Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ÁLVAREZ (LUIS FERNANDO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ÁLVAREZ (LUIS FERNANDO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

ΦΥΓΗ

 


LUIS FERNANDO ÁLVAREZ

 

ΦΥΓΗ

 

Κολλάω στους τοίχους γυρεύοντας τη μοναξιά μου, μνησίκακος απέναντι στον εαυτό μου, μισώντας τους ανθρώπους· σκεπάζομαι, για να κρυφτώ, με όλες τις πόρτες, με όλες αυτές τις εφημερίδες τις γεμάτες τσόφλια λέξεων· με όλες τις σάλτσες και τις μαγιονέζες που φορούν οι φυγόδικοι· κάτω από τα τραπέζια, ανάμεσα στα πόδια των καρεκλών και των σαρανταποδαρουσών· κάτω απ’ τη σαλιάρα του τάδε ιερωμένου ή του δείνα παιδιού που ονειρεύεται χαυλιόδοντες των μεγάλων ελεφάντων. Να φύγω, να φύγω. Ξεφορτωθείτε με απ’ το χώμα μου. Φορτώστε με σ’ αυτόν τον άνεμο που συσσωρεύει σκόρπια πράγματα στα πόδια μου. Χώστε με λαθρεπιβάτη στον διπλωματικό σάκο κάποιου επιφανούς εντόμου· νιώστε με χαμένον σαν ομπρέλα νεαρού δεξιόφρονος, ή σαν τα μυαλά τρομερού ηθικολόγου.

Το σκάω. Με χάνετε. Έχω ηττηθεί εδώ και θα πληρώσω ό,τι μπορώ να σβήσω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


ΤΕΛΕΤΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΤΖΙΤΖΙΚΙΟΥ ΜΟΥ

 


LUIS FERNANDO ÁLVAREZ

 

ΤΕΛΕΤΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΤΖΙΤΖΙΚΙΟΥ ΜΟΥ

 

Προτού γεννηθείς ήσουν ήδη δάσος

Και ήσουν και μέσα σε ό,τι σκέφτονται οι φλοιοί των δέντρων

Το αφτί σου έχει κιόλας μάθει στων φύλλων τη δόνηση

Τη μουσική του ανέμου

Από τις ρίζες των δέντρων πήγαιναν οι βρύσες να τραφούν με τα τραγούδια σου

Δύο ελάσματα αιθέρα

Τα έκανε πολύ λεπτότερα το αεράκι για να διευκολύνει τις πτήσεις σου

Στις πέντε το απόγευμα η σειρήνα σου

Ανάγγελνε των εργασιών το τέλος στα πουλιά

Με τον γνωστό σοβαρό τόνο του σούρουπου

Όταν έβλεπε τις φωλιές τους παρατημένες στη νύχτα.

Έλεγες τα πανθεϊστικά λειτουργήματα

Ανεβάζοντας τη βραχνή μουσική σου σπείρα

Προς τον κόσμο των σκιών την ώρα που γίνεται και υπάρχει

Παύση σιωπής στο δάσος

Και σε ακούω,

Τ’ άλλα φύλλα έτρεμαν προαισθανόμενα

Ότι ίσως θά ’ταν κι αυτά σαν εσένα.

Και αναρωτιόταν το δέντρο

Πώς θα μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ το πλευρό του

Εκείνο το σιντριβάνι της μουσικής ρητίνης

Και αναρωτιούνταν και οι πηγές

Τί θά ’πρεπε να κάνουν για να πετάξει το τραγούδι τους

Και να το ανεβάσουν, έτσι, στα δέντρα

Για να το δείξουν στον ήλιο

Θα μπορούσες να είσαι κατάρτι

Όταν ήσουν στην κοιλιά του δέντρου

Υπάρχουν ναυτικοί που ακούνε το ανήκουστο τραγούδι σου

Απομεινάρι δάσους που πλέει και πετά

Στο λαιμό του ξύλου των καραβιών

Τώρα κατοικεί η σιωπή

Στον μηχανισμό των χορδών σου.

Πίσω από τους τοίχους της ζωής

Τραγουδάς, μόνο σου, προτού πεθάνεις

Κουβαλώντας τη νοσταλγία της γης

Ίσαμ’ εκείνα τα πνεύματα που σε ακούνε

Εκεί στου κόσμου τα περίχωρα

Στον αέρα θά ’πρεπε να σε θάψω

Στη σχισμή κάποιου δέντρου

Ή ψηλά σε κάποια τ’ ουρανού χαραμάδα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.