Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

ΛΙΩΝΕΙ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ Η ΨΥΧΗ






ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΛΙΩΝΕΙ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ Η ΨΥΧΗ]

Λιώνει των κρίνων η ψυχή
σε κάποιους ύμνους μυστικούς προς τη Σελήνη.
Τ’ άνθια τα ετοιμοθάνατα
μυστήριο τα μετάλαβε η Σελήνη.

Κ’ εσύ μυστικοπάθητη που ανάτειλες
σε παραμύθια παλαιών καιρών,
να ξεδιαλύσεις θέλεις, μέσα σε όνειρο,
τί λεν στ’ ανθολαλήματα οι θρήνοι των νεφών.



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 83.


Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΘΡΥΛΙΝΟΣ ΤΕΝΤΩΝΕΤΑΙ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΘΡΥΛΙΝΟΣ ΤΕΝΤΩΝΕΤΑΙ]

Ένας ήλιος θρύλινος τεντώνεται
στον σμαραγδόκοσμό σου·
στο εμβληματικό μου περιλάμπισμα
απ’ την ανιακή μαγεία σώσου!

Το παραμύθι μοιροκλώστηκε
τ’ οφθαλμικό φαρμάκι σου να πίνει
η ανάλγητη ψυχή μου, η ράθυμη,
το λέει ο Ήλιος ο παππούς με τη γιαγιά Σελήνη.

Το θρυλικό μαράσγιασμα
με τρώει από πανάρχαια χρόνια,
είμαι ο διαβάτης που περνώ τη θλίψη μας
στους ίσκιους της ζωής, αιώνια.



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 63.


Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ΠΑΛΙ ΒΡΕΧΕΙ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΠΑΛΙ ΒΡΕΧΕΙ]

Πάλι βρέχει!
Στα παράμερα τριόδια
οι ψαλμοί θρηνούν που εδιάβαζες στον όρθρο.
Μυροβόλησε η ψυχούλα σου η ευώδια
το κορμί σου, σε μια δέησην ολόρθο.
Πάλι βρέχει!
Στου κελιού τ’ άραχνα τζάμια
κλαίνε μυστηριακές αγιογραφίες,
που ήλιοι με το αίμα τους ζουγράφιζαν
στις απόκοσμές σου ψαλμουδίες.
Πάλι βρέχει!
Τι σε θέλουν οι καημοί που λεν  θ υ μ ή σ ο υ ;
Οι ψαλμοί τους βρόχινοι
μούσκεψαν την άσπιλη ψυχή σου
και στα δάκρυα δεν αντέχει.
Πάλι βρέχει!



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 73.


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΚΡΑΤΙΕΜΑΙ ΑΠΟ ΓΕΝΙΑ ΔΡΑΚΟΝΤΕΙΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΚΡΑΤΙΕΜΑΙ ΑΠΟ ΓΕΝΙΑ ΔΡΑΚΟΝΤΕΙΑ]

Κρατιέμαι από γενιά δρακόντεια,
που από μια χώρα κίνησε υπερπόντια
κι έχω ακατάλυτα: νύχια, μαλλιά και δόντια.

H όψη μου φαντάζει λεονταρίσια,
τ’ αδρό κορμί μου συνερίζεται τα κυπαρίσσια,
κι αλύγιστος, τραβώ το δρόμο ίσια.

Kαι των θεών ο αγαπημένος σάμπως
που είμαι, θα σβήσω μες σε θάμπος
από άρωμα κι από αρμονία κι από λάμπος.

Σε μια σάλα που θα μεθάν οι πολυελαίοι
και τα όνειρά μου η μουσική θα λέει,
κάποια βραδιά θε να βρεθούμε, ωραίοι.

M’ ένα ζευγάρι στα μαλλιά σου ρόδα,
θε να χορεύεις λύγερη κι αλαφροπόδα.
Θα πέσει τό ’να σου άνθος (κι όπως σε ύπνο τό ’δα,

πόθρεφα τα όνειρά μου σαν τον πελεκάνο)
για να το πάρω θε να σκύψω επάνω
στο μοσκοβόλημα ενός ρόδου, να πεθάνω. 



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 182.


Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

ΟΛΟ ΚΑΙ ΒΡΕΧΕΙ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΟΛΟ ΚΑΙ ΒΡΕΧΕΙ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ]

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Το παρελθόν τι θλίψη π’ όχει.
Των χινοπωριασμάτων το στοιχειό
σκορπάει τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμοσε ερμιά η αυλή μου που χορτάριασε,
θλίβουνται τα νερά μ’ άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή
που αράχνιαζε σε έρημες ρίμες.

