Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ (ΣΠΥΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ (ΣΠΥΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Μαΐου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Φρανσουά Βιγιόν, "Οι μπαλάντες και άλλα ποιήματα", εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 (1947).
 



 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

ΟΙ ΑΜΟΡΟΖΕΣ, ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΣΑΔΙΑΖΟΥΝ


PÈIRE CARDENAL (1180-1272)


[ΟΙ ΑΜΟΡΟΖΕΣ, ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΣΑΔΙΑΖΟΥΝ]


Οι αμορόζες κάθε που τις κατσαδιάζουν,
Σαν τον κυρ-λύκο γλυκομίλητα απαντούν:
Άλλες γιατί είναι από γενιά το φίλο μπάζουν.
Άλλες γιατί από φτώχεια αβάσταγη ψοφούν,
Άλλες γιατί έχουνε με γέρο παντρευτεί,
Άλλες γιατί είν’ νταρντάνες κι άντρα έχουν κοντό,
Άλλες γιατί δεν έχουν δεύτερο βρακί·
Μα τα ίδια κάνουνε κι αυτές που έχουνε δυό!

Πολύ κοντά τον πόλεμο ας τον λογαριάζουν
Όσοι πως άναψε στη χώρα τους ακούν·
Μα στο κρεβάτι τους στα σίγουρα τον μπάζουν
Απ’ τις γυναίκες τους όσοι άγρια μισηθούν.
Σκληρότερη έχτρα εγώ απ’ αυτή δεν έχω δει.
Και κάποιον ξέρω που σαν πάει σ’ αλαργινό
Ταξίδι, χαίρονται η γυναίκα κι η αδερφή,
Και δεν του λέν: «Να ξαναρθείς με το καλό!»

Άλλοι σε πλούσια ζεύκια ξημεροβραδιάζουν
Με φαγητά που μ’ ατιμίες τ’ αποχτούν,
Γιατί όσα ψήνουνε σφαχτά δεν τ’ αγοράζουν
Παρά να κλέβουν απ’ αυτούς που τα πουλούν.
Κάποιος, δε λέω ποιός, τρώει χωρίς καμιά ντροπή
Κάθε Χριστούγεννα κρέας που ’ναι αμαρτωλό·
Αν πιστεύει όμως πως τιμά έτσι τη γιορτή
Είναι χαζός σα βυζανιάρικο μωρό.

Τον κλέφτη το φτωχό ανελέητα δικάζουν,
Τον διαπομπεύουν και σκληρά τον τυραννούν.
Μα αυτόν που κλέβει το δημόσιο τον θαυμάζουν
Κι όλοι σαν άρχοντα τρανό τονε τιμούν.
Τον κλέφτη το φτωχό τον κρεμούν για μιά κλωστή,
Και τον κρεμά αυτός που ’κλεψε άλογο ακριβό.
Της Δικαιοσύνης σοφή απόφαση είν’ αυτή:
«Ο πλούσιος κλέφτης να κρεμάει το φτωχό».

Για μένα τραγουδώ και φλάουτο παίζω. Ας σκάζουν
Όσοι της γλώσσας μου το νόημα δεν νογούν·
Έτσι σαν κελαηδεί τ’ αηδόνι όλοι δαυμάζουν,
Όμως τί λέει να καταλάβουν δεν μπορούν.
Εγώ λαλώ σε ντόπια γλώσσα ανθρωπινή
Κι είναι το νόημά της τα΄λελεια λαγαρό.
Μα αυτοί που έχει η συνείδησή τους στομωθεί
Δε νιώθουν ποιό είναι το καλό, ποιό το κακό.

Αν κάποιος βλάκας τώρα δα καταπιαστεί
Με το τραγούδι μου, γουρούνι θα είν’ σωστό.



Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: «Τροβαδούροι: Οι προβηγκαινοί ποιητές και τραγουδιστές του Μεσαίωνα», εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1982, σελ. 109-110.




**************************************


[LAS AMAIRITZ, QUI ENCOLPAR LAS VÒL]


I


Las amairitz, qui encolpar las vòl
Si razonon a for d'en Isengri:
L'una fai drut quar esta'n grant aujòl,
L'autra lo fai quar paubreira l'auci;
L'una a vieil marit e es tozet
L'autra es granz e a pauc garsi
L'una non a sobrecot de brunéta
L'autra n'a dos e fai lo atressi.


