Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΡΟΚΑ


ΗΡΙΝΝΑ

 

ΡΟΚΑ

 

[……………………………]

Μὲ τ’ ἀφτί μου στυλωμένο πάντα καρτεροῦσα νά ’ρθεις

καὶ μ’ ἔλουζε ὅλη τὸ χρυσαφένιο τῆς σελήνης φῶς.

[…] κι ἀφοῦ ἐκεῖνος ἔβαλε τὴ Φαινίδα νὰ κόψει τὰ μαλλιά της,

τὸν νοῦ μου ἐμένα τὸν κατάκλυσε σὰν μεθυσμένο κύμα ἡ θλίψη.

Μὲ ἀλλοπαρμένο ἔφυγα βῆμα — βγῆκα ἀπ’ τὴ λευκὴ τὴν πόρτα.

«Ὀιμέ, ὀιμέ», φώναξα· καὶ ἡ λύρα ἡ φίλτατή μου

τότε ἅπλωσε τοὺς ἤχους της ὅλους

γύρω ἀπ’ τὸν περίβολο τῆς μεγάλης αὐλῆς.

Γιὰ ὅλα τοῦτα, δύστυχη Βαυκίδα μου, ὀιμέ,

ἐγὼ τώρα θρηνῶ καὶ βαριαναστενάζω· γιατὶ

εἶναι φρέσκα ἀκόμα μέσα στὴν καρδιά μου

τὰ χνάρια τῆς ἀγάπης μας. Καὶ τὰ παιχνίδια μας,

ποὺ κάποτε κάναμε, εἶναι τώρα πλέον στάχτη, στάχτη.

Στάχτη εἶναι τώρα κι οἱ χοροὶ ποὺ ἐχόρευαν οἱ φίλες μας,

καὶ τὰ κρεβάτια ποὺ ἐστρώναμε στὶς νυφικὲς παστάδες

γι’ αὐτὲς καὶ τοὺς γαμπρούς τους· στάχτη ἐγίνηκαν

καὶ τὰ τραγούδια πού ’λεγε τὰ πρωινὰ ἡ μάνα σου,

κι οἱ ἄλλες κλῶστρες τ’ ἄκουγαν μὲ προσοχὴ μεγάλη.

Ἀπ’ ὅλα τοῦτα ἔφυγες μακριά, Βαυκίδα μου,

τὸ νυφικό σου ψάχνοντας κρεβάτι στῆς ἀκρογιαλιᾶς τὸν φλοῖσβο.

Καμιὰ φορὰ τρομάζαμε μὲ τὴ Μορμώ,

ποὺ εἶχε φάτσα ἀλλόκοτη, ἀδιευκρίνιστη,

καὶ περπατοῦσε λέει μὲ τὰ τέσσερα. Μά, σὰν ξαπλώθηκες

στὴν κλίνη τὴ συζυγική, τὰ πάντα ἐλησμόνησες… ἀκόμα

κι ὅσα ἀπὸ τὴν ἴδια σου τὴ μάνα εἶχες ἀκουσμένα,

σὰν ἤσουνα παιδάκι, Βαυκίδα μου ἀγαπημένη.

Γιατὶ μέχρι τότε δὲν σὲ εἶχε ἀπασχολήσει ἡ Ἀφροδίτη.

Ἔτσι τώρα ἐγὼ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶπα ἴσαμ’ ἐδῶ

καὶ σὲ κλαίω βαριά, μὰ καὶ γλυκὰ σὲ παινεύω·

τ’ ἄλλα ὅλα τὰ ξεχνῶ, νὰ πᾶνε νὰ χαθοῦν τ’ ἀφήνω.

Τὰ βέβηλά μου πόδια δὲν ἤρθανε στὸ διαλυμένο σπίτι σου·

ἡ ντροπή μου για τὸν τσακωμό μας μὲ κράτησε μακριά —

τὸ γυμνό σου πτῶμα δὲν τὸ εἶδα, κι οὔτε σὲ θρήνησα

μὲ τὴν κόμη ξέπλεκη καὶ ἀκάλυπτη. Κλεισμένη μέσα κάθομαι

καὶ γεμίζω βαθιὲς νυχιὲς τὰ μάγουλά μου. Πάντα

στὴν πόρτα σου μπροστὰ θὰ κρέμεται στεφάνι.

Δεκαεννιὰ ἤμασταν χρονῶ κι οἱ δυό μας, κι ἐσὺ

πάντα συνέτρεχες τὴ φίλη σου τὴν Ἤριννα

τὴν ὥρα ποὺ γεννοῦσε τὰ ποιήματά της:

τὴ ρόκα τοῦ τοκετοῦ τῶν στίχων της

ἐσὺ μὲ θαυμαστὴ σοφία ἄγρυπνα ἐπέβλεπες.

Καὶ νὰ ξέρεις […]

[……………………………]

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου