Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα OROZCO (OLGA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα OROZCO (OLGA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ


 

OLGA OROZCO

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Χρόνε:
το σαπισμένο δέρμα του ύστατου προφήτη εντύθηκες,
την όψη σου έφθειρες ώς την ακρότατη χλομάδα,
στέμμα έβαλες φτιαγμένο από σπασμένους καθρέφτες και ράκη βροχερά,
και ψαλμωδείς τώρα του μέλλοντος το τραύλισμα με αλλοτινών εποχών ξεθαμμένες μελωδίες,
ενώ περιπλανιέσαι σαν ίσκιος ίσκιων και σαν τους τρελούς βασιλιάδες στης χωματερής σου τους πεινασμένους σωρούς.


Δεν με νοιάζουν πια καθόλου τα μισερά σου φασματικά παραληρήματα,

ελεεινέ αμφιτρύωνα.
Μπορείς να ροκανίσεις τα οστά των μεγάλων υποσχέσεων στους ξεχαρβαλωμένους σου τύμβους
ή να γευτείς το αψύ παρασκεύασμα που αναβλύζουν οι αποκεφαλισμοί.
Κι ακόμη δεν θα σου φτάνει τίποτα
ίσαμε να καταβροχθίσεις και το τελικό άλεσμα με την κομψότητά σου που θυμίζει κάτι του Γκόγια.


Τα βήματά μας δεν συγχρονίστηκαν ποτέ σε αυτούς τους διασταυρούμενους λαβύρινθους.
Ούτε καν στην αρχή,

όταν με πήρες απ’ το χέρι να με πας στο μαγεμένο δάσος
και με υποχρέωνες να τρέχω λαχανιάζοντας πίσω από κείνον τον ανέφικτο πύργο
ή ν’ ανακαλύπτω πάντα την ίδια αμυγδαλιά με την ανάμεσα φόβου και αθωότητας σκοτεινή της γεύση.
Αχ, και το γαλάζιο σου φτέρωμα να λάμπει μέσα στα κλαδιά!
Δεν μπόρεσα να σε βαλσαμώσω ούτε κατόρθωσα να κόψω σαν μήλο χρυσό την καρδιά σου.


Εξαιρετικά επείγων,
ύστερα έγινες το μαστίγιο που υποκινεί και προτρέπει,
ο αυτοκρατορικός αμαξάς που με συνθλίβει με τα πόδια των ζώων του.
Εξαιρετικά βραδύς,
με καταδίκασες να είμαι ο αγνοούμενος όμηρος,
το θύμα το θαμμένο ώς τους ώμους μέσα στων αιώνων την άμμο.


Υπήρξαν φορές που παλέψαμε σώμα με σώμα.
Σαν τ’ άγρια θηρία διεκδικήσαμε το κάθε κομμάτι του έρωτα,
την κάθε συμφωνία που υπογράφηκε με το μελάνι που έφτιαξες σε κάποια στιγμιαία αιωνιότητα,
το κάθε σμιλεμένο πρόσωπο στην αστάθεια των ταξιδιάρικων νεφών,
το κάθε σπίτι που χτίστηκε στο ανεπίστροφοο ρεύμα.
Να μου αρπάξεις κατάφερες ένα-ένα όλα τούτα τα ετοιμόρροπα
των ναών μου απομεινάρια.
 


Μην τον αδειάζεις τον σάκο.
Τα τρόπαιά σου μην τα επιδεικνύεις.
Και μην ξαναλές τους άθλους σου, άθλους αισχρού μονομάχου, στις άμετρες των αντηχήσεων τις γαλαρίες.


Ούτε κι εγώ σου παραχώρησα εκεχειρία.
Τ’ αγάλματά σου τα βίασα.
Παραβίασα τις κλειδαριές σου και ανέβηκα στις σιταποθήκες που προλέγουν τα μέλλοντα.
Έφτιαξα μία μόνο πυρά με των εποχών σου το σύνολο.
Σε γύρισα ανάποδα σαν τα ξόρκια που λύνονται,
ή ανακάτεψα τα σκεύη σου σαν αναγραμματισμό που χαλάει με κόλπο την τάξη και αλλάζει το νόημα.
Σε συμπύκνωσα και σ’ έκανα ακίνητη θαμπή φυσαλίδα,

στους γυάλινους ουρανούς μου εγκάθειρκτη.
Τέντωσα κι άπλωσα το ξερό σου το δέρμα επάνω σε λεύγες και λεύγες μνήμης
μέχρι που λίγο-λίγο το τρύπησαν όλο οι ωχρές ακίδες της λήθης.
Των ζαριών ένα ρίξιμο σ’ έκανε να κοντοσταθείς μετέωρος πάνω στο απέραντο κενό
που χάσκει ανάμεσα σε δύο ώρες.


Την ψυχή μας μαντρώνοντας εφτάσαμε μακριά σε τούτο το στυγνό, το απαίσιο παιχνίδι.
Ξέρω – δεν υπάρχει ανάπαυση,

δεν με βάζεις σε πειρασμό, όχι, αφήνοντάς με να εισβάλω στη γαλήνια σκιά
των φυτικών εκατονταετιών σου,
αν και σε τίποτα δεν θα μου χρησιμέψει να είμαι σε εγρήγορση,
αν και στο τέλος παραμένεις όρθιος περιμένοντας την αμοιβή σου,
τη μικρόψυχη δωροδοκία που με ιδιοτέλεια κόβουν προς τιμήν σου σε κέρματα οι βραχνοί μηχανισμοί του θανάτου.


Και μη γράφεις «ποτέ ξανά» πάνω στα λευκά σύνορα
με το ανίδεο χέρι σου
σαν να ήσουν θεός του Θεού,
ένας πρώην φύλακας, αφεντικό του ίδιου σου του εαυτού σ’ ένα άλλο εσύ μέσα

που ξεχειλίζει σκοτάδια και ξερνάει ζόφους.
Άσε που δεν αποκλείεται καθόλου νά ’σαι απλώς ο πιο άπιστος ίσκιος κάποιου οποιουδήποτε από τα σκυλιά σου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΣ

 


OLGA OROZCO

 

ΑΝ  ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΣ

 

Μάνα, τὸ ἀφημένο παιδί σου εἶναι αὐτὸ ποὺ σὲ φωνάζει,

ποὺ μὲ μιὰ κραυγὴ γκρεμίζει τὴ νύχτα καὶ σὰν πεσμένη αὐλαία τὴ σέρνει στὰ πόδια σου,

γιὰ νὰ μὴ μείνεις ἐκεῖ, στὴν ἄλλη, στὴν ἀποκεῖ πλευρά,

ὅπου ὁλομόναχη πᾶς στὰ τυφλὰ νὰ μὲ ἀποκρυπτογραφήσεις μέσα ἀπὸ ἕναν τοῖχο φαντασμάτων καμωμένων μὲ τυφλὸ πηλό.

Μάνα, οὔτε κι ἐγὼ σὲ βλέπω,

γιατὶ τώρα σὲ σκεπάζουν οἱ παγωμένες σκιὲς τοῦ ἥσσονος χρόνου καὶ τῆς μείζονος ἀπόστασης,

καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ πάω νὰ σὲ βρῶ,

ἴσως γιατὶ ποτὲ δὲν ἔμαθα ἐγὼ νὰ σὲ χάνω.

Βρίσκομαι ὅμως ἐδῶ, στὸ βάθρο μου ποὺ τό ᾽κοψε στὴ μέση ὁ κεραυνός,

κι ἔχω γίνει ἄγαλμα ἀπὸ ἄμμο,

μιὰ χούφτα στάχτη, γιὰ νὰ μοῦ χαράξεις ἐκεῖ τὸ σημάδι,

τὰ σημεῖα ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ συνεννοούμαστε πάλι.

Βρίσκομαι ἐδῶ, μὲ τὰ πόδια μπερδεμένα στὶς ρίζες τοῦ πενθοῦντος αἵματός μου,

χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ κινηθῶ, νὰ κάνω βῆμα.

Ὁπότε ἔλα ἐσὺ νὰ μὲ βρεῖς, ἔλα στὴ μέση αὐτοῦ τοῦ δάσους τῶν παραισθήσεων,

ὅπου τὸ κάθε τρίξιμο εἶναι ὁ θρῆνος σου,

ὅπου τὸ κάθε φτερούγισμα εἶναι ἐξορίας διεκδίκηση ποὺ ἀδυνατῶ νὰ καταλάβω,

ὅπου κάθε κρύσταλλος χιονιοῦ εἶναι τῆς αἰωνιότητάς σου ἀπόσπασμα,

καὶ κάθε ἀναλαμπὴ ἡ λάμπα ποὺ ἀνάβεις γιὰ νὰ μὴ χαθῶ στὶς σήραγγες αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Καὶ ὅλα συγχέονται.