II

Prop a guerra qui l'a en mieg son sòl,
Mas plus prop l'a qui l'a a son coissi.
Can lo maritz a la moiller fai dòl,
So es guerra peior que de vezi,
Qu'ieu en sai tal que, s'era part Toleta,
Non a moiller ni paren ni cozi
Que ja disses: que Dieu sai lo trameta.
Mas, can s'en vai, lo plus iratz s'en ri.


III

S'us paubres homs a emblat un lensol,
Laire es clamatz ez anara cap cli,
E s'us ricx homs a emblat mercuirol,
Ira cap dreg en la cort Costanti
E si-l paubres a emblat una veta,
Pendra lo tals q'a emblat un ronci.
Aquest dretz es plus dretz c'una sageta
Que-l laire penda-l lairo mesqui.


IV

Gran festa fai mas ges ben no la col
Qui buous emblatz ni moutons i auci.
Qu'ieu en sai tal que n'umpli son pairol.
Lai a Nadal, mas non voill dire qui.
Aco es carnz que non pot esser neta,
Carnz desleials que la lei contradi.
Mens a de sen non a l'enfans que teta
Qui cuia honrar calendas enaissi.


V

A mos ops chant e a mos ops flaujol,
Car homs mas ieu non enten mon lati
Atretan pauc com fa d'un rossinhol
Entent la gent de mon chant que se di.
Ez ieu non ai lengua fiza ni breta
Ni sai parlear flamenc ni angevi,
Mas malvestatz que los escalafeta
Lor tol vezer que es fals ni es fi.


VI

A mi non cal que crois hom s'entrameta
De mon chantar pos siei fag son porsi.

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

ΜΑ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΕΙΝ' ΤΑ ΠΕΡΣΙΝΑ;


FRANÇOIS VILLON


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΑΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ


Πού νά ’ναι –να μου πει μπορεί κανείς–
Η ξακουστή ομορφιά της Ρώμης Φλόρα,
Η Αρχιπιάδα, η ξαδέρφη της Θαΐς
Που ακούστηκε όπου γηςχωριό και χώρα;
Κι η Ηχώ η αντιλαλούσα, που ’χε δώρα
Ομορφιάς, που γυναίκα άλλη καμιά
Ανθρώπου δεν απόχτησε ώς με τώρα;
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;

Πού βρίσκεται η τετράσοφη Ελοΐς,
Που ο Πέτρος Επαγιάρ, σε μαύρην ώρα,
Γι’ αυτή ευνουχίστη και στο Σαιν Ντενίς
Έθαψε τη ζωή του ρασοφόρα;
Κι η Ρήγισσα, που αφού έκαμε τη γνώρα
Του Μπουριντάν, την άνομη, βαθιά
Τον έριξε στη Σεν, πού νά ’ναι τώρα;
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;

Βασίλισσα Λευκή, άστρο της αυγής,
Που γλυκοτραγουδούσες ποθοφόρα,
Μπέρτα μεγάποδη, Μπιετρίς, Αλίς,
Αρεμβουργίς που ’χες της Μαιν τη χώρα,
Ιωάννα, που στη Ρουένη λευκοφόρα
Οι Άγγλοι σε κάψανε μαρτυρικά,
Στ’ όνομα της Παρθένας, πού είστε τώρα;
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;

Πρίγκηπα, όπου κι αν ψάξεις κι όσην ώρα;
Του κάκου· δεν τις βρίσκεις πουθενά,
Κι αυτήν την επωδό ξέχασ’ τη τώρα:
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;



Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ 57-59.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009


FRANÇOIS VILLON


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΗΣ

Κορμιά χρεοκοπημένα δίχως σπυρί μυαλό,
Έκφυλα και χωρίς συνείδηση καμία,
Αναίσθητα με σκάρτο το έρμο σας λογικό,
Γιομάτα μοναχά από τρέλα και βλακεία·
Που δίνετε ντροπή στο σόι σας κι ατιμία,
Που τα υστερνά σας πάντα κακά είναι και ψυχρά,
Δόλιοι, από τις πομπές σας! Δεν έχετε σταλιά
Τύψη απ’ τη φρίκη αυτής της τόσης σας κακίας;
Δέστε πώς τη ζωή τους χάσαν τόσα παιδιά
Για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.