Τραβιούμαι στα όνειρά μου τ’ απαράμοιαστα
κ’ εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της,
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
σα με χαϊδεύουν τα γυναίκεια τα μαλλιά της. 



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 87.




Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΟΠΑΛΙΝΟ…


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΟΠΑΛΙΝΟ…

Σ’ έναν καθρέφτη οπάλινο τον πόθο έχει πλανέψει
η νοσταλγούσα μου ψυχή δεμένη στ’ όνειρό σου.
Πήρε σε ο πόνος. Μυστικοί κ’ ευλογημένοι οι δρόμοι.
Απ’ την καθημερνή ζωή που αδρά σε φθείρει σώσου!

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
στο κάλεσμα του δύσματος, που υπέρχρυσο παλιώνει
και μύρια χαιρετίσματα σε κρύφιους κόσμους πάλλει.
Σε άρωμα αβρότατων ρυθμών σεμνά διαβαίνεις μόνη…

Καλώστην! Κόσμοι αράχνινοι, με άγνωρα υμέναιων τούλια
μελωδικά σε στόλισαν για υπόσχεσην υπέργεια.
Μα στην πικρήν απαντοχή το επαύριο που θα κλαίει,
μες στ’ όνειρό μας θα διαβείς σαν τα συρμένα αστέρια…

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

ΤΩΝ ΛΕΪΜΟΝΙΩΝΕ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΙΤΡΩΝΕ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ 


Κ’ ΕΤΣΙ ΑΝ ΠΕΘΑΙΝΑΜΕ

Κ’ έτσι αν πεθαίναμε, στο λυρικό μας τάφο
θλιβερό κυπαρίσσι δε θα φύτρωνε.
Θαμμένοι θά ’μασταν σε κάποια Πάφο·
στο μοσκοβόλημα των λεϊμονιώνε και των κίτρωνε.

Δίδυμη φλόγα σε δροσάτο μνήμα:
Τους ζωντανούς θα εμέθα με άρωμα,
ψηλά βεργολυγίζοντας τη ρίμα,
των ρόδων το ζευγάρωμα.

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

ΦΕΓΓΑΡΙΑΣΜΑ


ΚΛΗΜΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ (= ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ)


ΦΕΓΓΑΡΙΑΣΜΑ
(απόσπασμα από τον «Απολλώνιο»)


Στη σιωπή που θε ν’ αντήχα
κι αν εράγιζε μια τρίχα,
απ’ το άρωμα τό ’κρινα.

Στα νερά τ’ ασήμια
είδα απ’ τα καλαμόκρινα
την άνθινή του γύμνια

με τα μαλλιά του μάλαμα
–λέω, απ’ τα νεροκάλαμα–

στα χείλη έφερνε τ’ άμωμα,
θα τό ’δα και δεν τό ’δα,
μυστηριακό βαλσάμωμα
που υπονοούν τα ρόδα,
μα στα νερά τα γάργαρα
που έρεαν τα λιθομάργαρα,
αντήχησε ένα αηδόνι
και στου ρυθμού το πρόσταγμα
το ομοίωμα βαλσαμώνει
στων ρόδων το απόσταγμα


Πόλη



Από το περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια, Τόμ. 2, Αρ. 15 (1913), σελ. 101.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ


ALBERT SAMAIN (1858-1900)



[ΕΙΣΑΙ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΥΡΟΦΟΡΑ]

Είσαι θλιμμένη μυροφόρα
Που φέρνεις [τρ]ύπες στην ποδιά σου
Κι όμως στην τόση σου τη θλίψη
Δε στάλαξες τα δάκρυά σου.

Κάτι μαρμάρινο εσύ κρύβεις
Και κάτι αρχαϊκό σου μένει
Κι είσαι σα μια μοιρολογίστρα
Σε σαρκοφάγο σκαλισμένη.

Και σαν απομεινάρι αρχαίο
Όνειρο κάποιο ξεχασμένο
Μες στην καρδιά σου πάντα αφήνει
Το δάκρυ σου κρυσταλλωμένο

Είσαι θλιμμένη μυροφόρα
Μα ξέρω δάκρυα των ματιώ σου
Μια τραχηλιά μαργαριτάρια
Γύρω, τριγύρω στο λαιμό σου.



Μετάφραση: Απόστολος Μελαχρινός.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», Τόμ. 1, Αρ. 59 (1903), σελ. 3.

