Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΛΙΧΟΣ (ΜΙΚΕΛΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΛΙΧΟΣ (ΜΙΚΕΛΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

ΝΕΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΘΕΛΕΙ ΟΙΚΟΔΟΜΗ


ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ (1844-1917)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται
χωρίς της Επιστήμης συνδρομή·
η θεία Φύσις κάνει για μαμμή
κι ο δράκος, σαν αρνί, θεός κοιμάται.

Αύριον, άντρας, σα ληστής κρεμάται –
νέα του κόσμου θέλει οικοδομή.
Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή -,
πλην άγιο φως στον τάφο του πλανάται.

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός σας
αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
που εκήρυξε για νόμο του τη χάρη.

Εσάς τιμή σας μόνη το στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
κι είν’ ο Θεός σας, σαν κι εσάς, μιαρός!

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

ΜΕ ΤΗ ΓΕΩΠΟΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ (1844-1917)


ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ


Απ’ όλες τις εφεύρεσες του νου
εκείνη για τη μέλλουσα ζωή
– να σε φυτεύουνε κουκί στη γη,
κουκιά να ξεφυτρώνεις τ’ ουρανού –
και τέχνες κ’ επιστήμες βάνει κάτου
με τη γεωπονία του θανάτου.

Και μ’ όλα τούτα, αγαπητέ μου Τρέκα
(που τόση έχεις στους στίχους μου στοργή)
πολύ φοβούμαι, μην η Θεία Οργή
αφήσει εμάς, σαν ασεβείς, στα σέκκα
και πέσει λύκος* στο φτωχό κουκί μας
και πάει τότε αμόντε η φύτεψή μας.

    *Παράσιτο




Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», τόμ. 17, αρ. 689 (1920), σελ. 288.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΩΣΤΟΣ


ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ (1844-1917)


ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΛΟΥΙΖΑΝ


Με λέει η Λουίζα ασεβή
και τα ωραία της μάτια δε γυρίζει
τον άτυχο να ιδεί τον ποιητή
γιατί κεριά σ’ αγίους δεν ανάβει
και δεν πηγαίνει άχ! να μεταλάβει...

Κι αν είτανε η Λουίζα μιά ομορφιά
σαν μιάν αγία ορθόδοξη που νά ’χει
το χρώμα της ελιάς, χολερικιά,
και στραβομούρα με κυρτή τη ράχη,
υπομονή θε νά ’λεγα! ας είναι...
φέτια φαρμάκια, στιχουργέ μου, πίνε.

Μα νά ’ναι ένας άγγελος σωστός
με δίχως μόνο τα φτερά να φέρει
ωσάν αφ’ τον Παράδεισο αρπαχτός
αφ’ του ζωγράφου Ραφαήλ το χέρι,
και να μη στρέφει καν να με κοιτάζει,
μες στη χολή μου την ψυχή μου βράζει.

Αχ, μη, Λουίζα, μη με λέγεις ασεβή...
μήπως κι εγώ Θεό λες δεν πιστεύω;
Στην ομορφιά, εικόνα του πιστή,
μήπως, τί άλλο παρ’ αυτόν λατρεύω;
Και μήπως εμπροστά στην ομορφάδα
δεν καίεται η καρδιά μου σα λαμπάδα;

Έπειτα την αγάπη, εντολή
μεγάλη σαν τον ίδιο το Θεό μας,
εσύ την εχτελείς από τους δυό μας
μήπως να πεις μπορείς πως πιό πολύ.
Αχ, μη με λές, Λουίζα, άπιστόνε,
να μη πιστέψω το Θεό σκληρόνε.

Μα η Λουίζα όχι μόνο να με ιδεί
τα ωραία της μάτια δε γυρίζει,
μα ούτε καν ακούει την παλαβή
τη μούσα μου, αν ίσως μουρμουρίζει
ένα τραγούδι τέτοιο δίχως χάρη,
που αν του ήλιου εκείνου μόνο μία
αχτίνα είχε, θά ’λαμπε ως φεγγάρι
μέσα στων τραγουδιών την απειρία!



Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», τόμ. 17, αρ. 683 (1920), σελ. 299-300.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

ΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ ΤΗΣ


ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ


Συνάδελφο με κράζεις ποιητή,
εσύ, πηγή ύδατος αλλομένου,
νάμα ψαλμού ζωής, πατρίδας αίνου,
που αιώνια Ελλάδα βουΐζει θαυμαστή.

Κι άμποτες απ’ αυτό να ποτιστή
το χώμα αυτού του τόπου του καμένου,
και νά ’ναι κι η βουλή του πεπρωμένου
ξανά με δάφνες νέες να στολιστή!

Μα εγώ είμαι έρημου βράχου μια βρυσούλα
που έρημη ρέει σ’ έρημο γιαλό
και ρέει σαν να κλαίη την ερημιά της...

Και μόνο νύχτα, μέρα, βράδυ, αυγούλα
κρένει με του πελάου το βογκητό
σαν έρτη φτερωτός να πιή διαβάτης...