Καθένας απ’ ατός του ας νιώσει το κακό,
Και για να εκδικηθεί ας μην τον πιάνει βία.
Ξέρουμε πως σα σκλάβοι ζούμε στον κόσμο αυτό.
Υπομονή! Θαρρώ πως κάνουν ανοησία
Όσοι λεβέντες ζουν μέσα στην αμαρτία,
Κλέβοντας, ξεγελώντας, κάνοντας φονικά.
Απ’ του Θεού τη χάρη ζουν πάντα τους μακριά
Όσοι άσκεφτα χαλούν τα νιάτα τους με μίας·
Και στο ύστερο τους γρόθους σφίγγουν μ’ απελπισιά
Για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.

Ποιό τ’ όφελος να ζούμε βίον υποκριτικό,
Μ’ απάτη, ζητιανιά, δόλο και ψευδορκία,
Γελώντας και φαρμάκια φτιάνοντας, στο κακό
Ζώντας, χωρίς στιγμή να βρίσκουμε ησυχία,
Και να μας τυραννούν ο φόβος κι η υποψία;
Γι’ αυτό, με λίγα λόγια, ας κάνουμε καρδιά,
Στον ίσιο δρόμο ας μπούμε –δεν είναι ακόμα αργά–
Κάτου από τη σκεπή της θείας προστασίας·
κάθε πομπή μας πέφτει στα έρμα μας γονικά
για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.

Ας ζούμε φιλιωμένοι βίον ειρηνικό,
Γέροι και νιοί, ενωμένοι σ’ έναν κοινό σκοπό·
Ο νόμος το απαιτεί κι η τάξη της θρησκείας,
Να ζούμε ταχτικά, μακριά απ’ της ανομίας
Τα δίχτυα. Κι όλοι νιώστε το αυτό που θα σας πω:
Το σίγουρο λιμάνι μην παρατάμε πλιό
Για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.



Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: FRANÇOIS VILLON, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979,σελ. 111.

Το ποίημα μάς το ζήτησε η φίλη του ιστολογίου κ. Adriana Lima.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

ΚΑΙ ΒΙΓΙΟΝ ΚΑΙ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ!



FRANÇOIS VILLON



ΕΜΜΕΤΡΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ


Έλεος, έλεος για με το φουκαρά
Δείξετε, αδέρφια, φίλοι γκαρδιακοί!
Σε τάφο κείτομαι, όχι σ’ ισκιερά
Δάσια, σ’ αυτήν τη μαύρη φυλακή
Που η μοίρα μ’ έχει μ’ άδεια θεϊκή.
Κορίτσια, βλάμηδες, νιοί, γέροι, γριές,
Φορτσαδόροι, ακροβάτες, χορευτές,
Που πηδάτε με μπρίο κωμικό,
Λυγερόφωνοι εσείς τραγουδιστές,
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Ψάλτες, π’ όλα τα ψέλνετε στραβά,
Αλήτες δίχως δυάρα τσακιστή,
Μάγκες που κάνετε όλο χωρατά,
Διανοούμενοι λίγο ή πολύ χαζοί,
Τρεχάτε πριν ο χάρος τόνε βρει.
Σαν πεθάνει, εσείς πρόθυμοι ποιητές,
Θαν του φτιάξετε δεκάρικες ωδές.
Αγέρας, φως, δε βλέπουν το φτωχό·
Με βαριούς τοίχους τού ’καμαν φασκιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Στα χάλια ελάτε ιδέστε τον αυτά,
Αφέντες σπλαχνικοί κι ευγενικοί,
Που δεν είστε ρηγάδωνε γενιά,
Παρά τα’ αφέντη Θεού είσαστε γονή:
Τον έχουν σε νηστεία στανική,
Πληγιάσαν οι μασέλλες του οι φτωχές
Αλέθοντας ψωμόφλουδες ξερές·
Και γρούζουν τα’ άντερά του απ’ το νερό
Που πίνει με χοντρές-χοντρές γουλιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Πρίγκηπες, χάρη με βασιλικές
Βούλες πετύχετέ μου· και τριχιές
Μ’ ένα καλάθι ρ΄8ιχτε μου να βγώ.
Κι οι χοίροι ακόμα τρέχουν μπουλουκιές,
Σαν ακούσουν συντρόφου των σκουξιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;



Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: FRANÇOIS VILLON, «Οι μπαλλάντες κι άλλα ποιήματα», εισαγωγή – έμμετρη μετάφραση – σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρο, Αθήνα 1979, σελ. 141-143.

Το ποίημα μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου και λάτρις του Βιγιόν κ. Laetitia Casta.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

ΟΙ ΦΤΟΝΕΡΕΣ ΑΣ ΒΡΑΣΟΥΝ ΓΛΩΣΣΕΣ!


FRANÇOIS VILLON


XI. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ


Σ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
–Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!


Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

ΔΕ ΜΕ ΣΚΟΤΙΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ


CERCAMON (γύρω στα 1135)


[ΣΑΝ ΑΓΡΙΕΥΕΙ Τ’ ΑΓΕΡΙ ΤΟ ΓΛΥΚΟ…]


Σαν αγριεύει τ’ αγέρι το γλυκό
Και πέφτουνε τα φύλλα απ’ τα κλαδιά,
Και τα πουλάκια αλλάζουνε σκοπό,
Στον έρωτα τραγούδια θλιβερά
Λέω, που πάντα σκλάβο με κρατεί
Χωρίς ποτέ από μέ να σκλαβωθεί.

Δε γεύτηκα απ’ αυτόν άλλον καρπό
Παρά αγωνίες και βάσανα φριχτά·
Γιατί με κόπο πάντα μου αποχτώ
Ό,τι η καρδιά μου η δόλια πεθυμά.
Κι είναι γραφτό της πάντα να ποθεί
Αυτό που ν’ αποχτήσει δεν μπορεί.

Για ένα πετράδι χαίρομαι ακριβό,
Τίποτ’ άλλο δεν πόθησα έτσι δα.
Όταν μαζί της μόνος μου βρεθώ
Τα χάνω και δε βγάζω τσιμουδιά.
Μα όταν φεύγω χάνω στη στιγμή
Το νου μου, κι άδεια νιώθω τη ζωή.

Κι η πιο όμορφη κυρά στον κόσμο αυτό
Μπροστά σ’ αυτή δεν πιάνει χαρτωσιά.
Σαν σκοτεινιάσει ο κόσμος, φως λαμπρό
Το βλέπω εκεί που στέκει να σκορπά.
Θεέ μου, ας άγγιζα τα’ ωραίο της κορμί
Ή ας τό ’βλεπα όταν πάει να κοιμηθεί.

Κι όταν κοιμούμαι κι όταν αγρυπνώ
Τρέμω απ’ τον πόθο που με τυραννά.
Να την παρακαλέσω δεν τολμώ,
Φοβάμαι μην πεθάνω. Μα πιστά
Θα την υπηρετήσω ώς τη στιγμή
Που ίσως η αλήθεια τής φανερωθεί.

Ο χάρος δε με παίρνει μα ούτε ζω.
Είμαι άρρωστος μα δε βλέπω γιατρειά·
Και δεν ξέρω αν ποτέ θ’ αγαπηθώ,
Ούτε πότε. Κι αλί! από πουθενά
Δε θά ’βρω σωτηρία, έξω απ’ αυτή,
Που τη ζωή μου ολάκερη κρατεί.

Να μου παίρνει θέλω το λογικό,
να με κάνει να φέρνομαι λωλά,
Να με προσβάλλει, να με λέει χαζό,
Πότε κρυφά και πότε φανερά·
Τί κι αν πονώ, αφού χαρά τρελή
Σε λίγο, αν θέλει εκείνη, θα με βρεί.

Κάλλιο νά ’χα πεθάνει τον καιρό
Που την υπηρετούσα. Τι γλύκα
Με μάγεψε όταν κάποιο δειλινό
Καμώθηκε πως, τάχα μ’ αγαπά!
Με γήτεψε έτσι, που άλλη δε χωρεί
Αγάπη στην καρδιά μου πια να μπει.

Χαίρομαι, κι ας έχω έγνοιες στο μυαλό,
Γιατί, όσο κι αν την αγαπώ δειλά,
Για χάρη της μπορώ άλλος να γενώ:
Κι άπιστο και πιστό μα και φονιά,
Σαν θέλει, να με κάνει αυτή μπορεί,
Κι απατεώνα κι αλήτη κι ευγενή.

Δε με σκοτίζει ο κόσμος τί θα πει·
Μα ο Σερκαμόν σας λέει τα λόγια αυτά:
«Μη θέλετε ευγενικά να σας φερθεί
Αυτόν οπού τον δέρνει έρωτ’ απελπισιά».



Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: «Τρουβαδούροι: οι προβηγκιανοί ποιητές και τραγουδιστές του Μεσαίωνα», εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1982, σελ. 56-58.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2007

Ο ΑΡΝΩ, ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ ΣΟΔΙΑΣΤΗΣ



ARNAUT DANIEL (~1150 ~ 1210)


AB GAI SO CUNDET E LERI


Ab gai so cundet e leri
fas motz e capus e doli,
que seran verai e sert
quan n'aurai passat la lima,
qu'Amor marves plan e daura
mon chantar que de lieis mueu
cui Pretz manten e governa.

