Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BUÑUEL(LUIS). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BUÑUEL(LUIS). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΑΠΟ ΠΑΓΟ

 


LUIS BUÑUEL

 

ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΑΠΟ ΠΑΓΟ

 

Οι λούμπες σχημάτιζαν ένα αποκεφαλισμένο ντόμινο κτιρίων το ένα από τα οποία είναι ο πυργίσκος που μου διηγούνταν στην παιδική μου ηλικία και που είχε ένα μόνο παράθυρο και μάλιστα τόσο ψηλά όσο και τα μάτια της μάνας όταν γέρνουν πάνω από του παιδιού της την κούνια.

Κοντά στην πόρτα αιωρείται κάποιος κρεμασμένος που ισορροπεί επάνω από την περιφραγμένη με αιωνιότητα άβυσσο, ουρλιάζοντας από το διάστημα. Είμαι εγώ. Είναι ο σκελετός μου απ’ τον οποίο έχουν απομείνει μόνο τα μάτια. Κι αμέσως μου χαμογελάνε κι αμέσως με λοξοκοιτάζουν, κι αμέσως πάνε να ΦΑΝΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ ΜΟΥ ΕΝΑ ΨΙΧΟΥΛΟ ΨΩΜΙ. Το παράθυρο ανοίγει και εμφανίζεται μία κυρία που λιμάρει τα νύχια της. Όταν θεωρήσει ότι είναι αρκετά αιχμηρά, μου βγάζει τα μάτια και τα πετάει στο δρόμο.

Μόνες μένουν τότε οι κόγχες μου δίχως βλέμμα, δίχως πόθους, δίχως θάλασσα, δίχως νεοσσούς, δίχως απολύτως τίποτα·

μια νοσοκόμα έρχεται να καθίσει δίπλα μου στο τραπεζάκι του καφέ. Ξεδιπλώνει μια εφημερίδα του 1856 και διαβάζει με φωνή ενθουσιασμένη: «Όταν οι στρατιώτες του Ναπολέοντα μπήκαν στη Σαραγόσα, και δη στη ΒΙΛ ΣΑΡΑΓΟΣΑ, δεν βρήκαν τίποτα παρά μόνο άνεμο στους έρημους δρόμους. Και σε μια λούμπα εκόαζαν απλώς τα μάτια του Λουίς Μπουνιουέλ. Οι στρατιώτες του Ναπολέοντα τ’ αποτελείωσαν με ξιφολογχισμούς».

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΒΑΚΧΑΝΑΛΙΑ

 


LUIS BUÑUEL

 

ΒΑΚΧΑΝΑΛΙΑ

 

125 πεσέτες κριάρι

σγουρόμαλλο άφθονο χειροκίνητο σαν την κοιλιά

της γυναίκας των 150 πεσετών

κι όσα ψωμιά τρώει ο φτωχός

μπορούν να ζυμωθούν από τούτη την κοιλιά

και να μαγειρευτούν σε φωτιά αντιχείρων

 

Όταν σταυρώνουμε τους αντίχειρές μας

για να σχηματίσουμε ένα χι

στον εν λόγω σταυρό

ανανεώνεται το μαρτύριο του Αγίου Βαρθολομαίου

που όπως μάθαμε αργότερα ήταν φαύνος

ή απλό μέλος

που τριβόταν μπροστά στο σταυρό

 

Ο Άγιος Βαρθολομαίος και ο φαύνος εχόρευαν όταν

σβουρίχτηκαν οι πέτρες απ’ το χώμα

σάμπως φιλιά τραβηγμένα έξω με των δακτύλων τις άκρες

Όταν πέθανε τον έφαγαν κάτι εύθυμα μυρμήγκια

που δεν ήσαν καν μυρμήγκια –

ήσαν σιωπηλές μπαγιαντέρες

 

ΤΟΥ ΜΑΝΙΚΙΟΥΡ ΛΙΜΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ


 

LUIS BUÑUEL

 

ΤΟΥ ΜΑΝΙΚΙΟΥΡ ΛΙΜΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ

 

Τον χειμώνα πέφτουν στη θάλασσα οι κραυγές όσων φαναριών

γαζώθηκαν από αέρα και σταύρωση

Ολόκληρο πλοίο μπορεί να βουλιάξει σε μια σταγόνα του αίματός μου

του αίματός μου όταν πέφτει στο στηθαίο

μιας μαρκίζας Λουί Κενζ από αφρό

 

Το τοπίο αυτό παγώνει λιγότερο στον καθρέφτη

παρά  στα νύχια των νεκρών

που πρέπει να αναστηθούν

με τα δάχτυλά τους να έχουν μετατραπεί σε λόρδους

σε λόρδους του επιθανάτιου ρόγχου και της σωτηρίας

 

Έχοντας αναχωρήσει σαν άλλη του Ιωσαφάτ κοιλάδα

τα περιμένει του κεφαλιού μου η χωρίστρα

Ο δε Χριστός ενώ καταδικάζει

την Παρθένο Μαρία με το λευκό πενιουάρ

θα δώσει ένα κομμάτι ψωμί στους καταδικασμένους

και θα βάλει πουλιά όλο θωπείες

στα μέτωπα όλων εκείνων που σώζονται.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΛ!

 


LUIS BUÑUEL

 

MÉNAGE À TROIS

 

Όσο κι αν προσπάθησα, το πρόσωπο του σοφέρ ήταν αδύνατον να το δω: έμοιαζε κάπως σαν Κοζάκος που οδηγούσε το αυτοκίνητό μας. Συνταξίδευα με μια πενθοφορούσα γυναίκα, και, βλέποντάς την, θά ’λεγες ότι ήταν όντως θεά, μ’ εκείνη την ωχρότητα της αυγής που είχε. Δεν την ήξερα. Ένιωσα όμως το δέρμα μου να ξυπνάει βουτηγμένο μέσα σε πόθο λαγνικό. Διασχίζαμε ένα τοπίο που δεν είχε ουρανό, και δεν είχε ουρανό μέχρι που χαθήκαμε απ’ τα μάτια του κόσμου. Η γη γέμισε ολόκληρη από μαύρους παπαγάλους που ανάδιναν διαπεραστικό άρωμα γυναικείας κρεβατοκάμαρας.

Η άγνωστή μου είπε στον σοφέρ να σταματήσει δίπλα σε μια μεγάλη λίμνη, σε μια δακρυϊκή δεξαμενή γεμάτη τρόμους και αγωνία. «Αυτός είναι», μου είπε, «ο πόρος ο δακρυϊκός ο πλήρης αγωνίας». Την αγνόησα, διότι τώρα ήμουν απασχολημένος με το να της φιλώ το στήθος ανάμεσα στους δυο μαστούς της που τους εκάλυπτε με τα χέρια της κλαίγοντας απαρηγόρητα και χωρίς νά ’χει δύναμη να υπερασπιστεί ούτε καν τον εαυτό της από την καλπάζουσα λαγνεία μου.

Ο οδηγός μας πλησίασε κρατώντας το καπέλο του στο χέρι για λόγους που αγνοώ.

Μα είχα την εντύπωση ότι αναγνώρισα το πρόσωπό του, και δεν μου έμεινε πια καμία αμφιβολία για το ποιός ήταν, όταν χαμογελώντας αναφώνησε: «Λημναίε, φίλε μου». Τρελός απ’ τη χαρά μου του απάντησα: «Εσύ είσαι, παλιέ μου φίλε, εσύ είσαι Λίμνη που δακρύζεις;» Με τί πνεύμα ευθυμίας χαιρετιστήκαμε και αγκαλιαστήκαμε – με μια χαρά ισοδύναμη της αναστάσεως νεκρών.

Κάποια κηδεία είχε μόλις σταματήσει δίπλα μας. Μέσα στο φέρετρο βρισκόταν η μέχρι πριν από λίγο άγνωστή μου κυρία. Με τη σάρκα της χλομή, χωρίς να ξέρει να τραγουδάει! Το τελευταίο δάκρυ, που είχε σταματήσει ως εκ θαύματος στα ζυγωματικά της, γλιστρούσε ακόμα στο μάγουλό της σαν πουλάκι σε κλαδάκι.

Ο φίλος μου όρμησε προς το μέρος της και έπιασε να τη φιλάει φρενιτωδώς στα χείλη, στα χείλη της που από πελιδνά που ήσαν πήραν χρώμα πράσινο, κατόπιν κόκκινο, έπειτα άρπαξαν φωτιά και μετά έγιναν κόλαση.

Άρχισα να νιώθω  μίσος θανάσιμο για τον σοφέρ – δεν ήταν πια φίλος μου. Και άρχισα να νιώθω και μιαν ασύνορη αηδία γι’ αυτή τη γεύση φλεγόμενου λεμονιού που θα έπρεπε να είχαν αφήσει στα χείλη του τ’ άταφα χείλη εκείνης της άγνωστης.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.