Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ (ΚΩΣΤΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ (ΚΩΣΤΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

ΠΟΙΗΜΑ

 


ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ

 

ΠΟΙΗΜΑ

 

Τεράστιος γαύρος έφαγε ταύρο, αφού ήπιε μπίρα...

Οι σχολιαστές λέγουν ότι το άνοιγμα του στομάχου του, 

μετά την κατανάλωση της άφθονης (ή της άφρονος, pilsen) 

τον οδήγησε σε "μπαχτινικό" πάρτι...

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ


 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ

 

ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

 

Άγγελος, πεφτάγγελος

Τον είχαν κλείσει από μικρό, φύλαγε τα φεγγάρια

Τον έστειλαν στον χάροντα, να μάθει, να μερέψει

Τη στάχτη δεν την μπόραε, το χώμα το πετούσε

“Τι να φυλάω έναν νιο, που αύριο πεθαίνει

Τι να φυλάω μίαν νια, ο χάροντας την παίρνει.

Kάλλιο φεγγάρια να φυλώ που όλο νέα βγαίνουν” .

“Σαν δεν φυλάξεις άνθρωπο απ’ τα στενά δεν βγαίνεις,

σαν δεν κονέψεις σ’ άνθρωπο σε τρώει η μαύρη μοίρα”

του έκρενε ο χάροντας· κλείδωνε τα φτερά του

Εξεκαμώθη’ ο άγγελος κι έψαξε ανθρωπάκι.

Βρήκε μια φεγγαροκάμωτη, φεγγαροκαμωμένη

Την έκαμε— λέγουν, ο Θιος— νά ’χει το δέρμα του χιονιού,  νά’ναι  γαλανομάτα

Μακριά να τά ’χει τα μαλλιά, τη μέρα να κοιμάται

Να μην την βλέπει ο ήλιοντας, να θέ’ να την μαυρίσει

Με το φεγγάρι να γυρνά, με ήλιο να γρεκιάζει

Φεγγάρι να της σμίγει της, με αυτό παιδιά να κάμει

που να αγαπάν τη χειμωνιά,

το κρύο,  τ’  αστροπελέκι

να τα ζεσταίνει η δροσιά, στον ήλιο να παγώνουν

 

Το έταξε στον χάροντα, κι αυτός εχαμογέλα

Του ξεκλειδώνουν  τα φτερά, να πάει να την φυλάξει…

 

 

Εθύμωσε ο ήλιοντας κι έκαμε μαύρο κάμα

Δεν έκαμε τη γύρα του, μόν’ γύρναγε σιμά της

Τό ’κρυψε το φεγγάρι της, κοντά τής ομιλούσε

“Αν σε μαυρίσω λυγερή μιλιούνια θα σωθούνε

Αν σ’ ακουμπήσω λυγερή σπαρτά ξανά θα βγούνε

Θα πέσουνε ξανά νερά άνθρωποι θα λουστούνε

Θα λούσουν το κορμάκι τους, θα σιάξουν τη λαλιά τους

Θα βγούνε λόγια καθαρά, θα βγει και νιο φεγγάρι

Θα βγει και η μανούλα σου, θα βγει κι ο αδερφός σου

να σμίξει με τους φίλους του που ’ναι πεισματωμένοι,

σταφύλια να πατήσουνε γλυκό κρασί να πιούνε”.

 

 

Κι ετοιμάστη’ η λυγερή με το λευκό μαστάρι

Κι εκρούοταν ο άγγελος και το λειψό φεγγάρι

Εβγήκε έξω η του χιονιού, τα γαλανά της μάτια

Εμαύρισεν την ο τρανός, την κάμνει μαύρη στάχτη

Εκράτησε τα μάτια της, φυσάει στο γαλανό τους

Τά ’καμε άσπρη  θάλασσα και γαλανή στο χρώμα

Τά ’φτιαξε κούπα δροσερή εκεί για να βουτάει

Τη στράτα παίρνει ο άγγελος απά’ στα όμματά τζη

Να την φυλάει το βραδί σα σμίγ’ με το φεγγάρι.

