Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DE RÉGNIER (HENRI). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DE RÉGNIER (HENRI). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ!





HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)



LE JARDIN MOUILLÉ

La croisée est ouverte; il pleut
Comme minutieusement,
À petit bruit et peu à peu,
Sur le jardin frais et dormant.

Feuille à feuille, la pluie éveille
L’arbre poudreux qu’elle verdit;
Au mur, on dirait que la treille
S’étire d’un geste engourdi.

L’herbe frémit, le gravier tiède
Crépite et l’on croirait là-bas
Entendre sur le sable et l’herbe
Comme d’imperceptibles pas.

Le jardin chuchote et tressaille,
Furtif et confidentiel;
L’averse semble maille à maille
Tisser la terre avec le ciel.

Il pleut, et les yeux clos, j’écoute,
De toute sa pluie à la fois,
Le jardin mouillé qui s’égoutte
Dans l’ombre que j’ai faite en moi.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Marie-Eve Nadeau.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Η ΠΕΙΡΑ




HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)


Η ΠΕΙΡΑ

Περπάταγα ξοπίσω τους ακούοντας τα φιλιά τους,
και βλέποντας οι λυγερές σκιές τους που φαντάζαν
στα θάμπη τα φθινοπωρινά, που με τα χρώματά τους
τα ξέθωρα και τα σταχτιά, σαν φτερά γλάρων μοιάζαν.

Και καθώς σίμωναν κοντά στης θάλασσας την άκρη,
όπου ροχθώντας έσπανε στων βράχων την ερμία,
ζήλεια δεν ένιωσα καμιά, ούτε πικρίας δάκρυ,
ούτε λαχτάρες έρωτος, ούτε μελαγχολία.

Και πήγαιναν λικνίζοντας χρυσόνειρα δεμένα,
που ’χε γλυκά το εφήμερο ειδύλλιό τους πλέξει.
Ήτανε το παρόν αυτοί κι εγώ τα περασμένα,
κ’ ήξερα αυτής της χίμαιρας την τελευταία λέξη!



Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης.
Από το βιβλίο: Γιώργης Σημηριώτης, «Γαλλική ανθολογία εικονογραφημένη, 1750-1950», 6η έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, Χρυσή Δάφνη, Αθήνα 1954, σελ. 219.


*****************************


EXPÉRIENCE

J'ai marché derrièi'e eux, écoutant leurs baisers.
Voyant se détacher leurs sveltes silhouettes
Sur un ciel aulomnal dont les tons apaisés
Avaient le gris perlé de l'aile des mouettes.

Et tandis qu'ils allaient, au fracas de la mer
Heurtant ses flots aux blocs éboulés des falaises,
Je n'ai rien ressenti d'envieux ni d'amer,
Ni regrets, ni frissons, ni fièvres, ni malai&es.

Ils allaient promenant leur beau rêve enlacé
Et que réalisait cette idylle éphémère;
Ils étaient le pi'ésent et j'étais le passé
Et je savais le mot final de la chimère.