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

ΑΛΛΟΥ ΑΛΛΟΣ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΤΟ ΚΙΟΣΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΙΒΑΓΜΑ ΤΟΥ ΙΣΚΙΟΥ ΨΗΛΩΝΕΙ]


Το κιόσκι από το στοίβαγμα του ίσκιου ψηλώνει.
Ο ίσκιος μες στην ψυχή τη μοναξιά μακραίνει.
Τρεμόφεγγα όλα, σαν να εμέθας από αφιόνι,
ή από τραγούδι ως να φαντάζοσουν μια χώρα ξένη.

Χαρά μου! Η μόνη αλήθεια της ζωής μου η σκιά σου,
φευγατική πά’ στων νερών το γυάλος,
κι όμως τόσο κοντά, σαν μέσα στην ψυχή μου. Στάσου,
πρι να σκεφτώ πως είσαι αλλού κ’ εγώ που είμαι άλλος.

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

ΣΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΑΛΙΩΝ ΗΛΙΟΓΕΡΜΑΤΩΝ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


ΑΠΟΨΕ ΠΟΥ ΕΡΜΗ ΝΙΩΘΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ...


Απόψε που έρμη νιώθω την καρδιά
στον κήπο μου έχω πάει να σε συντύχω.
Έχω αφανίσει τη ζωή για νά ’ρθεις
σε άρωμα ανθιών ή σε αρμονίας ήχο.

Των ταφλανιών τα φύλλα εμούσκεψε
μια μνημοσυνική ψιχάλα.
Σιμοτινό τα φέρνει αποχαιρέτισμα
ο σπαραγμός που εκρέμασεν η στάλα.

Γυρίζω εδώ που τόσο σε ονειρεύτηκα,
να βρω κάτι δικό σου.
Σωριάζει η θλίψη κάθε φούντωμα.
Ως ίσκιος στ’ όνειρό μου απλώσου.

Τα μάτια σου απ’ τα όνειρα βαρύσκιωτα
μες στην ψυχή μου κλαίνε. Λιώνω.
Το δειλινό τους ίσκιους ως παράτεινε
πίνει το ξενιτέματος τον πόνο...

Για αν χινοπωριάσω τα δεντρά
σκορπίζω την ψυχή μου για όνειρά των.
Τώρα βαρύπνοη η ενθύμηση που επίκρανε,
σα φάντασμα παλιών ηλιογερμάτων.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

Ο ΑΛΣΙΝΟΣ ΡΥΘΜΟΣ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


ΣΤΟ ΘΡΟ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ


Στο θρο του απόσπερνου όνειρου
μια ελεγεία εθρύλει...
Κάποιοι ασυνήθιστοι ρυθμοί
ετάραξαν το δείλι...

Ορχιούνταν λάγνα οι Σάτυροι
σ’ αρχαία χλόη πλούσια,
ενώ αύλει ο Παν ο ρεμβαστής
σε κρήνην αρεθούσια.

Ρόδα τρυγώντας δυσμικά
Νύμφες αναμαλλιάρες,
θρηνούσαν τον Υάκινθο
με νηραντές κιθάρες.

Ερίγει ο άλσινος ρυθμός
σε θρον αρχαίας χλόης.
Στα ναρκισσιακά νερά
βασίλευεν ο Γόης.

Τη λιτανεία των ανθών,
έρμη ψυχή, παράτα.
Πήρες τα μάτια κ’ έφυγες
προς την αβέβαιη στράτα,

και στων θλιμμένων την Κερά
ανάβεις το καντήλι.
Στο θρο του απόσπερνου όνειρου
μια ελεγεία εθρύλει...

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΞΕΠΝΟΩΝ ΜΥΡΩΝ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΜΑΘΑΙΝΩ]


Το συναξάρι της σιωπής μαθαίνω
σε ομοίωμα ρόδων σε νερά ξενιτεμένων.
Ίσκιων ηχή, ψυχή των λουλουδιών
αντιφεγγίζει θρήνους ξεχασμένων.

Ώρα την ώρα κι απαντέχω κάτι ανεύρετο
στα μυστικά των ξέπνοων μύρων.
Τον έρμο θάλαμό μου εστοίχειωσε
κάποια ματαιότητα ήχινη ονείρων.