 

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

ΠΙΤΣΙΡΙΚΙΑ ΑΠΟ ΧΩΜΑ



ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ


ΠΙΤΣΙΡΙΚΙΑ ΑΠΟ ΧΩΜΑ

Πιτσιρίκια γεμάτα χώμα
Άφηναν απ’ τα χέρια, το γιόμα,
τα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα
βιβλία του σχολείου.
Παίρνανε την μπάλα,
τη σφαίρα της γης,
στα πόδια.

Η φανέλα η μπαμπακερή, η άσπρη,
είχε σήμα το τρίγωνο
κι έναν κεραυνό,
που στα σκέλια
του τριγώνου έπεφτε
Όλα τα σχέδια… με μολύβια χαραγμένα.

Όμως φωνές η μάνα το βράδυ,
για το λερωμένο ρούχο,
για το χαμένο το μολύβι
στη σφαίρα, και στη στολή…
Μα «Κεραυνός» λεγόταν η ομάδα

Το βράδυ έπεφτε
λίγο νερό στα χέρια,
λιγότερο στο πρόσωπο,
καθόλου
—υπερθετικός βαθμός του λήγω—
στα πόδια.
Κέρδιζαν σήμερα την πάνω γειτονιά.
Οι «Άγγελοι», έτσι λέγονταν οι αντίπαλοι,
δεν τα κατάφεραν
να τους βάλουν τη μούρη
στο χώμα.
Κρατούν το λίγο χώμα οι κεραυνοί
για γούρι.
Αλλά δεν ξέρουν ότι αυτό
δε θα κρατήσει.
Θα έρθει το πλαστικό
και η πρόοδος,
που νομίζει ότι θα καλύπτει
το χώμα και τη βρόμα.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

ΦΩΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ



ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ


ΦΩΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ

Φθίνει το φως
Ελαφρύ αεράκι
ξεκρεμάει
τα ντύματα
των δέντρων
Μονοχρωμία

Φανερώθηκαν οι φωλιές
των πρώην
ερωτευμένων
πουλιών
Ο μικρός γκιώνης Μεγάλωσε,
άλωσε
βιαστικά
τη νιότη του νωρίς
Χωρίς χάδια και γλυκόλογα
πέταξε
Έτσι πετάνε οι μετανάστες
και οι πρόσφυγες
του καλού καιρού
(τα μεταναστευτικά
που προσφυγικά δεν τα λέμε)

Τα παραθυρόφυλλα
σκεβρώνουν
Ολάνοιχτα τώρα
στο ερειπωμένο
χωριό
πέφτουν
τα σπίτια φαγώνονται,
σαν τα κοχύλια της αποκριάς
δυο σκελετοί  μείνανε
καθισμένοι
να εγείρουν πρόποση
στο καφενείο


Ένας μικρούλης κότσυφας
τρυπώνει
στον ξεραμένο
νεροχύτη
της κουζίνας
(Σβήνει το φως,
«ανάβει»
η νύχτα)
Η βρύση, από πάνω, θυμάται
πως κάποτε έτρεχε
κι ετοιμάζει
—όλο το βράδυ—
τρεις στάλες
για να τρέξουν
το πρωί που έχει τάξει
θα στάξει
να του τις ρίξει
Μια να νιφτεί
και δυο να πιει,
πριν τρέξει
για τα κάτω.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

ΑΗΔΟΝΙΑ ΚΙ ΑΕΤΟΙ



ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΣ


ΑΗΔΟΝΙΑ ΚΙ ΑΕΤΟΙ

Αυγή που ο ήλιος μάλωνε,
μάλωνε με τ’ αστέρια
Αν δεν εβγώ τους έλεγε
θα μπερδευτούν τα ταίρια
Θα ροβολήσουν αετοί
θα σμίξουν με τ' αηδόνια
θα βγουν καλλίφωνοι αετοί
και του χιονιού αηδόνια.
Κι εμφανίσθηκε ο φανός
του σκοταδιού ο διώχτης
Μα μείναν στα χάμω οι αετοί
και στα ψηλά τα αηδόνια.
Πετροβολήσαν τα παιδιά
τ' άμαθα να κλωνιάζουν.
Επάγωσαν οι άνεμοι
τ’ άμαθα να μαργώνουν.