Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SOLOGUREN (JAVIER). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SOLOGUREN (JAVIER). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

ΕΡΩΣ ΖΟΦΕΡΟΣ

 


JAVIER SOLOGUREN

 

ΕΡΩΣ ΖΟΦΕΡΟΣ

 

Ὁ ἔρως ζοφερὸς

καὶ νά ποὺ ἀνοίγουν τὰ ἐρέβη

τὰ σπινθηροβόλα

καὶ νάτες ἡ σύγκρουση καὶ ἡ πυρκαγιὰ

καὶ ἡ πιὸ γλυκιὰ μανία

ἡ τρυφερότερη φωτιὰ

νά τες καὶ τῆς πυρᾶς οἱ γλῶσσες

νὰ ψάχνονται νὰ διαπλέκονται ν᾽ ἀκουμπιοῦνται

ἀνάμεσα στὴν ἀκτινοβολούσα κλίνη τῆς νύχτας

καὶ στὴ δροσιὰ τῆς αὐγῆς ποὺ βρίσκεται στὴ φέξη της

νάτες καὶ ἠ λήθη μὲ τὴν ἔκσταση

ἡ στιγμὴ μὲ τὴν ἄχρονη γεύση της

νὰ τὸ διπλὸ πλάσμα ποὺ κορυφώνεται

καὶ τὸ ἕνα του κομμάτι καταβροχθίζει

μὲ σύμφωνο ἀμοιβαιότητας τὸ ἄλλο

νά το νά το ἐδῶ ποὺ ἐσὺ τὸ γκρέμισες

νά το σταυρωμένο ἀπὸ σένα

καὶ νά το καὶ ἀπὸ σένα ἀναστημένο

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

ΤΟ ΒΕΛΟΣ

 


JAVIER SOLOGUREN

 

ΤΟ ΒΕΛΟΣ

 

Το ευαίσθητο σαν γυναικείος λαιμός ποτάμι υπό το βάρος των νυχτερινών κοσμημάτων.

Η χθόνια τρυφή του σκότους επάνω στα φυτικά τοιχώματα.

Το κεκλιμένο ήμισυ της γης που φωτίζεται απ’ το διάβα κάποιου πάνθηρα.

Το φεγγάρι των κατσαρωμένων καλαμιών στις παγωμένες ποτάμιες όχθες.

Η μελαγχολική συνέχεια όσων κυμάτων έχουν ξεδιπλωθεί στα μάκρη συνοδευόμενα από πλήθος σιωπηλών αντικτύπων.

Οι φλοισβίζουσες κλίνες του φωτός στο έσχατο ουράνιο φύλλωμα.

Η χώρα που περιχαρακώθηκε με τείχη από των πλανητών το επίμονο μολύβι.

Το δωμάτιο, και τα τρόφιμα γεμάτα θανατηφόρα ωχρότητα.

Το χέρι που γυρνάει τις αόρατες τροχαλίες του ύπνου.

Η πένα όπου τρέχει μόνο τού κόσμου ο ίσκιος.

Το ανθρώπινο μάτι, το ανθρώπινο κρύο, η απορροή της λήθης.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

 


JAVIER SOLOGUREN

 

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

 

Αστέρια που δεν κατοικούνται, χώρος ψυχρός και από εμάς ανέγγιχτος,

πέτρες που δεν αναπνέω, λεωφόροι θολές, αδιαφανείς.

Στο κάρβουνο και στις άκαμπτες εφημερίδες, σαν τον καπνό είμαι

που ξεφεύγει απ’ το γουδί του νοικοκυριού το ήσυχο.

 

Η πόλη είναι ένα παγωμένο πλέγμα, μια σκέψη

αιχμηρή και επίμονη που χαράζει το πρωί με καθαρότητα.

 

Η πόλη είναι πια τρένο χαρούμενο, σφύριγμα χρυσό,

γρήγορη και ακατοίκητη φωτιά στων πεζοδρομίων το πέρασμα.

 

Πύλη που ανοίγει επάνω από το απροσδόκητο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΑΣΤΡΑΠΗ ΕΠΩΔΥΝΗ…

 


JAVIER SOLOGUREN

 

[ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΑΣΤΡΑΠΗ ΕΠΩΔΥΝΗ…]

 

Δέντρο που είσαι αστραπή επώδυνη,

άνεμε που ύλες φλογερές αρπάζεις,

αχτίδων δάση στα νυχτερινά νερά ανάμεσα –

πρέπει τάχα να σας πω ότι για μένα σφυρηλατείται

ένα βαρύ μες στην καρδιά μου κόσμημα, ένα φύλλο

που σκίζει σαν αστέρι το καταφύγιο του αίματος;

 

Δεν ξέρω άλλο βλέμμα να μοιάζει με πτήση

άνετη και μύχια, δεν ξέρω άλλο βήμα μακρινό,

κύμα που να ήταν καθαρότερο απ’ τη ζωή στο στήθος μου.

