Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΛΟΝΓΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΛΟΝΓΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΜΕΡΙΤΗ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΜΕΡΙΤΗ

 

Η ιστορία είναι πάντα η ίδια,

η ιστορία πάντοτε γυρνάει·

το λένε στο Μπουένος Άιρες,

το λεν και στην Ουρουγουάη.

 

Κι είν’ δυό που πάντοτε χτυπιούνται:

ο ντόπιος και ο ξενομερίτης.

Και πάντα βράδυ. Και το βράδυ

λαμποκοπάει ο αποσπερίτης.

 

Δεν έχουν ιδωθεί ποτέ τους,

και ούτε ποτέ θε να ιδωθούνε·

ποτέ για χτήματα ή γυναίκα

δεν πρόκειται να χτυπηθούνε.

 

Στον ξένο τού είπαν κάποιος μόρτης

τα μέρη εκείνα τά ’χει πιάσει,

και τον γυρεύει ναν τα πούνε,

τον θέλει να τον δοκιμάσει.

 

Τον προσκαλεί με ωραίο τρόπο –

όχι απειλές, φωνές και τέτοια·

και κανονίζουν να παν έξω –

μην έχουν σπίτι μερεμέτια.

 

Και διασταυρώσαν τα στιλέτα

και γίνανε μαλλιά-κουβάρια:

ο ένας πέθαινε στο χώμα·

κι οι δυό τους ήταν παλικάρια.

 

Απόψε πρωτοϊδωθήκαν,

και ούτε θα ξαναϊδωθούνε·

για χτήματα, αγαπητηλίκια

δεν πρόκειται να χτυπηθούνε.

 

Πιο πονηρός και πιο γενναίος

κι αν είσαι. Λίγο αυτό μετράει.

Στο τέλος πάντοτε πεθαίνει

όποιος τον θάνατο ζητάει.

 

Για τούτο τους τ’ αντάμωμά τους

οι δυο λεβέντες είχαν ζήσει·

τα πρόσωπά τους πια σβηστήκαν·

τα ονόματά τους έχουν σβήσει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 





Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΩΝ


 

JORGE LUIS BORGES

 

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΩΝ

 

Κιθάρα, για έλα πες τις ιστορίες

 της εποχής που αστράφταν τα μαχαίρια

με ζάρια, με χαρτιά, με ξεσυνέρια,

γερά μεθύσια και ιπποδρομίες –

στην Κόστα Μπράβα, ανθό των προαστίων,

και στην Οδό των Εκδοροσφαγείων.

 

Μια ιστορία από το χτες σιμώνει

που κι πιο βλάκας θαν τη νιώσει ακόμη·

δεν έχει η μοίρα μπέσα και συγγνώμη,

κανείς δεν πρέπει να της το χρεώνει –

κι απόψε αυτό το βλέπω πρώτο-πρώτο,

σαν μού ’ρχονται αναμνήσεις απ’ τον Νότο.

 

Η ιστορία αυτή, χωρίς γιατί ή διότι,

είναι των αδελφών Ιβέρρα, Θε μου,

δυο αντρών του έρωτα και του πολέμου,

που επαίρνανε το ρίσκο πάντα πρώτοι.

Κι ας ήτανε άπιαστοι μαχαιροβγάλτες,

τους είπανε στ’ αφτί παπάδες-ψάλτες.

 

Κι ο πιο καλός ο άντρας; πάει χαμένος:

τον τρώνε η έπαρση και το νταμάχι·

το θάρρος χάβει αυτόν που, όσο και νά ’χει,

τον θέλει πάντοτε να τού ’ν’ δοσμένος –

κι ο νεότερος στων μαχαιριών τον σάλο

ξεπέρναγε σε φονικά τον άλλο.

 

Σαν είδε ο Χουάν Ιβέρρα ότι από χέρι

ο πιο μικρός πολύ τον ξεπερνούσε,

δεν είχε υπομονή άλλο, τον πονούσε

το πράγμα, κι έτσι τού ’στησε καρτέρι

στην Κόστα Μπράβα κάτω κάποια μέρα

και στη χωσιά τού εχάρισε μια σφαίρα.

 

Ούτε στιγμή δεν δίστασε κατόπιν·

τον ξάπλωσε στις ράγιες κι είχε υπόψη

το τρένο να περάσει να τον κόψει.

Την κεφαλή του τού έκοψε το τρένο –

σωστά ο μεγάλος τό ’χε σχεδιασμένο.

