Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΚΝΙΑΣ (ΣΠΥΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΚΝΙΑΣ (ΣΠΥΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

ΑΜΗΧΑΝΙΑ




ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΑΜΗΧΑΝΙΑ

Σχήματα ρευστά κινούμενα όνειρα
σκιές διαλυμένες και ρωγμές
να μπαίνεις ελεύθερα στον κόσμο ή να βγαίνεις
είναι καλό επιχείρημα η ελευθερία
για να ερωτεύεσαι ή να φυγομαχείς
ν’ αφομοιώνεις το σύμπαν ή να λικνίζεσαι
με τις ανταύγειες του νερού που λάμπει
ή ν’ ανγναντεύεις το περιστέρι στο καμπαναριό του Αγίου
ν’ αφήνεσαι άβουλα στη βία των ειδήσεων
εσύ που είχες ποθήσει λίγον ύπνο στη δροσιά των φίλων
ν’ ακούς τη σιωπή να θρυμματίζεται απ’ τις οπλές
του χρόνου χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων.


Από το βιβλίο: Σπύρος Τσακνιάς, «Τα ποιήματα 1952-1992», Στιγμή,  Αθήνα 2000, σελ 339.


Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

ΕΠΙΦΥΛΑΚΗ




ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΕΠΙΦΥΛΑΚΗ

Το χέρι που με αβέβαιες γραμμές
σχεδιάζει τη μορφή σου
είναι η σαρκοφάγος
ενός χαμένου προσανατολισμού
δεν έχει βαφτεί στο αίμα κανενός
κάνει το σημείο του σταυρού
ή μαζεύει βότανα
κόβει το ψωμί
ή χαϊδεύει το κεφάλι του σκύλου
που κοιμάται
στη σκιά της ιτιάς

το χέρι που ονειρεύεται να σφίξει
τ’ αστραφτερό μαχαίρι
διανυκτερεύει
μέσα στα δικά σου χέρια.


Από το βιβλίο: Σπύρος Τσακνιάς, «Τα ποιήματα 1952-1992», Στιγμή,  Αθήνα 2000, σελ 325.



Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΞΗΜΕΡΩΜΑ




ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Θαμποχαράζει όταν κλείνω το βιβλίο
με τόσα αινίγματα στο μυαλό
πώς θα κοιμηθώ
βλέπω
χέρια να χτυπούν πλήκτρα
μα δεν ακούω μουσική
ακούω πυροβολισμούς
αλλά δε βλέπω δολοφόνους
όμως το σπίτι
γέμισε σκοτωμένους
ο κήπος γέμισε φαντάσματα
κάθονται κάτω απ’ την κληματαριά
κάτω απ’ τα πλατιά μαύρα καπέλα τους
πότε-πότε σηκώνουν τα κεφάλια τους
σα να ψάχνουν για σημάδια στον ουρανό
κι ύστερα χάνονται
στο μεγάλο σχήμα της αυγής.



Από το βιβλίο: Σπύρος Τσακνιάς, «Τα ποιήματα 1952-1992», Στιγμή,  Αθήνα 2000, σελ 320.


Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

ΑΛΛΟΘΙ




ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΑΛΛΟΘΙ

Θα μαζέψω μιαν αγκαλιά σπάρτα, κλωνάρια μυγδαλιάς, να ζεστάνω το μοναχικό σπίτι,  τ’ άδειο δωμάτιο.  Θα συμμαζέψω τα σκορπισμένα χαρτιά, θα πετάξω τ’ αποτσίγαρα, θα συγυρίσω τ’ ανάρμοστα όνειρα, τις ατίθασες μνήμες. Θα διώξω

τον ίσκιο που ρίχνουν οι λέξεις πάνω στα ποιήματα, τον ίσκιο που ρίχνουν τα ποιήματα πάνω στη δυστυχία, να μείνει ανόθευτο το βράδυ κι η γαλήνη του,  κι ο πόνος, γυμνό μαχαίρι, ν’ αστράφτει στο σκοτάδι. Όχι