 

Κι εσείς, σύννεφα, να ξέρετε ότι ζω, να ξέρετε ότι τραγουδώ,

κάτω από τη συγκεχυμένη δόξα της εσπέρας, εγώ ο μοναχικός.

 

Να ξέρετε ότι ζω, ότι με σφιχταγκαλιάζει ο ουρανός,

ότι το μέτωπό μου πρέπει να πέσει σαν λαμπτήρας κενός

στα πόδια κάποιου αγάλματος που επιμόνως ξαγρυπνάει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ

 


JAVIER SOLOGUREN

 

ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ

 

       O soleil c’est le temps de la Raison ardente

                 APOLLINAIRE

 

Να πεθάνεις σαν λουλούδι στους κόλπους δύο στιγμιαίων κυμάτων μπροστά στο διστακτικό απαύγασμα απρόβλεπτης και διπλανής ευδαιμονίας.

Να πεθαίνεις σαν πουλί που πέφτει ανάμεσα σε σύννεφα ροδαλών δαχτυλιδιών· ανάμεσα σε μίσχους δονούμενων βλεφαρίδων και σε κύπελλα αδυσώπητου φωτός.

Να πεθαίνεις σ’ ένα υδράργυρο κάστρο επάνω στην λάμψη ματιάς ερωτευμένης.

Να πεθαίνεις βλέποντας τον ήλιο απέναντι από πλαγιές αφρώδεις.

Να πεθαίνεις σαν ρόδο κομμένο στη φωτιά της νύχτας.

Να πεθαίνεις όταν βρέχει και ρίχνει μεταξένια λέπια.

Να πεθαίνεις στα ευώδη κύματα κάτι ευαίσθητων κροτάφων.

Να πεθαίνεις σε τούτο ’δώ το λαξευμένο φρούριο κάποια έρημη πρωία.

Να πεθαίνεις παρασυρμένος απ’ τη θάλασσα που αναπνέει κόντρα στου σπιτιού μου τους τοίχους.

Να πεθαίνεις μέσα σε μιαν ολάξαφνη φυσαλίδα αγάπης που δεν θα είναι τίποτ’ άλλο παρ’ απλώς κενό.

Να πεθαίνεις σαν μικρή αχηβάδα που την αφήνει η θάλασσα να στάζει στις λευκές αμμουδιές σαν τριανταφυλλί αφτάκι σκεπασμένο με θερινές αστραπές.

Να πεθαίνεις για ν’ ανταμώσεις κάτω από το χώμα το γλυπτό κάποιου αρχαίου ανθρώπινου ονείρου.

Να πεθαίνεις εκεί που τα πουλιά διαλέγουν άγνωστες κατευθύνσεις ανάμεσα στα κύματα και στη νύχτα, ανάμεσα σε μια περίτεχνη ίριδα και στον εκτυφλωτικό λαβύρινθο της πανίδας που παραμονεύει κρυμμένη.

Να πεθαίνεις όσο πιάνει το γυμνό κορμί σου σαν ράκος άκαμπτου φιλντισιού, γαλακτωδών συστάδων και οξυδερκών ανθέων που σκορπίστηκαν με εντονότατο πάθος.

Να πεθαίνεις μόνος στη γη με τη χλιαρή ριπή του αέρα που πέφτει με βάρος εξόχως ερωμανές και με την τρομερή επαφή τρυφερού και ξεχειλισμένου δέρματος.

Να πεθαίνεις σ’ ένα θωπευτικό ντουέτο από στενά ολόχρυσα φλάουτα στη μέση του νερού των ματιών σου και κάτω από το πυρακτωμένο χώμα.

Να πεθαίνεις αιχμάλωτος σ’ έναν σκληρό λαιμό μες στον σιωπηλό αφρό των φυλλωμάτων πιασμένος.

Να πεθαίνεις ακολουθώντας ένα ιππικό που σαρώνει στα βάθη των πολύτιμων ορυχείων φλόγες που πρέπει να λάμπουν και γκάζια στην παννυχίδα του έρωτά μου.

Να πεθαίνεις στο επίπεδο κάποιου χαμόγελου υπέροχα λεπτοφυούς.

Να πεθαίνεις σε μια λίμνη ψυχρού μεταξιού όπου βράζουν της μεσημβρίας οι φλεγόμενες πέτρες, στα μάτια σου που είναι δυο μικροί μοναχικοί καρποί και όπου το απόγευμα είναι ένα φύλλο πανάμωμου μελιού.

Να πεθαίνεις σ’ ένα σώμα καλλωπισμένο από το πιο απομακρυσμένο χιόνι.

Να πεθαίνεις νιώθοντας ότι το αίμα, η αταξία και ο ύπνος εξακολουθούν να είναι κάτι όμορφο στη γη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.