 

Πιστά σας είπα απ’ την αρχή ώς το τέλος

την ιστορία τούτη που θυμίζει

του Κάιν την παλιά την ιστορία, που

τον Άβελ να σκοτώνει συνεχίζει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




 

 

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

ΕΝΑ ΣΤΙΛΕΤΟ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ


 

JORGE  LUIS BORGES

 

ΕΝΑ ΣΤΙΛΕΤΟ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ

 

Κάτω στον ποταμό τον Μαλδονάδο

που ’ναι τυφλός, κρυμμένος – κάτω, λέγω,

εκεί, σ’ αυτό το γκρίζο το προάστιο,

που ο καημένος παίνεψε ο Καρριέγο,

 

πίσω από μια μισανοιγμένη πόρτα,

με μεσαυλή και κλήματα, της φάρας

του σκοταδιού όλες οι μακριές οι νύχτες

καημούς βαριούς ακούγαν της κιθάρας,

 

εκεί είναι ένα κουτί κλειστό, κι εντός του,

με πράγματα άλλα, κι όμως νέτο-σκέτο,

κι ας τά ’χει ο χρόνος όλα ξεχασμένα,

σκληρό, λαμπρό κοιμάται ένα στιλέτο.

 

Ανήκε στον Σαβέριο Σοάρες,

γνωστό ως Χιλιάνο – ήτανε δικό του·

κι αυτός στις εκλογές, στα μπαρ, στις λέσχες

έδινε τον καλύτερο εαυτό του.

 

Και τα παιδιά –ετούτοι οι σατανάδες–

τον ψάχνουν στα κρυφά, να δουν τί μένει

απ’ όλα εκείνα, μην και του στιλέτου

η λάμνα τώρα είναι στομωμένη.

 

Στα στήθη των καλών ανθρώπων πόσες

φορές νά ’ταν μπηγμένο ποιός να ξέρει;…

και μένει μόνο και λησμονημένο

και περιμένει νά ’ρθει κάποιο χέρι

 

που σκόνη πιά είναι. Πίσω από το τζάμι,

που κουρασμένος ήλιος το χρυσώνει,

εγώ, μέσ’ απ’ τα χρόνια και τα σπίτια,

σε βλέπω του στιλέτου λάμα μόνη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




 

 

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΤΟΥ ΓΑΛΙΑΝΤΡΑ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΤΟΥ ΓΑΛΙΑΝΤΡΑ

 

Σερβάντο Καρδόσο ήταν τ’ όνομά του·

τον ξέραν όλοι ωστόσο ως κυρ-Γαλιάντρα·

ο χρόνος που όλα τα ξεχνά, τα πάντα,

ποτέ δεν θα ξεχάσει τέτοιον άντρα.

 

Δεν ήταν από κείνους τους μοντέρνους

που κουβαλάνε όπλα με σκανδάλη·

του άρεσε το ρίσκο, και τραβούσε ό-

που δίνονταν των μαχαιριών οι μπάλοι.

 

Και στο Μοντιέλ πόσες φορές, ω, πόσες

η αυγή δεν τον εβρήκε η ροδισμένη

στα χέρια εκεί μιας κάποιας του γυναίκας

που και δικιά του ήταν και ξεχασμένη.

 

Το αγαπημένο του όπλο πάντως ήταν

η χαροντίσια του στιλέτου η λάμα.

Χριστϊανός, μα αγάπαγε το ατσάλι –

γι’ αυτόν αυτά τα δύο ήταν το ίδιο πράμα.

 

Και ή κάτω από το κάλυμμα του ίσκιου

ή στη γωνιά στ’ αμπέλι με τα κάρα,

τα χέρια του, που θάνατο σκορπούσαν,

ήξεραν να κουρντίζουν την κιθάρα.

 

Με τη ματιά του πάντα καρφωμένη

και ανύσταχτη ήξερε να σταματάει

χτυπήματα πισωπλατα. Μακάριοι

αυτοί που δεν τον είδαν να χτυπάει!

 

Λιγότερο μακάριοι όμως όσοι

για θύμηση στερνή τους (λέει ο μύθος)

είχαν το πώς εβγήκε το μαχαίρι

και πώς μεμιάς τούς μπήχτηκε στο στήθος.

 

Στο δάσος πάντα, στη μονομαχία,

φάτσα με φάτσα πάλευε, κοιτιόταν·

ζωή έζησε με φόνους και φευγάλες,

ζωή έζησε σάμπως να ονειρευόταν.

 

Ο θρύλος λέει πως πήγε μια γυναίκα

και τον παρέδωσε στη συμμορία.

Γρήγορα ή αργά θα παραδώσουμε όλοι

τη ζωή μας: έτσι γράφει η ιστορία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.