Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΣΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΣΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

ΤΗΝ ΟΨΗ ΣΟΥ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ

 


ΑΤΤΑΡ

 

ΤΗΝ ΟΨΗ ΣΟΥ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ

 

Ούτε απέραντη είναι η όψη σου ούτε εφήμερη.

Ποτέ δεν τη βλέπεις την όψη σου – είναι αδύνατον·

μι’ αντανάκλαση βλέπεις μόνο, όχι την όψη σου την ίδια.

 

Γι’ αυτό και αναστενάζεις μπρος στον όποιο καθρέφτη

και του θολώνεις με το χνότο σου το τζάμι.

 

Την ανάσα σου καλύτερα να την κρατάς ψυχρή·

Να την κρατάς όπως στον ωκεανό ο δύτης.

 

Ούτε νεκρός νά ’σαι, ούτε ξύπνιος ούτε κοιμισμένος.

Τίποτα να μην είσαι – τίποτα.

 

Αυτό που περισσότερο θέλεις και ζητάς,

που σ’ όλα τα πολλά ταξίδια σου εύχεσαι κάποια στιγμή να βρεις

θα τό ’βρεις!

Κρατήσου χαλαρός όπως οι εραστές στον έρωτα

και τότε θά ’σαι ό,τι έχεις εσύ να είσαι επιθυμήσει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

ΠΕΦΤΕΙ Η ΝΥΧΤΑ



ΦΟΡΟΥΓ ΦΑΡΡΟΓΣΑΝΤ


ΠΕΦΤΕΙ Η ΝΥΧΤΑ

Πέφτει η νύχτα
Και μετά τη νύχτα το σκοτάδι
Και μετά το σκοτάδι
Τα μάτια
Τα χέρια
Οι ανάσες, οι ανάσες…
Και του νερού ο θόρυβος
Που όλο στάζει στη βρύση

Μετά από δύο κόκκινα σημεία
Δυό αναμμένα τσιγάρα
Το τικ-τακ του ρολογιού
Δυό καρδιές
Και δύο μοναξιές



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

ΤΟ ΔΩΡΟ




ΦΟΡΟΥΓ ΦΑΡΡΟΓΖΑΝΤ


ΤΟ ΔΩΡΟ


Μιλάω από της νυχτός τα βάθη,
απ’ το βάθος του σκότους –
από της νυχτός μιλάω τα βάθη.

Για να σε φτάσω πρέπει να περάσω
απ’ τα πυκνά πέπλα μέσα της απόλυτης σκιάς.

Όποτ’ έλθεις σπίτι, αγαπημένε μου,
φέρε μου έναν φακό,
και βάλε μπρος μου
ένα μικρό παράθυρο να βλέπω.

Να κοιτώ τα πλήθη
να μυρμηγκιάζουν 
κάτω στον χαρούμενο δρόμο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

ΠΟΝΟΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ




ΧΑΦΙΖ
(14ος αιώνας)


ΠΟΝΟΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Ω βασιλιά της ομορφιάς, έλεος ζητάω στης μοναξιάς τον πόνο.
Να ξανάρθεις είναι καιρός. Χωρίς εσένα η καρδιά μου πεθαίνει.
Τα λουλούδια στον κήπο δε θά ’χουν πάντα τη φρεσκάδα.
Τους αδύνατους λυπήσου, όσο η ομορφιά σου μένει.
Παράπονο για τα μαλλιά της έκανα στο ζέφυρο χτες τη νύχτα.
«Έχεις δίκιο, μου είπε, άφησε τις σκέψεις τις κακές.
Εκατό πρωινοί ζέφυροι, τρελά χορεύουν στα μαλλιά του».
Έτσι είναι αυτή που αγαπώ. Χωρίς ελπίδα, καρδιά μου, μην κλαις.
Το κρασί, το τριαντάφυλλο, το γρασίδι,
χάνουν όλα το χρώμα τους, όταν δεν είσαι συ.
Έλα με το περπάτημά σου το γεμάτο χάρη
λάμψη ο κήπος χαρούμενη μεμιάς να ξαναπάρει.
Τα βάσανά μου για σένα φαρμακώνουν τη ζωή μου.
Στην ερημιά μου η θύμησή σου σύντροφος ο πιο γλυκός.
Ματώνει από την τόση θλίψη η φτωχή καρδιά μου.
Κέρνα κρασί! Η κούπα μου θα λύσει το πρόβλημά μου.



