Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΤΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΤΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΑ, α΄

Ο ουρανός πεσμένος
   λίγο πιο κάτω απ’ τις κορφές των λόφων.
Ολόγυρα αγέρωχα βουνά τ’ απίστομα
   στου νερού το γειτόνεμα.

Η Πολιτεία
με το παλιό ρολόι στην ώρα του
οικόσημα Δωριέων και Μολοσσών
τόξα καμάρες και της ψυχής η πέτρα
να σου γραπώνει το μάτι –
μπακίρια να βομβούν
        χορεύοντας
            γύφτοι οργανοπαίχτες άνεμοι
νερά κρουστά υποχθόνια
χιλιοειπωμένες λέξεις δυσκολοπρόφερτες.

Βρέχει μεθυστικά· κι είναι τόσο ωραία
η θλίψη τεταμένη μέσα μου.
Άγριες με κυνηγάνε τριανταφυλλιές
και τα αρώματα φτάνουν λυτρωτικά
εδώ που ανέτειλε με κινήσεις
   νωχελικές ανατολίτικες
   Σελήνη μισοφέγγαρη αμφίστομη
φορτωμένη εικονίσματα ανεξάλειπτα
   εύσκια πολλά δισκοπότηρα
και σώπασαν οι χαριτωμένες βρύσες
   και οι οιμωγές.

Τα χρυσοχοεία τα πλημμύριζε γαλήνη
ωραιοσύνη που κατέβαζε ο αέρας της Πίνδου
παιδιά κι εγγόνια της πίκρας λιθόκτιστα
με ρέμβη ψυχής και απολεσθέντα χειρόγραφα.

Μνήμη μελωδική. Παραμυθένια λήθη.

Λάμιες τρίβουν βασιλικό στα χέρια τους
υφαίνουν μοιρολόι σιγανό
αντάρα βαμβακερή χνούδι των άστρων.

Το ασήμι νήμα γίνεται ακάνθινο βραχιόλι.

Και το Μιτσικέλι αντιμετώπον
—ρόδο σωριασμένο στον ουρανό—
γεράκια να φέρνει που αενάως κωπηλατούν
και ακοίμητα ακινητούν στον χρυσάνθεμο άνεμο.


Από το βιβλίο: Απόστολος Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα1999, σελ. 24-25.




Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

ΑΝΘΙΖΑΝ ΣΤΗΘΙΑ ΚΑΙ ΝΕΡΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΑΝΘΙΖΑΝ ΣΤΗΘΙΑ ΚΑΙ ΝΕΡΑ

Τώρα σωπαίνω
Δεν πρόφτασα τους κήπους να σε βρω
Νερά του φεγγαριού πλημμύρισαν τ’ αραποσίτια

Έκαιγες τα μαλλιά σου στ’ ανοιχτά παράθυρα
Μύριζαν ανεμώνες του νερού κι Απρίλη

Το χέρι σου έφεγγε στον ουρανό
άστρο παλιό
όλο γαρίφαλο και πίκρα

Ασπροφορούσες κι έπλεες ξέπλεκη μες στο αίμα

Πένθιμος ουρανός κατεβασιές νερού
και βλέπω γύρω ν’ αναθρώσκουν χόρτα μυστικά
και μαύρα άλογα

με μουσικές και απειλές αφρών στο στόμα

Ύστερα ώς τα ξημερώματα
άνθιζαν στήθια και νερά



Από το βιβλίο: Αποστόλης Ζώτος, «Πέπλα αίματος», Εκδόσεις Ελεγείο, Κόνιτσα 1987, σελ. 55.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

ΩΔΗ ΣΤΙΣ ΩΡΑΙΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ ΙΔΕΕΣ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΩΔΗ ΣΤΙΣ ΩΡΑΙΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ ΙΔΕΕΣ

Αγάπησα με πάθος τους υπερρεαλιστές και
τις ωραίες έμμονες ιδέες τους
γενναίους της ζωής εραστές
με το τυφέκιον της ουτοπίας υπό μάλης
–και τα βουνά του Γράμμου κάτι γνωρίζουν–
και τα ακοίταχτα μάτια του Οιδίποδα
πνιγμένα –τί οδύνη– στο αίμα.

Και ένιωσα, όσο τουλάχιστον μπόρεσα
–μάρτυς μου οι σωροί των δύσβατων λευκών χαρτιών–
συμπόνια και ευσπλαχνία
δια τους επαίτες των λεπτών αισθημάτων
αυτούς τους λύκους της σαρκοβόρου λύπης
με τα κροκοδείλια δάκρυα, επιδερμικούς
τιμωρούς των λέξεων που δεν εσπάραξαν
ποτέ στα φυλλοκάρδια για τον έρωτα
τα μάγια και του βίου τα βάσανα
το χρώμα του δύοντος ηλίου την ώρα
που η ψυχή αποτραβιέται στο ύψωμα
με τα κυπαρίσσια και των μνημάτων τα ευγενικά λιθάρια
και ν' αρμοστεί παλεύει με λέξεις παρθένες
πένθιμα και κατακόρυφα.