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 142.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2007

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ ΤΗΣ ΦΕΥΓΑΤΗΣ ΖΩΗΣ



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


Από την ΠΡΟΦΑΣΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

[III]


Απόψε, που έρμη νιώθω την καρδιά,
στον κήπο μου έχω πάει να σε συντύχω.
Έχω αφανίσει τη ζωή, για νά 'ρθεις
σε μύρο ανθιών ή σε αρμονίας ήχο.

Των ταφλανιών τα φύλλα εμούσκεψε
μια μνημοσυνική ψιχάλα.
Σιμοτινό τα φέρνει αποχαιρέτισμα
ο σπαραγμός που εκρέμασεν η στάλα.

Γυρίζω εδώ που τόσο σε ονειρεύτηκα
να βρω κάτι δικό σου.
Σωριάζει θλίψη κάθε φούντωμα.
Ως ίσκιος στ' όνειρό μου απλώσου.

Τα μάτια σου απ' το όνειρο βαρίσκιωτα
μες στην ψυχή μου κλαίνε. Λυώνω.
Το δειλινό, φεύγοντας με ίσκιους μακροτάξιδους,
πίνει του ξενιτέματος τον πόνο.

Για να χινοπωριάσω τα δεντρά
σκορπίζω την ψυχή μου για όνειρά των,
τώρα, βαρύπνοη που επίκρανε η ενθύμηση,
σα φάντασμα παλαιών ηλιογερμάτων.


[VI]

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Της ώρας το φευγιό τι θλίψη πό ’χει!
Του χινοπώρου το φιλέρημο στοιχειό
σκορπά τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμισ' η αυλή μου απουσία και χορτάριασε.
Θλίβουνται τα νερά με άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή,
που αράχνιαζε σ' έρημες ρίμες.

Τραβιέμαι στα όνειρά μου τ' απαράμοιαστα.
Κι εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της:
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
μεθώντας με ίσκιους μιας ζωής φευγάτης.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2007

ΡΟΔΑ ΤΡΥΓΩΝΤΑΣ ΔΥΣΜΙΚΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ (1880-1952)


ΣΤΟ ΘΡΟ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ…


Στο θρο του απόσπερνου όνειρου
μιά ελεγεία εθρύλει…
Κάποιοι ασυνήθιστοι ρυθμοί
ετάραξαν το δείλι…

Ορχιούνταν λάγνα οι Σάτυροι
σ’αρχαία χλόη πλούσια,
ενώ αύλει ο Παν ο ρεμβαστής
σε κρήνην αρεθούσια.

Ρόδα τρυγώντας δυσμικά
Νύφες αναμαλλιάρες,
θρηνούσαν τον Υάκινθο
με νηραντές κιθάρες.

Ερίγη ο άλσινος ρυθμός
σε θρον αρχαίας χλόης.
Στα ναρκισσιακά νερά
βασίλευεν ο Γόης.

Τη λιτανεία των ανθών,
έρμη ψυχή, παράτα.
Πήρες τα μάτια κ’ έφυγες
Προς την αβέβαιη στράτα,

και στων θλιμμένων την Κερά
ανάβεις το καντήλι.
Στο θρο του απόσπερνου όνειρου
μιά ελεγεία εθρύλει…



Κ’ ΕΤΣΙ ΑΝ ΠΕΘΑΙΝΑΜΕ

Κ’ έτσι αν πεθαίναμε, στο λυρικό μας τάφο
θλιβερό κυπαρίσσι δε θα φύτρωνε.
Θαμένοι θάμασταν σε κάποια Πάφο·
στο μοσκοβόλημα των λεϊμονιώνε και των κίτρωνε.

Δίδυμη φλόγα σε δροσάτο μνήμα:
Τους ζωντανούς θα εμέθα με άρωμα,
ψηλά βεργολυγίζοντας τη ρίμα,
των ρόδων το ζευγάρωμα.



ΧΑΙΡΕ

Του αθώρητου κι ανέγγιχτου δέρνει με πάλι ο πόνος…
Πλανήθηκα ίσκιων τρυγητής στο αλλοπαρμένο δείλι,
προς το υπεράψηλο δεντρό που ασήκωσε η κορφή σου,
με παρωρίμαντους καρπούς τα φευγαλέα σου χείλη.

Με ακολουθά ο αντίλαλος στις έρμες πλάκες μόνος,
κι απ’ τα’ άνθη τα θρηνητικά του χινοπώρου δρέπω
στους κήπους σου τους κρεμαστούς που αλλόχροιασαν θυμήσου
το «Χαίρε» που αφροκρέμασε η αναβρυτή φωνή σου.