Καὶ ἡ ζωή σου καὶ ὁ θάνατός σου μπερδεύονται μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴ ζωή μου σὰν τῶν ἐφιαλτῶν τὰ προσωπεῖα.

Καὶ ἀγνοῶ ποῦ βρίσκεσαι.

Μάταια σὲ καλῶ ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης, τοῦ οἴκτου ἢ τῆς συγγνώμης

σὰν ἐκεῖνον ποὺ χαϊδεύει κάποιο φυλαχτό,

μιὰ πέτρα ποὺ κλείνει ἐντός της μιὰ σταγόνα αἷμα, αὐτὴν ποὺ μπορεῖ νὰ ζωντανέψει ἀκόμα καὶ στὸ πιὸ ἀπίθανο ὄνειρο.

Τίποτα — ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα νύχι στυγνότατης θλίψης ποὺ χρόνων ἀλλοτινῶν χαράζει τὸ ὕφασμα

γιὰ ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ ἕνα τραπέζι ὅπου κόβεις τὸν ἐπιούσιο,

ἕνα δωμάτιο ὅπου μὲ χέρια ὑπομονετικὰ ἰσιώνεις τὶς ζάρες ποὺ σκάβουν στὴν ψυχή μου ὁ πυρετὸς καὶ ὁ τρόμος,

μιὰ σάλα ποὺ ξαφνικὰ ὀμορφαίνει γιὰ τὴ γιορτὴ ὅπου θὰ σὲ δῶ νὰ διαβαίνεις

φορώντας φωτοστέφανο ὑπερήφανης τρυφερότητας,

ἕνα κρεβάτι ὅπου γυρνᾶς ἀπὸ τὸν θάνατο ἁπλῶς καὶ μόνον γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρουμε, γιὰ νὰ μὴν πονᾶμε

πάρα πολύ.

Ὄχι. Δέν θέλω, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ βλέπω.

Δὲν θέλω νὰ μάθω ξανὰ τῆς τύχης τὸ ὄνομα τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ σοῦ χαλᾶνε τὴν ὄψη τρύπες τεράστιες,

οὔτε νὰ νιώσω πὼς τὸ κορμί σου συγκρατεῖ καὶ πάλι αὐτὴ τὴν ἀπέλπιδα παλίρροια ποὺ τὸ κουβαλάει,

γιὰ μιὰν ἀκόμα φορά,

γιὰ νὰ μὲ τυλίξει, λὲς καὶ θά ᾽ναι γιὰ πάντα, σὲ παρηγοριὲς μέσα καὶ σὲ ἀποχαιρετισμούς.

Δὲν θέλω ν᾽ ἀκούσω τὸν θόρυβο τοῦ θρυμματιζόμενου κρύσταλλου,

οὔτε τὰ σκυλιὰ ποὺ ἀλυχτᾶνε στὶς ζοφερὲς γάζες ἐπάνω,

οὔτε νὰ δῶ μὲ ποιὸν τρόπο ἐσὺ δὲν εἶσαι, δὲν ὑπάρχεις.

Μάνα, μάνα, ποιός χωρίζει τὸ αἷμα σου ἀπὸ τὸ δικό μου;

Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σπάζει σὰν τεντωμένη χορδὴ στὰ σωθικὰ χτυπώντας;

Ποιός ταλαίπωρος μέγας πλανήτης ρίχνει τὸν ἴσκιο του πάνω σὲ ὅλα τῆς ζωῆς μου τὰ χρόνια;

Ὤ, Θεέ μου! ἐσὺ ἤσουν, ὅταν μάθαινα γιὰ κείνη τὴ λησμονημένη χώρα ἀπ᾽ ὅπου ἦρθα,

ἤσουν σὰν τὸ στήριγμα στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου,

σὰν παλμὸς μὲς στὰ σκοτάδια.

