Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 






ΓΥΜΝΩΣΗ

 





JORGE DEBRAVO

 

ΓΥΜΝΩΣΗ

 

Η νύχτα ακάθεκτη, ανυπόμονη, μαυροντυμένη

χωρίς να το πολυσκεφτεί τα πασουμάκια σού ‘χει βγάλει.

Και -για να νιώθεις άσπρη, κάτασπρη, και φωτισμένη-

στα γόνατά σου τα λευκά η γυμνότητα συμβάλλει.

 

Αμίλητη μετά, χωρίς στιγμή να περιμένει,

τη μπλούζα τη μακριά σού αφαίρεσε η νύχτα η μεγάλη,

και σού ‘σκισε τη φούστα που ‘ταν απορροφημένη

στις σκέψεις της σαν πράγμα βυθισμένο μες στη ζάλη.

 

Αρχίζεις τότε σκανταλκές με χάρη. Ξεγυμνώμεις

μεμιάς το στήθος σου με τρυφερόφητα ανεμώνης.

Και κάτι λες, που για έρωτα αόριστο έλεγε ή και αλύχτα,

 

στο ναι αμφιρρέποντας και στο όχι, σαν να προσβαλλόσουν –

αλλά λιγάκι μόνο. Και όσο πιο γυμνή γινόσουν

στη νύχτα μέσα, και του αιδοίου δου εξέντυσες τη νύχτα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΕΡΩΣ

 



RAMON ORTEGA

 

Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΕΡΩΣ

 

Σειρές αρχοντικών με την παλαιική αρχιτεκτονική τους,

και πάντα στ’ αετώματά τους πάνω γράφεται ο σταυρός.

Καταπλακώνει η σκοτεινή νυχτιά την αυστηρή γραμμή τους

σαν κρέπι νεκρικό. Και πουθενά φωνή, μήτε και φως.

 

Σ’ αυτό το σπίτι σου, και στ’ ακροκέραμα θα συναντήσεις

απ’ το μοναχικό στενό ν’ ανοίγουν της βαριάς σιωπής

φτερά με θρόισμα φτασμένο από τις κρύφιες συζητήσεις

που εστήναν κάποτε ένας Ιδαλγός και μια κυριά Ισπανίς.

 

Πλην όμως, ω κυρία, ένας πλάνητας της νύχτας, μα όχι ψάλλων

σαν βάρδος με καταβολές νομαδικές, προσφέρει μάλλον

με σιωπηλή την  όψη στο κατώφλι σου τον έρωτά του.

 

Και νά τον μες στη νύχτα, μπρος απ’ τ’ ανθισμένο σου μπαλκόνι,

πώς τρέμει, σαν θωρεί την ιερή λευκότητα που απλώνει

το ρούχο σου, και την πετά απ’ το τζάμι σου στα βλέμματά του!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΙΜΟΖΑ

 



RAMON ORTEGA

 

ΜΙΜΟΖΑ

 

Δεν είναι το σονέτο μου σαν των θριάμβων ορχιδέες

ν’ ανοίγουν στο κλειστό των σαλονιών σκοτάδι. Ξιφιδίων

εικόνες δεν θυμίζουν, ούτε χρυσανθέμινες ιδέες

που κρύσταλλα εύθραυστα, πολύτιμα κοσμούν ανθοδοχείων.

 

Φυτό είναι μάλλον μαραμένο που όσο πάει και ξεφτίζει

και που ζαρώνουνε τα φύλλα του, άμα τ’ ακραγγίζει χέρι,

ή άμα ροή χρυσού ηλιακού φωτός το βασανίζει,

κι άμα με μια φτενή του ακόμα ανάσα το σκουντάει τ’ αγέρι.

 

Έτσι, όταν οι σεμνές ματιές σου εσέ παραληρούν χυμένες

για τούτο το βιβλίο με όλο ρίμες αρωματισμένες,

που ξετυλίγοντσι δειλά οι στροφές του, κι ας ηχούν σπιρτόζες,

 

οι στίχοι μου, με τ’ άγγιγμα των εναρμόνιων χεριών σου

και νιώθοντας ότι τους λούζουν οι φωτιές των δυό ματιών σου,

τα φύλλα θα ζαρώσουνε σαν νά ‘ν’ αισχυντηλές μιμόζες.