Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΣΗΦ (ΧΑΡΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΣΗΦ (ΧΑΡΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΒΟΜΒΟ ΤΩΝ ΕΝΤΟΜΩΝ

 


ΧΑΡΗΣ ΙΩΣΗΦ

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΒΟΜΒΟ ΤΩΝ ΕΝΤΟΜΩΝ

 

Φρέσκο το στάχυ και το χόρτο

άγουρα ξυπνήσαν τα λουλούδια

κάτω απ’ τον βόμβο των εντόμων

αρώματα έντονα σ’ αρπάζουν

απ’ τη μύτη σέρνοντάς σε απάνω

στον βράχο με τα λαξευμένα βράχια

Τ’ άφαντο χιόνι το φρέσκο χόρτο

ελαφρύ σαν του νεκρού σεντόνι

σκεπάζει τον χωρίς ανάσες ύπνο

μιας πόλης που εδώ στοιχειώνει

κάτω απ’ τον βόμβο των εντόμων

νερό το δάκρυ άκου που κυλάει

Στον βράχο με τα λαξευμένα βράχια

νερό το δάκρυ άκου που κυλάει

κάτω απ’ τον βόμβο των εντόμων

Κάτω απ’ το στάχυ και το χόρτο

αρώματα έντονα σ’ αρπάζουν

απ’ τη μύτη που χόρτασε βαμβάκι

 

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΦΙΛΙ



ΧΑΡΗΣ ΙΩΣΗΦ


ΤΟ ΦΙΛΙ

Όπως όταν
στα τελευταία της νιότης σου αγαπήσεις
γυναίκα που έμεινε όμορφη, κι όλο φοβάσαι,
καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι,
τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου·
φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει.
   Γιώργος Σεφέρης, 1947. Κίχλη,
   Ο ηδονικός Ελπήνωρ Β'. Αθήνα, Ίκαρος.

Τούτο το κάστρο φαίνεται μόνο από τη θάλασσα
από τις πέτρες ξεχωρίζουν μόνο οι θεμέλιες
πρώτες εκεί και τελευταίες στην παρακμή τους
το τείχος αφρίζει σπαρμένο στο κοκκινόχωμα
μέσα στην ατημέλητη ερείπωσή του
σε ένα μαρμαρωμένο στιγμιότυπο κυματισμού
η κατωφέρεια ένα πέτρινο λιβάδι με λιγοστά δέντρα
η μακρινή σπηλιά Βασιλική με τρούλο σχισμένη
στη μέση από οργή ξεχασμένου θεού

ο άνεμος διαρκής στα αυτιά και στα πανιά μας
το λίκνισμα του νερού στον υπόκωφο βόμβο μηχανής
η αίγα που αλμυρίζεται στην αφρισμένη ακτή
το μοναστήρι πάνω στο βράχο με μπαντιέρα στο γκρεμό
το πέταγμα του μαυροπετρίτη πάνω απ’ τη μπλε σπηλιά
σημαία σου κρέμασα κατακτητής το πουκάμισο
που χτυπά πάνω σου τα φτερά

ανώνυμο μνήμα μοναχού και δίπλα στον βράχο του
ένα όστρακο ερυθρόμορφο με τα χέρια της ακόμα
μπλεγμένα στα μαλλιά του χέρια από κοκκινόχωμα
εκείνος σκύβει ακόμα πάνω από την απουσία της
χαμένο το δικό της όστρακο χαμένη εκείνη
και το φιλί στη μέση κόπηκε
έπεσε ο άνεμος και το νερό λάδι έγινε
η αίγα ανέβηκε το βράχο με το μοναστήρι
κι ο μαυροπετρίτης πέταξε σαν το πουκάμισο
το κάστρο άφαντο από τη στεριά με το μνήμα

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

ΑΡΓΟΥΣ ΑΓΟΣ



ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ


ΑΡΓΟΥΣ ΑΓΟΣ

«εἰσορῶ γὰρ τήνδε πρόσπολόν τινα
πηγαῖον ἄχθος ἐν κεκαρμένωι κάραι
φέρουσαν»
                Ευριπίδη, Ηλέκτρα, 107-9

Μια δούλα έψαχνε ένα γύναιο
ασήμαντο που δεν θ’ αναζητούσε
κανείς πια μες στους αγρούς 
Τρωάδα ίσως σκλάβα πουλημένη 
ίσως κάποια τρελή ανύπαντρη 
ή από τον άντρα της διωγμένη
κουρεμένη ήταν κι αδερφή του
στους αγρούς την είχαν αφημένη

Πυλάδη του είπε διπλό το κρίμα 
και τριπλό ας είναι μη φοβάσαι 
Λοξία βούληση φέρνουμε στο Άργος 
και με μανία όρμηξαν στο σώμα
που τα ειδώλια κρατούν αλώβητο
αγκαλιά τον ίδιον φέροντας μωρό
το πιο ανώμαλό της ρήμα σπόρο 
του πατέρα του εκδίκηση ζητά 

Μια δούλα έψαχνε ένα γύναιο
στον χρησμό πιστός ήθελε και
ά-θελα τη μάνα του πήρε πρώτα 
Α-λέκτρα που την είπαν κρύβοντας
σπόρος ότι ήταν μάνας κι αδελφής 

Φορώντας τα ματωμένα της μάνας του
κουρέλια όλο βοστρύχους ίδιοι αυτός 
φόνευσε την ίδια μέρα τη μητέρα του

Μια δούλα έψαχνε ένα γύναιο
όνομα δ’ Ηλέκτρα