δεν με τρομάζει το σκοτάδι. Νυχτοβατώ ανάμεσα σε πράγματα που ήταν κάποτε ανθρώπινα κι έγιναν φαντάσματα: ο σκυθρωπός καθρέφτης,  η βαρύθυμη καρέκλα,
τ’ απαρηγόρητο σκαμνί, η απελπισμένη σιφονιέρα. Όχι

δεν προσπαθώ να σας γελάσω: Αν είναι να ζήσουμε δίχως αυταπάτες,  πρέπει να συνηθίσουμε στο πολικό ψύχος ενός μοναχικού σπιτιού, ενός άδειου δωματίου.
Γι’ αυτό στρέφομαι στ’ αγριολούλουδα, τα βότανα, τ’ άνθη της σέρας, τα εξημερωμένα φυτά. Είναι κι αυτό ένα άλλοθι,  ή μια ακόμη αυταπάτη,

– η τελευταία αυταπάτη. Μη με ρωτήσετε ποιος φταίει,  δεν ξέρω ποιον να κατηγορήσω κι αν είναι σκόπιμο ν’ αναζητούμε πάντα κάποιον ένοχο ή κάποιο εξιλαστήριο θύμα ή μήπως είναι απείρως προτιμότερο να
ζούμε με την υποψία μιας απέραντης αθωότητας.



Από το βιβλίο: Σπύρος Τσακνιάς, «Τα ποιήματα 1952-1992», Στιγμή,  Αθήνα 2000, σελ. 305-306.


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

ΚΑΠΝΙΖΟΝΤΑΣ Μ’ ΕΝΑ ΦΙΛΟ




ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ


ΚΑΠΝΙΖΟΝΤΑΣ Μ’ ΕΝΑ ΦΙΛΟ

Κάποτε θα μετακομίσω. Θα εγκατασταθώ μονίμως σε ένα ευρύχωρο παρελθόν δίπλα στη θάλασσα. Το σούρουπο θ’ ακούω τον ουρανό να ψιθυρίζει μυστικά στις μολόχες και τα χαμομήλια. Μετά θ’ ανοίγω τα παράθυρα στις σκιές της νύχτας. Περνούν

 τα χρόνια, ασπρίζουν, γίνονται σαν τις λαμπάδες της Αναστάσεως. Και τί ποιήματα θα γράψεις που θα τα πάρουνε τα κύματα. Προσπαθώ απλώς να διατηρήσω μερικά φαντάσματα, όμως το σπίτι είναι γεμάτο χαραμάδες, βγαίνουν στο δρόμο, τα πατάνε τ’ αυτοκίνητα.

 Πώς μπορεί να μένει αδιάφορος κανείς μπροστά σε τόση καταστροφή; Κι όμως, τον περισσότερο καιρό δεν συλλογίζομαι τίποτε ή θυμάμαι κάτι ξεχαρβαλωμένες μελωδίες και στεναγμούς αποχαιρετισμών ή παίρνω μια γομολάστιχα και σβήνω λογαριασμούς που μια ζωή κρατούσα με σχολαστική ακρίβεια. Τότε

 έρχεται ένας ηλικιωμένος άντρας με πράο ύφος κι άσπρα μαλλιά, κάθεται διστακτικά στην άκρη του καναπέ όπως κάνουν πάντα οι φτωχοί. Η ανάσα του μοσχοβολάει άγια σοφία, θέλω να του πω πως έτσι φανταζόμουν πάντα τη δικαιοσύνη, αλλά φοβάμαι ότι κι οι πιο ανώδυνες λέξεις θα σκοντάψουν στην άτρωτη αμηχανία του.

 Του μιλώ απλώς για τα μελλοντικά μου σχέδια και για τη μετακόμιση, εκείνος ακούει με προσήνεια ώσπου το σούρουπο γυρίζει σε βαθύ σκοτάδι και δεν διακρίνονται παρά οι καύτρες των τσιγάρων μας. Φεύγει αθόρυβα ψιθυρίζοντας καληνύχτα κι εγώ ντρέπομαι που μια καλή φιλία σκέφτηκα προς στιγμήν να την πω δικαιοσύνη.



Από το βιβλίο: Σπύρος Τσακνιάς, «Τα ποιήματα 1952-1992», Στιγμή,  Αθήνα 2000, σελ. 279.