Ποῦ νὰ ψάξω νὰ βρῶ τώρα τῶν ἡμερῶν μου τὸ θαμμένο κλειδί;

Ποιόν νὰ ρωτήσω γιὰ τὸ ἀξεδιάλυντο τῶν ὀστῶν μου μυστήριο;

Ποιὸς θὰ μ᾽ ἀκούσει, ἂν δὲν μὲ ἀκοῦς ἐσύ;

Καὶ κανεὶς δὲν μοῦ ἀποκρίνεται. Καὶ φοβᾶμαι, φοβᾶμαι.

Οἱ ἴδιοι φόβοι τριάντα χρόνια τώρα.

Γιατὶ μέρα μὲ τὴ μέρα κάποιος προσωπιδοφόρος παίζει μέσα μου μὲ τὶς παραισθήσεις καὶ τὸν θάνατο.

Περπατῶ, πηγαίνω ἐγὼ στὸ πλευρό του καὶ σπρώχνω μὲ τὸ χέρι μου τούτη τὴν τελευταία πόρτα,

τὴν πόρτα ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κλείσει ἡ γέννησή μου,

καὶ ποὺ τὴ φυλάω ἐγὼ ἡ ἴδια φορώντας τὴ στολὴ τοῦ νεκροφύλακα.

Νὰ σοῦ πῶ νὰ μάθεις; Ἔφτασα πολὺ μακριά, ξέρεις, τοὐτη τὴ φορὰ ἐγώ.

Στὴ χορωδία, ὅμως, τῶν φωνῶν ποὺ ἀντηχοῦν σὰν θάλασσα θαμμένη,

δὲν ὑπάρχει ἐκείνη ἡ φωνὴ ποὺ εἶναι φύλλο σκοτεινὸ καὶ πάντα τσακισμένο ἀπ᾽ τὴν ἀγάπη ἢ τὴν ὀργή·

στὶς λιτανεῖες τοῦτες ποὺ ἀνάβουν ξαφνικὰ σάμπως κεράκια τῆς στιγμῆς

δὲν βλέπω νὰ φωτίζεται τὸ χρῶμα ἐκεῖνο πού ᾽ναι χρυσαφωμένος ἀπ᾽ τὸν ἥλιο ἀφρός·

δὲν ὑπάρχει ριπὴ ἀνέμου νὰ μοῦ ζεματίσει τὰ μάτια μὲ τὴ γεμάτη ρετσίνι ὀσμή σου·

οὔτε ζέση κὰν δὲν μὲ τυλίγει μ᾽ ἐκείνη τὴ συμπόνια ποὺ ἐμφύσησες ἐσὺ στὰ κόκαλά μου.

Τότε, ποῦ εἶσαι τότε; Ποιός σ᾽ ἐμποδίζει νὰ ᾽ρθεῖς;

Ξέρω, ἐγὼ ξέρω πώς, ἂν μποροῦσες, θὰ μοῦ ἐχάιδευες τὸ κεφάλι μου τῆς ὀρφανῆς.

Κι ὡστόσο ξέρω ἐπίσης ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ συνεχἰσεις νά ᾽σαι μόνη σου,

νά ᾽σαι σὰν αὐτὴ ποὺ ἐπιμένει νὰ μένει στὴν ἴδια της μέσα τὴ μνήμη,

ἡ βαλσαμωμένη, γύρω ἀπ᾽ τὴν ὁποία πετοῦν σὰν τὰ κοράκια κάτι παλιοκούρελα ποὺ τὰ ταΐζει, που τὰ τρέφει τὸ πένθος.

Καὶ μολονότι ἐκτίεις τὴν τρομερὴ καταδίκη νὰ μὴ μπορεῖς νὰ εἶσ᾽ ἐδῶ, σὰν σὲ φωνάζω,

δὲν ἀμφιβάλλω καθόλου πὼς εἶσαι σὲ κάποια γωνιὰ καὶ νοιάζεσαι καὶ πάλι γιὰ τὴν οἰκογένεια,

ἢ μοῦ τακτοποιεῖς τὶς σκιές,

ἢ κόβεις ἐκεῖνα τὰ κλαδιὰ τῆς πάχνης ποὺ στολίζουν τὸν κόρφο σου γιὰ νὰ τ᾽ ἀκουμπήσεις κάποια μέρα στὸ πλάι μου,

ἢ πολεμᾶς νὰ μαντάρεις μὲ κλωστὴ ἀτελείωτη τῆς καρδιᾶς μου τὸ πελώριο τραῦμα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.