Μετάφραση: Ι. Βασιλείου.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 91, τχ. 1079, 15 Ιουνίου 1972 (Αφιέρωμα στην Περσία), σελ. 869.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

ΝΥΧΤΑ ΧΩΡΙΣΜΟΥ




ΣΑΑΝΤΙ
(13ος αιώνας)


ΝΥΧΤΑ ΧΩΡΙΣΜΟΥ

Μονάχα όποιος πολύ πόνεσε από έρωτα χαμένο
νιώθει, πόσο του χωρισμού η νύχτα είναι ως την αυγή σκληρή.
Για να ξεχάσω τη θλίψη, σαν τρελλός στους δρόμους τριγυρνώ.
Ποιό κυπαρίσσι δε ζηλεύει την κορμοστασιά αυτής που αγαπώ;
Σ’ εκείνη που μ’ αρνήθηκε το μήνυμά μου ποιός θα πάει;
Κι αν συ από μένα έφυγες, σ’ έχω ακόμα στην καρδιά μου!
Να ορκιστώ «στη ζωή σου», έναν όρκο θα πω τόσο μεγάλο,
λοιπόν «στη σκόνη των ποδιών σου», δεν αξίζω τίποτ’ άλλο.
Έρημο κι αν μ’ άφησες και μού ’φερες τόση δυστυχία,
γίνομαι ολάκερος θυσία στον πόθο να σε ξαναδώ.
Έλα εκεί που αρχίζει ο δρόμος σου. Θα με βρεις ξαπλωμένο,
να με ποδοπατήσεις θέλω σαν παλιό χαλί, ξεθωριασμένο.
Όταν με πέπλο έχεις σκεπάσει το λεπτό κορμί σου,
θαρρούν όλοι πως το πέπλο σου ρόδο έχει καλύψει.
Καρτερώντας σε απόκαμα. Ούτε ν’ αναστενάξω δεν μπορώ.
Έλα να δεις πως στην καρδιά μου έχω βάρος σα βουνό.



Μετάφραση: Ι. Βασιλείου.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 91, τχ. 1079, 15 Ιουνίου 1972 (Αφιέρωμα στην Περσία), σελ. 869.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ






ΦΑΡΟΚΙ
(11ος αιώνας)


ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Μια τόσο όμορφη που όλες οι άλλες χάνονται κοντά της,
χαρά ονείρου μού ’δινε ώς την ώρα της προσευχής.
Κλεισμένοι είμαστε στην κάμαρά της, με συντροφιά μονάχα το κρασί.
Της κάμαρας η πόρτα ολόκλειστη. Ορθάνοιχτ’ η πόρτα της ηδονής.
Κοντά-κοντά καθόμαστε. Το στήθος μου άγγιζε το δικό της.
Τα χείλη μας, με φιλιά λέγανε πόθων μυστικά.
Ξαφνιαζόταν στον ουρανό το φεγγάρι, όταν την κούπα
η δική μου σελήνη στα χείλη της έφερνε αργά.
Σκοτάδι βαθύ γινόταν η ολοφώτεινη μέρα,
όταν άπλωνε με χάρη στο πρόσωπό της τα μαλλιά.
Χάιδευε της κιθάρας τις χορδές όσο για κείνη τραγουδούσα.
Χαμογελούσ’ ευτυχισμένη όταν μ’ αγάπη την κοιτούσα.
Ω! αν ήθελε η μοίρα, η ζωή μου πριν τελειώσει,
σαν αυτή άλλη μια νύχτα κάποτε να μου δώσει.



Μετάφραση: Ι. Βασιλείου.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 91, τχ. 1079, 15 Ιουνίου 1972 (Αφιέρωμα στην Περσία), σελ. 865.