ ένα ημίφως στην αριστερή γωνία του δωματίου, τροφοδοτούν, πριν φύγουν, μια μικροσκοπική βραγιά με κάρδαμα. Στη δεξιά πλευρά, μέσα σ’ έναν μεγάλο κλωβό Φαραντέι, όπου δοκιμάζονται κεραυνοπληξίες, βλέπεις τη ματωμένη και απρόσεκτα ριγμένη στο μπράτσο μιας κουνιστής καρέκλας τόγα του Καίσαρα λες κι είχε μόλις επιστρέψει από τον πρωινό του περίπατο, τόγα αναγνωρίσιμη ασφαλώς από την ετικέτα του μουσείου και τη sui generis όψη των ιδιαίτερα αυθεντικών σκισιμάτων της. Είναι κι ένα ελβετικό ρολόι ρουστίκ, δίχρωμο, με ορτύκι και κούκο, να χτυπάνε τα ημίωρα και τα τέταρτα της ώρας για τη σιωπή του ενυδρείου.

Στο τζάκι θύματα ούτε κι εγώ ξέρω τίνος ειδικά προσχεδιασμένου σκοπού, να έχουν μπει για να τονίζονται στη μέση μιας πληθώρας πολύ πιο πολυτελών μπιμπελό και λοιπών ποικιλμάτων χίλια τζάντζαλα και μάντζαλα ανακατεμένα με παλιοφυλλάδες και η φωτογραφία από την πρώτη κοινωνία του Προέδρου Σαντί-Καρνό γερό χαρτόνι, κομμένες γωνίες, χοντρή και χρυσωμένη άκρη, σοβαρή υπόθεση για όλες τις ρωμαιοκαθολικές οικογένειες, με την υπογραφή του φωτογράφου. Μες στο σκοτάδι, στο πίσω μέρος του σαλονιού, ένα βαγόνι εμπορευμάτων με το σχετικό προσωπικό του και με τις ράγιες του γκαράζ του ελαφρώς πασπαλισμένες με μαργαρίτες και χαμομηλάκια και σκιάδια, αφήνει να διαφανούν κι έπειτα και να ξεχυθούν μέσ’ απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα του τόσο η λάμψη ενός σερβίτσιου από πορσελάνη Σεβρών όσο και η όμορφη διάταξη των μικρών ποτηριών για το λικέρ.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

 


JULIEN GRACQ

 

ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

 

Σ’ ένα μεγάλο ανάκτορο με διαδρόμους νεφελώδεις από μπροστά οι προοπτικές του ήλιου και των ομιχλών, σήμερα μάλιστα το εωθινό τραγούδι του ήλιου στις όχθες της καταχνιάς που σκίζονται πάνω στ’ ακρωτήρια με τους φάρους, ένας αέναος Νοέμβρης με νεροποντές που τραγουδούν, με χαμένα πουλιά που με μια και μόνο κραυγή τους μπορούν κι αποδιώχνουν τη θάλασσα, από πίσω χλόες σπιτικές με κοτέτσι και οπτική πρόσβαση στο γκαζόμετρο εκεί ακριβώς αποσύρθηκα κι εγώ, επί εβδομάδες και  βδομάδες, για να εξασφαλίσω δωρεάν διακοπές, πάρτι απολαυστικά, μάχες με έναν εναντίον ενός που πολλαπλασιαζόταν όμως κάθε φορά σαν παιχνίδι κατόπτρων, σαν προοπτικές που σου ξεγελάνε το μάτι. Τούτη την ιδιαίτερη μέρα οι μαίανδροι των γείσων φιλοξενούσαν όσα μνημεία είχαν χτυπηθεί απ’ τις παλίρροιες. Τα μόνα εναπομείναντα έπιπλα ήσαν εξάντες, σφαίρες με μεσημβρινούς, κάτι στρεβλωμένοι αστρολάβοι και γενικώς ό,τι μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση ο οιοσδήποτε σκεπτόμενος εγκέφαλος σχετικά με τη συντριπτική πρόβλεψη μιας σειράς ημερών που έρχονται να συμφωνήσουν με τον δείκτη του ημερολογίου. Τις ημέρες με πολύ άψητη ηλιοφάνεια μια ταπετσαρία από ομίχλες απλωνόταν στα δοκάρια, από δε το αρχιτεκτονικό βαρίδι των καλουπιών κρεμόταν για στέγνωμα η όμορφη μπουγάδα των μακρινών τρικάταρτων καραβιών, μια πολυτέλεια από βατίστες βαριές σαν μπροκάρ, από σκίαστρα άυλα και εξόχως φαντασματικά, όντας άνευ ετέρου πολυτέλεια φλομωμένη, κοιλαρού, τεράστια σαν το βερνικωμένο ερμάρι με τα κατσαρολικά, απ’ όπου ξεπηδούν τα μακριά κι ανοικονόμητα σάβανα του καλού καιρού, το δε ανάκτορο έπλεε σ’ ένα διάκενο υφιστάμενο μεταξύ ποικίλων πλανητών, σ’ έναν αιθέρα γονιμοποιημένο που είχε τα στήθη του διάπλατα ανοιχτά, και διέθετε σωρούς ιστών, αλλά κι ένα μέλστρομ που δέρνει αλύπητα οτιδήποτε ασπρίζει, πρωτίστως όμως τη γιγαντιαία αναιδημοσύνη σου να παρατάς οπουδήποτε, εική και ως έτυχε, τους πέπλους του νυμφώνος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΗ

 


JULIEN GRACQ

 

ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΗ

 

Είναι μια νεαρή γυναίκα και κάτω από τα βήματα της αναδύονται εν αφθονία εικόνες και εικόνες. Πότε-πότε, σε κανά απριλιάτικο μονοπάτι, σηκώνει απαλά-τρισάπαλα το χέρι της σαν φτερό και ηρεμεί μέσα σε κλίμα θλίψεως τις αγωνίες του τοπίου ή, για να το πούμε αλλιώς, η μυστηριώδης μονογραφή της περπατησιάς της ανάμεσα στα περιθώρια της πίσσας συναμιλλάται με το πιό ωραίο όργανο του λογοτέχνη. Προσωπικώς τέρπομαι ν’ ακολουθώ στους μαιάνδρους του όποιου πολύχρωμου δρόμου το νήμα αυτής της μελωδίας του αιφνίδιου θανάτου που η εμφάνισή της αντηχεί απ’ τη μια ώς την άλλη άκρη του ορίζοντα των προσόψεων. Τί δρόμος ηχηρός από διαγούμισμα θεάτρου, από σπασμένες βιτρίνες, από εφημεριδοπώλες που λένε με ουρλιαχτά την πιο όμορφη δολοφονία του αιώνα, εκείνες τις χάντρες τις βαμμένες με αίμα, τί όμορφο αίμα αφρισμένο και που τραγουδάει σαν τρίλιες, σαν αρπισμός — μα εκείνη η απαλή κάμψη του σαξόφωνου δεν θά ’ναι άραγε ποτέ για μένα το βλέμμα που ρίχνει εκείνη απ’ τη γωνία του ακριβούς και γαλήνιου ματιού της, δεν θά ’ναι δηλαδή το μαγνητικό ρυάκι του βλέμματός της που κυλάει ξέχειλο ανάμεσα στα σπίτια όπως άλλωστε και κάποιου παγετώνα το όξινο σάλιο;

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Ο ΨΥΧΡΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 



JULIEN GRACQ

 

Ο ΨΥΧΡΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Την περίμενα το βράδυ στο κυνηγετικό καταφύγιο, κοντά στο Νεκρό Ποτάμι. Στον απόκοτο άνεμο της νύχτας σείονταν τα έλατα με το φρικίασμα των σαβάνων, αλλά και με της πυρκαγιάς το τριζοβόλισμα. Η μαύρη νύχτα ήταν στρωμένη με πάχνη, σαν λευκό σατέν κάτω από βραδινό ένδυμα, — έξω, χέρια συστραμμένα έτρεχαν από παντού επάνω στο χιόνι. Οι τοίχοι ήσαν μεγάλα σκούρα παραπετάσματα, στις δε χιονισμένες στέπες αναδύονταν λευκά σεντόνια, μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι, σάμπως φωτιές, κι έβγαιναν μέσα από παγωμένα τενάγη: υψωνόταν το μυστικό φως των κεριών. Ήμουν ο βασιλιάς ενός λαού γαλάζιων δασών έτσι ακριβώς όπως στέκεται κι ένα καραβάνι προσκυνητών με τα λάβαρά του ακίνητο στις όχθες κάποιας παγωμένης λίμνης. Στην οροφή της σπηλιάς εσάλευε πότε-πότε ο κυκλώνας των μαύρων σκέψεων, ακίνητος σαν μαρμαρυγή λαμέ υφάσματος. Με ένδυμα εσπερινό, ακουμπισμένος στο τζάκι και κρατώντας περίστροφο με μια χειρονομία εξόχως θεατρική, συλλογιζόμουν νωθρά το πράσινο και κοιμισμένο νερό ετούτων των παμπάλαιων καθρεφτών· μια πιο δυνατή ριπή το εθόλωνε καμιά φορά μ’ ένα είδος λεπτού ιδρώτα σαν αυτόν των σταμνιών, αλλά εγώ αναδυόμουν ξανά στην επιφάνεια, φασματικός και σταθερός, σαν άλλος νυμφίος στην πλάκα του φωτογράφου που εκλύεται από τους στροβιλισμούς των πράσινων φυτών. Αχ! οι άδειες ώρες της νύχτας, όμοιες μ’ εκείνον που ταξιδεύει καβάλα στα ελαφριά και πνευματικά κόκαλα κάποιου γρήγορου όντος αλλά εντελώς ξαφνικά κι αναπάντεχα εκείνη ήταν εκεί, καθισμένη όρθια και ντυμένη τα μακριά λευκά της υφάσματα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.