Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΙ ΑΛΛΗ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ: ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΟΥΣΟΥ


Α. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ

Αηδόνος ομοιάζει η φωνή σου η ηδεία...
Ίσως είσαι νεωτέρα εν τω κόσμω μας Σειρήν,
Και μαγεύεις τους ανθρώπους, ω νεάνις θεσπεσία,
Αφελώς αποσοβούσα την ανίαν των την πριν.
Της φωνής σου της ευστρόφου αισθανόμεθα τον ήχον
Εις τα βάθη της καρδίας ως γλυκύτατον παλμόν,
Ρείθρα νέκταρος εκχέεις άδουσα τον κάθε στίχον,
Ιοβλέφαρος παρθένε, επί των ψυχών ημών.
Ναι, μοι φαίνεσαι θεότης εις τον κόσμον ενοικούσα
Ή ιοστεφής κι’ ωραία Ελικωνιάς τις Μούσα!

Και τα πλήκτρα του κυμβάλου, ω νεάνις, ότε πλήσση
Αφελώς η τρυφερά σου, η κρινόλευκός σου χειρ,
Ρέει τότε αρμονία ήντινα θα λησμονήση
Ο μη φέρων εν καρδία της νεότητος το πυρ.
Ύστερον, τα πάντα στέφει καλλονή επουρανία,
Σωφροσύνη και αγνότης και καρδία αγαθή,
Οφθαλμοί ακτινοβόλοι, χρυσή κόμη εξαισία...
Υλιστής εκείνος, όστις υπό ταύτης δεν θελχθή!


Τη 2 Αυγούστου 1871



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ιλισσός», Τόμ. 4, Αρ. 5 (1871), σελ. 117-118.

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΙ ΑΛΛΗ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ: ΑΜΑΛΙΑ


ΥΑΚΙΝΘΟΣ (= ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ) ΠΡΟΣ ΣΕ

Ακροστιχίδα μη ζητείς
Γιατί ο φτωχός ζηλεύω
Να ιδεί άλλο μάτι τ΄όνομα
Που μυστικά λατρεύω.

Μήπως τα θεία τα γράμματα,
Οπού το σχηματίζουν,
Είν’ αρκετά για να πλεχθούν
Μ’ εκείνα που σου αξίζουν;

Άνθους πως μοιάζεις, να σου πω;
Πλήν άνθος είσαι μόνη.
Να γράψω για τα στήθη σου;
Σου τα φθονεί το χιόνι.

Λαμπρό να ειπώ το μέτωπο,
Ενώ είσαι σύ φεγγάρι;
Να ειπώ το δάκρυ σου δροσιά,
Που ’ναι μαργαριτάρι;

Ίχνος δε βλέπω ανθρώπινο,
Σ’ εσέ βασίλισσά μου
Πόχεις εμέ για σκλάβο σου
Και θρόνο την καρδιά μου.

Αλλά τί βλέπω;... Όσο κλειστά
Κι αν έμειναν τα χείλη,
Μου επρόδωσε το μυστικό
Το αστόχαστο κονδύλι!



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ζακύνθιος Ανθών», Τόμ. 1, Αρ. 4 (1874), σελ. 114.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ: ΜΑΡΙΑΝΘΗ


ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΨΟΚΕΦΑΛΟΣ


ΠΡΟΣ ΣΕ


Μαγευμένος κάθε αυγούλα
Μένει ο ήλιος σαν σε ιδεί,
Μήν είσ’ άγγελος, ξανθούλα,
Κι ήλθες άγνωστος στη γη;

Από ζήλια το φεγγάρι
Κι από αγάπη φλογερή
Χλωμοτρέμει για να πάρει
Μια ματιά σου σπλαχνική.

Ρόδα, κρίνα, όπου πατήσεις,
Ξεφυτρώνουν δροσερά,
Και τ’ αηδόνι, άμα λαλήσεις,
Ευθύς παύει τη λαλιά.

Ίδιος άγγελος στα βάθη
Της καρδιάς σου κατοικεί
Και χαμογελά, τα πάθη
Των ανθρώπων ως θωρεί.

Άνοιξις δροσάτη ωραία
Σε αναδέχτηκε μικρό
Κι έπλεξε με άνθη νέα
Το όνομά σου το θεϊκό.

Ναι, δεν είμαι απατημένος,
Είν’ Θεός η φαντασιά,
Και γι’ αυτό είμ’ ερωτευμένος
Εμπροστά στην ευμορφιά.

Θα πεις ίσως – παραμύθια
Πάντα γράφει ο Ποιητής·
Όχι, όχι, την αλήθεια
Υμνεί πάντα δυστυχής.

Ήσυχος τον έρωτά του
Στην καρδιά του κλει βαθιά,
Δέξου τα σεβάσματά του,
Σεμνή κόρη, αγγελικιά.



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ζακύνθιος Ανθών», Τόμ. 1, Αρ. 2 (1874), σελ. 56.