Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 84-139)

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Μὰ ἐσὺ τοῦ Τυνδάρεω κόρη, βασίλισσά μας Κλυταιμήστρα,

λέγε τί συμβαίνει; Τί νέα;… Ποιό μήνυμα σοῦ ’ρθε;

Τί ἄκουσες καὶ στέλνεις παντοῦ νὰ κάνουνε θυσίες;

Τῶν θεῶν τῶν πολιούχων ὅλων οἱ βωμοί

—καὶ τῶν ὕψιστων, καὶ τῶν χθόνιων,

καὶ τῶν οὐράνιων, καὶ τῶν διοικούντων τὴν ἀγορά—…

ὅλοι τους καῖνε μὲ τῶν θυσιῶν τὰ δῶρα.

Παντοῦ ἐλάμπανε φωτιές, παντοῦ,…

καὶ ἀνεβαίνουνε οἱ φωτιὲς στοὺς οὐρανοὺς

φουντωμένες ἀπὸ εὐωδιὲς ἁγνές, ἀπὸ μύρα ἁπαλά,

κι ἀπὸ τὸ λάδι ποὺ ἀπ’ τῶν ἀνακτόρων βγαίνει τὰ ὑπόγεια.

Σ’ αὐτὰ ποὺ εἶπα καὶ σὲ ρώτησα

ἀπάντηση παρακαλῶ νὰ δώσεις —

πές… πὲς ὅσα μπορεῖς,…

καὶ ὅ,τι ἐπιτρέπεται νὰ πεῖς σ’ ἐμένα πές το.

Τὴν ἄγνοια τώρα γιάτρεψέ μου, τὴν ἄγνοια

ποὺ τὴ μιὰ κακὰ μοῦ προμηνάει

καὶ τὴν ἄλλη μ’ ἐλπίδες, ἀπ’ τὶς θυσίες ποὺ ὅρισες, μὲ τρέφει —

ἐλπίδες ποὺ διώχνουνε μακριά, στοὺς πέντε ἀνέμους,

τὶς ἄπληστές μου μέριμνες καὶ τὴ βαθιὰ τὴ λύπη…

τὴ λύπη ποὺ μοῦ τρώει, μοῦ μασάει τὰ φυλλοκάρδια.

 

Καὶ ξέρω καὶ μπορῶ τὸν αἴσιο οἰωνὸ νὰ ψάλω τώρα·

τὸν εἶδαν, γιὰ πόλεμο ὅταν ἐκινήσανε, οἱ γενναῖοι ἄντρες·

γέρος ἐγὼ ξεγέρος, τὴν ἔχω ἀκόμα τὴ θεϊκὴ τὴν τέχνη

νὰ τραγουδῶ τραγούδια… νὰ τὰ λέω, καὶ νὰ πείθω.

Γι’ αὐτὸ θὰ ψάλω ἐδῶ τὸ τραγούδι αὐτὸ ποὺ λέει

ὅτι τὸ διπλόθρονο τῶν Ἀχαιῶν τὸ κράτος,

τοὺς δύο ἀχαιοὺς βασιλεῖς, ποὺ κυβερνοῦν τὰ νιάτα τῆς Ἑλλάδας,

τοὺς στέλνει τὸ ὄρνιο τοῦ πολέμου

στὴ γῆ νὰ πᾶν τῆς Τροίας καὶ νὰ πολεμήσουν

στὰ χἐρι τους κρατώντας ἀκόντια δυνατά —

νὰ πολεμήσουνε στὴν Τροία κι ἐκδίκηση νὰ πάρουν.

Στοὺς δύο βασιλεῖς τῶν πλοίων

δύο βασιλεῖς πουλιῶν ἔδωσαν τὸ μήνυμα…

στὸ παλάτι δίπλα, ἀπ’ τὴ δεξιὰ μεριά, σὲ μέρος ἀνοιχτό…

ἕνα μελανὸ ἤτανε πουλί, μαῦρο, καταμέλανο,

καὶ τ’ ἄλλο ἤτανε μὲ τὴν οὐρά του ὁλόλευκη…

Ἐφάνηκαν καὶ κατασπάραξαν λαγίνα γκαστρωμένη,

καὶ τὰ παιδιά της δὲν προλάβανε νὰ φτάσουν ὣς στὴ γέννα.

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ πάνσοφος ὁ μάντης τοῦ στρατοῦ,

τοὺς δύο λαγοφόνους ἀετοὺς σὰν εἶδε,

κατάλαβε πὼς εἶν’ οἱ δυὸ πολέμαρχοι Ἀτρεῖδες,

καὶ τὰ σημεῖα ἐξηγώντας εἶπε:

«Μὲ τὰ χρόνια ὁ στρατὸς ποὺ φεύγει τώρα

τοῦ Πρίαμου τὴν πόλη θὲ ν’ ἁλώσει·

τὰ πλούτη της τ’ ἀμύθητα, τὰ συναγμένα μὲς στοὺς πύργους,

ἡ Μοίρα μὲ τὴ βία θὰν τ’ ἁρπάξει. Φτάνει…

φτάνει μόνο μὴν καὶ κάποιος φθονερὸς θεὸς

τυλίξει μὲ σκοτάδια κι ἀφανίσει, πρὶν τὴν ὥρα ἐκείνη,

τὸν ἑλληνικὸ στρατό, καθὼς θὰ σφίγγει σὰν χαλκὰς τὴν Τροία…

Γιατὶ ἀπὸ οἶκτο ἐξάπτεται ἡ Ἄρτεμη, ἡ θεὰ ἡ παρθένα·

τὸ μίσος της ἐνάντια στρέφει στὰ πουλιά,

τὰ φτερωτὰ σκυλιὰ τοῦ Δία, τοῦ πατέρα της,

ποὺ κατασπάραξαν τὴ δύστυχη λαγίνα μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της,

πρὶν καλὰ-καλὰ ἀκόμα τὰ γεννήσει —

τῶν ἀετῶν μισεῖ ἡ θεὰ τ’ ἀπαίσια δεῖπνα».

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου