Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα QUASIMODO (SALVATORE). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα QUASIMODO (SALVATORE). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

 


SALVATORE QUASIMODO

 

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

 

Ὁ ἄνεμος τρεκλίζει ἐνθουσιώδης φέρνοντας

φύλλα στὰ δέντρα τοῦ Πάρκου,

ἡ χλόη εἶναι ἀπὸ ὥρα ὁλόγυρα

στὰ τείχη τοῦ Κάστρου, τὰ πλοῖα

μπαίνουν στὴ σειρὰ ἀπὸ τὴν ἀμμουδιὰ ἕνα-ἕνα

συστήνοντας τὴ Μεγάλη Ἀρμάδα.

Ὀργισμένη, ἀπόκληρη εἶναι μιὰ μέρα

ποὺ γυρνάει ἀπὸ τὸ ψύχος

σὰν ὁποιαδήποτε ἄλλη μέρα

καὶ προχωράει, καὶ ὅλο θέλει. Μὰ ἐδῶ

εἶσαι ἐσύ, ἐσὺ ἠ ἀσύνορη:

κι ἔτσι ὁ ἀκίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,

ὁ δυνάστης ποὺ μᾶς στρώνει τὸ κρεβάτι νὰ πέσουμε

ζωντανοὶ νὰ κοιμηθοῦμε.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

ΔΩΣ᾽ ΜΟΥ ΤΗ ΜΕΡΑ ΜΟΥ

 


SALVATORE QUASIMODO

 

ΔΩΣ᾽ ΜΟΥ ΤΗ ΜΕΡΑ ΜΟΥ

 

Δῶσ᾽ μου τὴ μέρα μου·

γιὰ νὰ ψάχνω ἀκόμα νὰ βρῶ

μιὰν ὄψη ναρκωμένη ἀπὸ τὰ χρόνια

ποὺ κάποιος μυχὸς νερῶν

στὴ διαφάνεια τὴ φέρνει πάλι,

γιὰ νὰ κλαίω τοῦ ἑαυτοῦ μου τὴν ἀγάπη τοῦ ἴδιου.

 

Περπατῶ στὴν καρδιά σου,

καὶ ἄστρα ἀνακαλύπτω

σὲ κάτι ἀρχιπέλαγα ἄγρυπνα

(τὴ νύχτα) καὶ ἀδελφικὰ σ᾽ ἐμένα, ἀπολίθωμα

ποὺ ἀπὸ κλυδωνισμοὺς κουρασμένους ἀναδύθηκε·

 

καμπύλη γραμμένη ἀπὸ μυστικὲς τροχιὲς

ὅπου βρισκόμαστε στριμωγμένοι,

μὲ τὶς χλόες καὶ τὰ κατσάβραχα.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

 


SALVATORE QUASIMODO

 

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

 

Καὶ ἰδοὺ ἐπάνω στὸν κορμὸ τοῦ δέντρου

ἐσκάσαν κάτι μπουμπούκια:

ἕνα πράσινο νεότερο ἀπ᾽ τὴ χλόη

ὅπου ἡ καρδιὰ ἀναπαύεται:

καὶ ἂς φαινόταν ὁ κορμὸς νά ᾽χει πιὰ πεθάνει,

στὰ δύο διπλωμένος πάνω ἀπὸ μιὰ λούμπα.

Κι ὅλα νά τα τώρα νά ᾽ναι θαῦμα·

τὸ νερὸ τῶν σύννεφων

ποὺ καθρεφτίζεται σήμερα στοὺς λάκκους

εἶναι πιὸ γαλανὸ κι ἀπ᾽ ὅ,τι στὰ οὐράνια·

καὶ τὸ πράσινο ποὺ σκίζει τὴ φλούδα

πιὸ καθαρὸ ἀπ᾽ ὅ,τι ἀπόψε ποτέ του δὲν ἤτανε.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

ΝΕΚΡΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ

 



SALVATORE QUASIMODO

 

ΝΕΚΡΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ

 

Ἡ γῆ μου εἶναι τὰ ποτάμια της, κολλητὴ στὴ θάλασσα,

κανένας ἄλλος τόπος δὲν ἔχει φωνὴ τόσο ἀργή,

κι ἐκεῖ τὰ πόδια μου πατᾶνε καὶ πηγαίνουν

ἀνάμεσα ἀπὸ βοῦρλα ποὺ σαλιγκάρια τὰ βαραίνουν.

Εἶναι βέβαια φθινόπωρο. Κομματιασμένες στὸν ἄνεμο

σηκώνουν τὶς χορδές τους οἱ νεκρὲς κιθάρες

καὶ στὸ μαῦρο στόμα τους κάποιο χέρι τρέμει

μὲ δάχτυλα πύρινα.

Στοῦ φεγγαριοῦ τὸν καθρέφτη

χτενίζονται κορίτσια μὲ πορτοκάλινα στήθη.

 

Ποιός κλαίει; Τ᾽ ἄλογα ποιός τὰ μαστιγώνει στὸν ἀέρα

τὸν κόκκινο; Σὲ τούτη ἐδῶ θὰ σταματήσουμε ἐμεῖς τὴν ὄχθη

ὅπου ἁλυσίδες χαλκεύει ἡ χλόη, κι ἐσύ, ἀγάπη μου, ὄχι,

μὴ μὲ φέρνεις μπρὸς στὸν ἀχανὴ ἐκεῖνον

τὸν καθρέφτη: ἐκεῖ μέσα βλέπεις παιδιὰ

ποὺ τραγουδᾶνε καὶ νερὰ καὶ δέντρα θεόρατα.

