Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα QUIJADA URÍAS (ALFONSO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα QUIJADA URÍAS (ALFONSO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ

 


ALFONSO QUIJADA URÍAS

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ

Στη μαζεμένη απεραντοσύνη: το όνομά σου: λάμψη στο βλέμμα, πνοή του ανώνυμου πάναγνη που σε ονομάζει.

Σε κοιτάζει το παιδί, στης ηλικίας σε κοιτάζει τα βάθη, της ηλικίας που είναι αόρατη στις ορατές επικράτειες της κτίσης. Άνεμος που κινεί τα σεντόνια του ύπνου, ο αιώνιος χρόνος: της εμμονής σου η αλάλητη δύναμη.

Μαντεμένη παρουσία. Συγχώρησε τον άνθρωπο, εκείνον που αντιμίλησε στο πνεύμα σου και, βάζοντας άμμο στη γλώσσα του, σ’ έλυσε. Μέσα στη νύχτα του εξεγείρεται της αγνότητάς σου ο ασβέστης για να ξαναγίνει ο κόσμος ό,τι ήτανε στις πρωταρχές του: αθωότητα και γενέθλια καταγωγή, μακαριότητα μες στη φύση του θηρίου και μπροστά στ’ αλάτι του δικού σου μυστηρίου. Βασιλική ευγένεια του κόκκου σινάπεως, βαρύτητα και μεγαλείο της άμμου. Κατέβασε την αυγή στο κεφάλι του, ας απαλλαγεί από το καρφί και από την πανοπλία, ελεύθερος να ’ναι. Ξαναφέρε στης ανοησίας του τον τοίχο διαφάνεια.

Απέραντη η δικαιοδοσία σου είναι, πανίσχυρη και αχανής. Χωρίζεται στα δύο η θάλασσα, το βουνό βαδίζει. Νέος στην πυραμίδα κατεβαίνει ήλιος. Όλα τα βασίλεια με το κλειδί σου ανοίγουνε. Δεν υπάρχει κεφάλι αδιαπέραστο, αδιαπέραστη πύλη. Αποκάλυψη και μυστήριο. Αλεύρι στο στόμα όποιου ξέρει τ’ όνομά σου να προφέρει.

Δείξε μας τον δρόμο της δροσιάς· του μουλαριού το παραβολικό το μάτι· τα βασίλειά σου, τα τείχη τους, την πηγή όπου γεννιέται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Της διακονίας σου μυστήριο. Ρίζα του ονείρου στην αιώνια άνθιση του γέλιου.

Αιώνιο ας γίνει το κολιμπρί της στιγμής σου και ας τσακίσει της κακίας τον λαιμό και της αλαζονείας· διώξε τους εμπόρους του πνεύματος, τους λαθραίους διακινητές του αγνότερου άνθους, για να πάρει ο άνθρωπος, στερημένος την παλιά του πανοπλία, το δρόμο του απόκρυφου ή του αγνώστου.

Δεν υπάρχουν ασπίδες σε τούτη τη μάχη. Η σιωπή δεν είναι σταματώ να μιλάω. Νικάς τον εαυτό σου τον ίδιο, και εξυψώνεσαι. Το μεγαλείο σου αποδιώχνει τον ζόφο. Βλέπουμε ήδη τη φωτεινή εξουσία σου καβάλα στης αυγής το άτι· στο γεμάτο πουλιά ξημέρωμά σου· στου ονόματός σου τα σημεία.

Πώς να σώσεις τη φωτιά σου; Στη μπερδεμένη νύχτα, εκεί πρέπει ν’ ανακτήσει η ψυχή το μεγαλείο της. Τραγούδα το ποίημα της προσέγγισής σου στα νερά του χρόνου. Τη νέα ώρα που καλεί τη μνήμη ν’ απαντήσει στον πόλεμο του χρόνου και των ανθρώπων.

Ζήσε, στρέψε του ποιήματος το ρόδο: μια φρεσκάδα της πνοής σου στη γλώσσα του αύριο.

Ξαναδένω στην ψυχή μου την παλιά συζήτηση από εκεί που την άφησα. Με το δάχτυλό μου στην πληγή, διώχνω τους δαίμονες. Το γνωρίζω το τέρας, είμαστε και πάλι φάτσα-φάτσα αντιμέτωποι.

Ας μας αφήσουν τους δυό μας, με αυτή τη δίχως λέξεις γλώσσα, που σου προσφέρει δωρεά την ασπίδα μου και τον θώρακά μου, συν αυτή τη λαχτάρα της τρυφερότητας που έχει αναρπαστεί στο τραγούδι της πιο αγνής καταγωγής, σαν αυτό που ουδέποτε είχε λόγια διαφορετικά για το χθες και το αύριο.

Ας πάψει μια για πάντα η άρνηση. Και ας ανθίζουν εσαεί του ονόματός σου τα σημεία.