              18.7.1994


Από το βιβλίο: Αποστόλης Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», εκδόσεις στιγμή, Αθήνα 1999.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

ΧΡΥΣΑΦΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ






ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΧΡΥΣΑΦΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

Κορμί ποτάμι σε ηπειρώτικα βουνά
τα μάτια σου φεγγάρι πυρωμένο σίδερο
Ακούω το μέταλλο του στήθους στα σεντόνια
κι είν’ η καρδιά σου ελάφι
πάχνη της αυγής
στην άσπρη μου παλάμη πέντε μήνες

Τρομάζω όταν δεν έρχεσαι στον ύπνο μου
Καίω φλιτζάνια μαύρα και παγόνια
Τα χέρια σου φόβος τρυγονιού σε λεύκα κίτρινη
ανάσα μου αλάβαστρος και πυρετός
Σου γράφω με τα δάχτυλα πληγές
Σβήνω στα χείλη σου τη μοναξιά μ’ εαρινή βροχούλα

Έχω μαχαίρια και καρφιά στα χέρια μου
αρώματα νυχτερινά
Το γέλιο σου χρυσάφι και νερό
κι ο θάνατος μια μαύρη πεταλούδα
Μού ’δωσες την καρδιά σου βάλσαμο στις φλέβες μου
τη μέση σου σφαγμένο άλογο με κελεηδίσματα πουλιών
Το δέρμα λαβωμένο από τ’ αηδόνια



Από το βιβλίο: Αποστόλης Ζώτος, «Πέπλα αίματος», Εκδόσεις Ελεγείο, Κόνιτσα 1987, σελ. 11.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ 


ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Με τις δαχτυλιές του έρωτα
γαλάζια τριπτή κιμωλία
ονειρεύεται μπρούμυτα
στο προσκέφαλό της.

Βλέπει χρυσές κεφαλές
νηπενθείς στέγες και
τα σύννεφα-άσματα του Λωτρεαμόν.

Τα τριαντάφυλλα στην αυλή της
πλημμύρισαν χρώματα.



Από το βιβλίο: Απόστολος Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», στιγμή, Αθήνα 1999, σελ. 11.

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

ΝΑΡΔΙΝΑ ΜΥΡΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΔΡΟΣΕΡΕΣ ΒΙΟΛΕΤΕΣ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ


Τα ατσαλάκωτα φορέματα ξεκρέμασε απ’ τον τοίχο
και με μαύρο πανί σκέπασε τη ραπτομηχανή.

Με περισσή περιπάθεια ανέγνωσε
ως τελευταία απόλαυση το εκκλησιαστικό εκείνο
Επί κοίτην μου εν νυξίν εζήτησα
ην ηγάπησεν η ψυχή μου
και έστρωσε επιμελώς στο πάτωμα
νάρδινα μύρα νοσταλγία και δροσερές βιολέτες
                   τα μάτια της.
Έτσι τώρα μπορούσε
επισήμως να ισχυρίζεται ότι θα ακούγονται
μονάχα τα πουλιά το πρωινό της Κυριακής –
χρησμοί ακατάληπτοι μες στους αιθέρες.

Και στους άσπρους τοίχους
παρ’ όλην την καλλωπιστική διαθεσιμότητα
των ονείρων και των δακρύων την άχνα
θα ζωγραφίζονται ροζ κυκλάμινα
–μπορεί και ορτανσίες–
και το σηματωρό της σώμα
πυξίον ελεφάντινον επί λίθου σαπφείρου.



Από το βιβλίο: Απόστολος Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1999, σελ. 33.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥΣ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΑΜΥΘΗΤΑ ΧΕΡΙΑ


       Στους Ζωταίους και Τεφαίους μαστόρους

Τους έβλεπα σαρμανίτσα να κουνούν
       το μαντήλι ανεβαίνοντας
                  με χρυσή σκα-
                        λωσιά τους ουρανούς.

Φωσφόριζε το γιλέκο γυρισμένο στον άνεμο.
Αηδόνια στις βρύσες γέμιζαν το παγούρι τους.

Στο πλουμιστό τους δισάκι κόκκαλα προγονικά
κουτσουπιές μωβ μυριάδες και χερουβικά μελισσάκια –
λεπτές έννοιες αήττητες   μαυρισμένες γρεντές
από τσουκάλι ολονύκτιας περισυλλογής.

Μαύρη και λευκή πέτρα τσακμάκι του οίστρου
αμύθητα χέρια μαθημένα σε πάθος απόκρημνο
τσοκάνι ξερολιθιάς σε χλωρόκλαδα χώματα.

Τί λογής αγκωνάρια πελεκούσαν τις μέρες
στοιχειωμένα βουνά  δράκοντες   σύννεφα
βουβό κλάμα τις νύχτες.

Τα ποτάμια που δεν έχτισαν
πλαγιάζουν στα μάτια τους.

Τώρα ακούω μόνον σφυριά και μαδέρια
τη σταγόνα του νερού που σπάει τις πέτρες της
θροΐσματα μυστικών εκμυστηρεύσεων
ενώ τέσσερεις άγγελοι
ξετυλίγουν αόρατο σχοινί στα έναστρα βράδυα
αλφαδιάζοντας σπίτια και στέγες
σε βουνοπλαγιές που αγάπησαν.

Ποιοί ανάψαν λοιπόν το καντήλι στους λόφους
ευγενικά ν’ αποσύρει το δάχτυλο ο θεός
μην αφήνοντας ρεματιές και ρουμάνια ακατοίκητα.

Κανένα κυπαρίσσι δεν μετράει το ύψος τους.




Από το βιβλίο: Απόστολος Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», Στιγμή, Αθήνα 1999, σελ. 16-17.