ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
ATTILIO BERTOLUCCI
ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ
Καίνε αγριάδες
στα χωράφια
χαρούμενες φλόγες προκαλούν
και καπνούς μεμψίμοιρους.
Το άσπρο σύννεφο ζητάει
στις γαζίες άσυλο
αλλά το σιμώνει ο αργόσυρτος καπνός
και δεν το αφήνει να βρει στασιό.
Τα παιδιά τρέχουνε τριγύρω
απ’ τη φωτιά,
κρατιούνται από το χέρι,
το μυαλό τους είναι αλλού,
δεν θυμούνται τίποτα
σαν νά ’χουν πιεί κρασί
και μεθύσει.
Πολύ αργότερα θα θυμούνται
με χαρά
φωτιές αναμμένες τον Νοέμβριο
στων χωραφιών το τέρμα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ATTILIO BERTOLUCCI
ΠΡΩΙΝΟ
Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
μπαίνουν οι ήρεμες φωνές
του ποταμού,
τα μακρινά τραγούδια
που λένε οι πλύστρες
κει κάτω ανάμεσα στις λεύκες και στις σκλήθρες,
δίπλα στο πεντακάθαρο ρεύμα
που μουρμουρίζει τόσο γλυκά
ο καπνός των ατμών
μπερδεμένος με τον καπνό των σπιτιών
κάτω από το θριαμβευτικό γέλιο
τ’ ουρανού.
Στην άλλη όχθη, στη λεωφόρο
οι μπλε αφίσες
των ναυτιλιακών εταιρειών
γεμίζουν τις καρδιές των ανδρών
που κάθονται στα παγκάκια
νοσταλγία και ψευδαισθήσεις.
Μια ξανθιά κοπέλα σκέφτομαι.
Μεσημεριάζει όπου νά ’ναι –
μεγάλη τρυφερότητα
με καταλαμβάνει εξ εφόδου,
και επιθυμία να κλάψω δίχως λόγο.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ATTILIO BERTOLUCCI
ΜΙΑ ΦΟΡΑΔΑ
Μια φοράδα βόσκει
μόνη
σ’ ένα ξέφωτο
νυχτώνει
το φεγγάρι λάμπει
στον γαλήνιο αέρα
με θαμπό ένα φέγγος
μυρίζει με ψηλά τη μουσούδα
τις ευωδιές τ’ αρώματα
της νύχτας που έρχεται
αρχίζει έναν μικρό τροχασμό
χαριτωμένο και αρμονικό
κι έχει πέσει κιόλας η νύχτα
και τίποτα τώρα δεν βλέπεις
ολόγυρα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ATTILIO BERTOLUCCI
Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΗΠΟΣ
Σ’ ένα φως βλοσυρό
παιδιά και γαϊδουράκια
τις τελευταίες περνάνε
ώρες της μέρας. Θεέ μου
βάλε τέλος
στις τρέλες τους, στείλε
ένα ψιλόβροχο
στο δέρμα, στα μαλλιά τους
που ’ναι κατάκοπα, φαγωμένα
απ’ τη ζωή και τον Οκτώβρη
που μουλιασμένος διαλύεται,
βρίσκοντας τα όντα αυτά το σούρουπο
στις κάμαρες, στους στάβλους
που τους έχουν δοθεί, ήρεμα
και διασκορπισμένα, κι εσύ,
που πεθαίνοντας τα καταματώνεις,
τα εξιλεώνεις, ήλιε.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.