Η πνοή σου μας συμπαραστέκεται, και η δύναμή σου. Οι καιροί είναι σκληροί και δύσκολοι, και η ώρα είναι μεγάλη. Οι παλίρροιες της ισημερίας σκαρφαλώνουν πέρ’ απ’ τους ορίζοντες, τη γέννηση να προετοιμάσουν του μέλλοντος. Η ώρα είναι μεγάλη, σήμερα είναι χθες και αύριο. Και ας κρατηθεί ψηλά μέσα μας της ψυχής η εξέγερση.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 





Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2022

ΚΗΛΙΔΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΟΡΥΒΩΝ

 


ALFONSO QUIJADA URÍAS

 

ΚΗΛΙΔΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΟΡΥΒΩΝ

 

Κηλίδες αρχαίων θορύβων στης μεσαυλής τις γωνίες: του ψεύδους σκιές

το σχήμα να παίρνουν του κορμιού σου και τη θέση του.

Το φως σε κάνει να πιστεύεις σε ό,τι λάμπει

ή φανερώνει τον ίσκιο τού τέρατος που κατοικεί στο ημίφως.

Καίει η κάθε λέξη,

αργότερα θα γίνει στάχτη, της φωτιάς εκείνης χόβολη.

Ερείπια του χρόνου, συντρίμμια, αιθάλη και σκόνη,

η εφήμερη ύλη που η αιωνιότητα ήταν η ίδια.

Μικρή ακίνητη φλόγα, ανάμνηση του αφανισμού της πίστης μες στην έκπληξη.

Απ’ τον βρόμικο αέρα του κόσμου είναι καμωμένες οι λέξεις, ο φαύλος τους κύκλος,

κάθε ερώτηση είναι πέτρα πεταμένη στο νερό της

και τα κύματα ολοένα απομακρύνουν την απάντηση.

Διορθώνοντας το αδιόρθωτο σού έφυγε η ζωή σου, γυρεύοντας το λάθος

κι έπειτα προσπαθώντας να το σβήσεις,

να το διαπράξεις ξανά έτσι ώστε εκ νέου να προκαλέσει την ενοχή σου.

Λέξεις, ανέκδοτες λάμψεις που αναζητούν το νόημα τους στο νόημα.

Στο παράθυρο η όψη της στοχαστικής γλυκύτητας:

χαμόγελο τυφλό, κι εντός του οι φράσεις και οι χειρονομίες, οι για εμάς στοιχειώδεις –

η δύναμη που οδηγεί το χέρι στη σκοτεινή ζούγκλα, δια μέσου της σελίδας,

μέχρι να επιτευχθεί η μεγίστη ισχύς· το μάτι που ανακαλύπτει το αόρατο,

ενώ η ιστορία μεγαλώνει κατά τη διάρκεια του ύπνου, και το θηρίο βρίσκεται

δίπλα στα θλιβερά ενδύματα του ξετελειωμένου έρωτα,

όλα όσα αγαπάμε εμείς και γι' αυτό σκοτώνουμε ό,τι πιο ζωντανό βρίσκεται μέσα μας.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2022

ΑΠ’ ΕΞΩ

 


ALFONSO QUIJADA URÍAS

 

ΑΠ’ ΕΞΩ

 

Απ’  έξω ο ποταμός παρασέρνει του χρόνου τα ρεύματα:

φύλλα, άνθη, ψόφια ζώα.

Στο βουητό του εγώ ξυπνάω. Ακούω από μακριά τις κραυγές των ανθρώπων,

αυτούς που συζητούν για θέματα οικονομικά· αυτούς που πάνε

απ’ τον ένα διάδρομο στον άλλον

σχολιάζοντας τη μεγάλη εκείνη μέρα που ποτέ δεν ήρθε.

Δεν είμαι εγώ αυτός που επιστρέφει, αλλά ο άλλος,

αυτός που καθόταν στο καφέ κάτω από ’να δέντρο σκεπτόμενος τα έθνη των ανθρώπων,

ενώ τα χέρια του εσκόρπιζαν πάνω στο τραπέζι ψίχουλα

για νά ’χουν διάκοσμο οι μύγες που ήταν κολλημένες στο τζάμι

και όπου ο χρόνος αντανακλούσε την κρίση του. Είδηση εξόχως εκφοβιστική.

Έγκλημα που κανείς δεν ξεδιάλυνε.

Απ’  έξω ο ποταμός –δεν έχει σημασία τ’ όνομά του– συνεχίζει την μανιασμένη του πορεία.

Κάθε πατρίδα είναι η πατρίδα σου. Περνούν άνθρωποι, ποτάμι ολόκληρο προσώπων.

Τί κάνεις την ώρα αυτή, καθισμένος και συγκινημένος σε τούτο εκεί το παλιογέφυρο

μεσημεριάτικα;

Ακούς φωνές αρχαίες να σου λένε στ’ αφτί: γύρνα πίσω.

Όπου κι αν πας το ίδιο είναι.

Αλλά δεν θα είμαι εγώ εκείνος που θα επιστρέψει – θα είναι ο άλλος.

Απ’ έξω τρέχει το ποτάμι, το ίδιο ποτάμι, το όνομά του αλλάζει, διαφέρει.

Όντα που δεν γνωρίζω με χαιρετούν, ενώ συλλογίζομαι τον ουράνιο θόλο

και προσπαθώ να σφετερισθώ τον χώρο σου: της μνήμης το σώμα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.