Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΟΥΛΗΣ (ΘΑΝΑΣΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΟΥΛΗΣ (ΘΑΝΑΣΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1798 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ




ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ


Ο ΚΑΛΟΤΥΧΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

    E mi trouvai στα Τρία Πηγάδια και επήα στον Άι-Λύπιο
    παρηγορημένος από τες μυρουδιές του κάμπου
               «Η Γυναίκα της Ζάκυθος»
               (Σημειώματα)

Μετά θάνατον έτυχε και τούτο το σπάνιο στον καλότυχο
ποιητή Διονύσιο Σολωμό· είδε πώς ελάμπανε από πάνω του
όλα τ’ άστρα και τον ευφραίνανε πολύ

κι ανάμεσα στο πνεύμα του Άι-Λύπιου
με τον καλαμιώνα γύρω που εφυσούσε

κι εσήμαινε η Φαρμακωμένη

Κι όπως εμόναζε μέσα του μεταμορφώθηκε ολόκληρος
σε απόκριση αλλά φωνή από πουθενά δεν ακουόταν
και αίφνης θυμήθηκε που είχε ξεχάσει ανοιχτό το
  προσευχητάρι του
στο αναλόγιο του Αγίου (του εδιάβαζε όσα έγραφε
και συχνά εμάλωναν που του εζητούσε να διαβαίνει
με το άλογό του τα κενά κρατημένα από πάνω
όπως στις βυζαντινές καμάρες και αν ευλογεί το
  μίσχο τους)

ίσως του τα εθύμισε όλα αυτά η Φαρμακωμένη
που εχασομέρησε για το γιατρικό του

δεν ήταν εύκολο να ιδεί κανείς το Σολωμό
και ιδίως με γυμνό μάτι

και καθώς ήταν μόνος σε όλα του
θα γυρίσω στον Άγιο Λύπιο είπε ψηλαφίζοντας το
  χάραμα

κι εύρισκε εκεί δρόμο και όρια



Από το βιβλίο: Θανάσης Τζούλης, «Όταν ο Θεός εις το σώμα έλθη πολύς», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 199ο, σελ. 18.


Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΡΥΒΕΙ ΦΟΝΟΥΣ ΚΟΥΝΑΒΙΩΝ




ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ (1932-2010)


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΡΥΒΕΙ ΦΟΝΟΥΣ ΚΟΥΝΑΒΙΩΝ

Κάτω από τη χλόη των άκρων του και τις βροχές
και κυρίως στις κουφάλες του υπογάστριου
ο ποιητής κρύβει φόνους κουναβιών
που θα συντελεστούν στις αμοιβές του χειμώνα

γιατί ένας ποιητής μ’ ανοιχτά σπλάχνα
είναι τόπος παγιδευμένος απ’ τους κυνηγούς

όπως και κάθε πηγή μες στους δρυμούς



Από το βιβλίο: Θανάσης Τζούλης, «Αμφίβια», Εκδόσεις Η Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 31.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ (1932)


ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ


Από τη μια μερια πεινάει το αίμα μου

από την άλλη πεθαίνει
μισοφωτισμένο από μακρινούς προβολείς
που ρίχνουν περαστικά φορτηγά

Κρατάει τότε την κίνηση μέσα του
που είναι η λάσπη να το δένει
και κλείνει αθόρυβα

χωρίς να πέσει από τις κλειδώσεις του

για να βυθιστεί ολόκληρο
πιασμένο από τα μαλλιά του



Από το βιβλίο: Θανάσης Τζούλης, «Αμφίβια», Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 37.