Tot jorn melhur e esmeri
quar la gensor am e coli
del mon, so'us dic en apert:
sieu so del pe tro qu'al cima
e si tot venta'ill freg'aura,
l'amor qu'ins el cor mi pleu
mi ten caut on plus iverna.

Mil messas n'aug en proferi
e'n art lum de cer'e d'oli
que Dieu m'en don bon acert
de lieis on no'm val escrima;
e quan remir sa crin saura
e'l cors qu'a graile e nueu
mais l'am que qui'm des Luzerna.

Tan l'am de cor e la queri
qu'ab trop voler cug l'am toli,
s'om ren per trop amar pert,
que'l sieu cors sobretrasima
lo mieu tot e non s'aisaura:
tan n'a de ver fag renueu
q'obrador n'ai'e taverna.

No vuelh de Roma l'emperi
ni qu'om m'en fassa postoli
qu'en lieis non aia revert
per cui m'art lo cors e'm rima;
e si'l maltrait no'm restaura
ab un baizar anz d'annueu,
mi auci e si enferna.

Ges pel maltrag que'n soferi
de ben amar no'm destoli;
si tot mi ten en dezert
per lieis fas lo son e'l rima:
piegz tratz, aman, qu'om que laura,
qu'anc non amet plus d'un hueu
sel de Moncli Audierna.

Ieu sui Arnautz qu'amas l'aura
e cas la lebre ab lo bueu
e nadi contra suberna.



ΠΑΝΩ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΠΡΟΣΧΑΡΟ ΣΚΟΠΟ

Πάνω σ’ αυτό τον πρόσχαρο σκοπό
Ταιριάζω λόγια, που τα πελεκώ
Και τα σκαλίζω τόσο τεχνικά.
Κι ο έρωτας ευθύς λάμψη χρυσή
Χαρίζει στο τραγούδι μου, που αυτή
-Προστάτρα και κυρά της αρετής-
Για να το φτιάξω γίνεται αφορμή.

Κάθε μέρα πιο ωραία τραγουδώ.
Γιατί πιστά τιμώ και υπηρετώ
Αυτής της γης την πιο όμορφη κυρά.
Δικός της είμαι, σώμα και ψυχή.
Του κρύου βοριά δεν δύνεται η πνοή
Να με παγώσει. Φλόγα καυτερής
Αγάπης μού πυρώνει το κορμί.

Με λειτουργιές το Θεό παρακαλώ
Να με σώσει απ’ τον έρωτά μου αυτό.
Καντήλια ανάβω και χοντρά κεριά,
Του κάκου· σαν μπροστάθε μου διαβεί
Ψηλόλιγνη, ξανθή, καμαρωτή,
Μπρος στη χαρά που νιώθω, όλοι της γης
Τύφλα νά ’χουν για μένα οι θησαυροί.

Την αγαπώ με πάθος, την ποθώ
Τόσο, που τρέμω μη αφορμή γενώ
Να τη χάσω. Μου πνίγει την καρδιά,
Μου δάνεισε χαρά τόσο ακριβή,
Που την ξοφλώ με διάφορο βαρύ
Δίνοντάς της γι’ αυτό, κοντολογίς,
Αφεντικό μαζί και μαγαζί.

Το σκήπτρο εγώ της Ρώμης δε ζητώ,
Ούτε να γίνω Πάπας θα δεχτώ,
Αν για τα οφίτσια αυτά πρέπει μακριά
Να ζω απ’ αυτή, που αγάπη καυτερή
Μου άναψε στην καρδιά. Μ’ ένα φιλί
Τον πόνο αν δε μου γιάνει της πληγής,
Θα με σκοτώσει και θα κολαστεί.

Για τούτο το μαρτύριο που τραβώ
Τον έρωτά μου δεν θ’ απαρνηθώ.
Αφού στην ερημιά που με κρατά
Τραγούδια αγάπης φτιάχνω εγώ γι’ αυτή.
Κι απ’ το σκαφτιά υποφέρω πιο πολύ·
Τέτοια αγάπη δεν ένιωσε κανείς,
Ούτε για την Ωντιέρνα του ο Μονκλί.

Εγώ είμ’ ο Αρνώ, του αγέρα σοδιαστής,
Που το λαγό με βόδι κυνηγώ
Και κόντρα στην παλίρροια κολυμπώ!


Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης
Περιοδικό «Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1960