Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (ΜΑΝΟΛΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (ΜΑΝΟΛΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

ΤΑ ΤΡΑΜ

 




FEDERICO GARCÍA LORCA / ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

[ΤΑ ΤΡΑΜ]

 

Νεκρός κείτονταν μες στο δρόμο

Βαθιά στην πλάτη το μαχαίρι

Κανείς δεν άπλωσε το χέρι

Κανείς δεν πάτησε το νόμο

 

Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ

Νταρανταντάν νταρανταντάν νταρανταντάν

 

Κλείσαν τα μαγαζιά οι γειτόνοι

Και τα μαζέψαν μάνι-μάνι

Σκορπίσαν όλοι απ’ το σεργιάνι

Άλλωστε πήρε να νυχτώνει

 

Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ

Νταρανταντάν νταρανταντάν νταρανταντάν

 

Στου φεγγαριού το φως γυαλίζει

Το κάθετο γυμνό λεπίδι

Αδιάφορο πελώριο φίδι

Το τραμ περνά και κουδουνίζει

 

Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ

Νταρανταντάν νταρανταντάν νταρανταντάν

 

1972

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΑΠΟΛΙΝΑΙΡ


 

GUILLAUME APOLLINAIRE

 

ΒΟΥΚΙΝΑ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΑ

 

Είν’ η δική μας ιστορία επίσημη και τραγική
Καθώς ενός τυράννου η πανοπλία
Κανένα δράμα τολμηρό καμιά μαγεία
Μια λεπτομέρεια με δίχως σημασία
Δεν κάνει την αγάπη μας παθητική

 

Κι ο Θωμάς ντε Κουίνσυ πίνοντας χασίσι
Αγνά κι ηδονικά ναρκωτικά
Γύρναε στην Άννα τη φτωχή του να ονειροπολήσει
Να φύγουμε να φύγουμε αφού το καθετί περνά
Μα πίσω πάλι θα ξανάρχομαι συχνά

 

Είναι βούκινα οι θύμησες κυνηγετικά
Που η ηχώ τους μες στον άνεμο θα σβήσει

 

Μετάφραση: Μανόλης Αναγνωστάκης.

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Μανόλης Αναγνωστάκης (επιμελητής), "Η χαμηλή φωνή" Νεφέλη, Αθήνα 1990.
 



 

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ...

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιάν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ' εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μιά Στιγμή
Σ' αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μιά παράταση,

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.


Από την ποιητική συλλογή: «Εποχές 3».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα, 1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 83.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ...




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ...

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
   ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
   στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
   σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
   περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
   άγνωστους δρόμους.



Από την ποιητική συλλογή: «Εποχές 3».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα, 1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 78.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΡΥΘΜΙΚΟΙ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ...




ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΟΙ ΡΥΘΜΙΚΟΙ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ...

Οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες
—Του ρολογιού χτυπήματα στην τελεσίδικη ώρα—
Φωνές πίσω απ’ τη μνήμη μικρόχαρων στιγμών
Τα χαραγμένα μάταια γράμματα στους τοίχους.
Πίσω από το Αύριο Πρωί δεν είναι τίποτα
Ούτε για την αθέμιτη χαρά μιάς αυταπάτης
Επιστροφή σ’ ένα κενό χωρίς διέξοδο
Χωρίς καν απλή βράδυνση απ’ την ανέκκλητη ώρα.



Από την ποιητική συλλογή: «Εποχές 3».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα, 1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 82.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ


ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιός θα ρθεί να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.



Από τη συλλογή «Εποχές 3» (1951).
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα» (1941-1971), δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 69-70.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ


ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω,
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε,δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους,
τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία.
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής. Θα πέσει η πόλις.


Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης.
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.




ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ


Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε με γνώριζε.)



Από την ποιητική συλλογή «Εποχές».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης «Τα ποιήματα (1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 27.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ ΔΕ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ


ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ...


Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τούς θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυό, κρύβοντας τον σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πως θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι –αν έχει μείνει–
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη,
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.



Από την ποιητική συλλογή «Η συνέχεια».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης «Τα ποιήματα (1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 91-92.