Ποιός κλαίει; Ὄχι ἐγώ, πίστεψέ με: στὰ ποτάμια

κυλοῦν πλαταγισμοὶ καμουτσικιῶν ἀπελπισμένοι,

τὰ ζοφερὰ τὰ ἄλογα τὰ θκειαφένια ἀστροπελέκια.

Δὲν κλαίω ἐγώ — ἡ φυλή μου ἐμένα ἔχει μαχαίρια

ποὺ φλέγονται καὶ φεγγάρια καὶ πληγὲς ποὺ καῖνε.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

ΟΙ ΝΕΚΡΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ

 


SALVATORE QUASIMODO

 

ΟΙ ΝΕΚΡΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ

 

Η γη μου είναι τα ποτάμια της, κολλητά στη θάλασσα,

κανένας άλλος τόπος δεν έχει φωνή τόσο αργή,

κι εκεί τα πόδια μου πατάνε και πηγαίνουν

ανάμεσα απ’ τα βούρλα που σαλιγκάρια τα βαραίνουν.

Είναι βέβαια φθινόπωρο. Κομματιασμένες στον άνεμο

σηκώνουν τις χορδές τους οι νεκρές κιθάρες

και στο μαύρο στόμα τους κάποιο χέρι τρέμει

με δάχτυλα πύρινα.

                             Στου φεγγαριού τον καθρέφτη

χτενίζονται κορίτσια με πορτοκάλινα στήθη.

 

Ποιός κλαίει; Τ’ άλογα ποιός τα μαστιγώνει στον αέρα

τον κόκκινο; Σε τούτη εδώ θα σταματήσουμε εμείς την όχθη

όπου αλυσίδες χαλκεύει η χλόη, κι εσύ, αγάπη μου, όχι,

μη με φέρνεις μπρος στον αχανή εκείνον

τον καθρέφτη: εκεί μέσα βλέπεις παιδιά

που τραγουδάνε και νερά και δέντρα θεόρατα.

Ποιός κλαίει; Όχι εγώ, πίστεψέ με: στα ποτάμια

κυλούν πλαταγισμοί καμουτσικιών απελπισμένοι,

τα ζοφερά τα άλογα τα θκειαφένια αστροπελέκια.

Δεν κλαίω εγώ – η φυλή μου εμένα έχει μαχαίρια

που φλέγονται και φεγγάρια και πληγές που καίει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.





Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ


 

SALVATORE QUASIMODO

 

ISOLA

 

Io non ho che te
cuore della mia razza.

 

Di te amore m’attrista,
mia terra, se oscuri profumi
perde la sera d’aranci,
o d’oleandri, sereno,
cammina con rose il torrente
che quasi n’è tocca la foce.

 

Ma se torno a tue rive
e dolce voce al canto
chiama da strada timorosa
non so se infanzia o amore,
ansia d’altri cieli mi volge,
e mi nascondo nelle perdute cose.

 

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

ΣΤΗ ΓΗ ΜΟΥ

 



SALVATORE QUASIMODO

 

ΣΤΗ ΓΗ ΜΟΥ

 

Ήλιος απ’ τον ύπνο πρησμένος σπάει

και ουρλιάζουνε δέντρα·

αυγή παράτολμη

όπου δίχως άγκυρα σαλπάρεις,

και οι θαλάσσιες εποχές γλυκές

γιαλούς αγέννητους εντός τους βράζουν.

 

Ξυπνάω εδώ άρρωστος,

από άλλη γη πικρή

και από οίκτο άστατο του τραγουδιού

που αγάπη βλαστούς μου δίνει

ανθρώπων και θανάτου.

 

Ο πόνος μου έχει νέο πράσινο,

αλλά τα χέρια είναι από αέρα

στα κλαδιά σου,

σε γυναίκες που η θλίψη

έκλεισε στην εγκατάλειψη

και ποτέ δεν τις αγγίζει ο χρόνος,

που με λοιδορεί και με αποθαρρύνει.

 

Σ’ εσένα ρίχνομαι: δροσιά

από κλίτη ναών την καρδιά πατάει:

αγγέλων βήματα γυμνά

ακούγονται εκεί, μες στο σκοτάδι.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 




Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ Η ΜΕΡΑ



SALVATORE QUASIMODO


ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ Η ΜΕΡΑ

Τέλειωσε η νύχτα και η σελήνη
λειώνει σιγά-σιγά στη σιγαλιά ένα γύρο,
δύει μέσα στα κανάλια.

Είναι τόσο ζωντανός ο Σεπτέμβρης στα χώματα τούτα
τα πεδινά, και τα λιβάδια καταπράσινα
όπως στις κοιλάδες του Νότου την άνοιξη.
Άφησα τους συντρόφους,
έκρυψα την καρδιά στ’ αρχαία τείχη από πίσω,
για να μείνω μόνος με τη δική σου θύμηση –

έτσι όπως είσαι πιο μακριά κι απ’ τη σελήνη,
τώρα που ανατέλλει η μέρα
και στα λιθάρια επάνω οι οπλές κροτούν των αλόγων!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.