Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΟΡΗ ΟΝΤΑΣ




CLAIRE GOLL

 

ΑΠΟΡΗ ΟΝΤΑΣ

 

Γιατί δεν εφύλαξα

τα πολύτιμα χαμόγελά σου

και διατήρησα τη σκιά

που έστρωσες στους δρόμους μας;

 

Γιατί δεν έβαλα στην άκρη

τα χρυσά και τα κεχριμπαρένια σου βλέμματα,

περιουσία μυθική γι’ αργότερα

όταν θα πάσχω από τρυφερότητας ἔλλειψη;

 

Σπατάλησα τα χάδια σου

τα βήματά σου δεν τα έχω καταγράψει

η καταιγίδα εσκόρπισε τις αγκαλιές σου

και κατέστρεψε τα σιλό που ήταν γεμάτα φιλιά.

Της φωνής σου ο έσχατος ήχος

χάνεται στην άμμο

και μάταια σχεδιάζω εγώ το προφίλ σου

στην παγωμένη άχνα του παραθύρου μου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


 

PIER PAOLO PASOLINI

 

ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Επηρεάζεστε συνήθως από την κακία των ανθρώπων;

ΠΑΖΟΛΙΝΙ: Υπάρχουν κάποιες κακίες που πολύ λίγο με επηρεάζουν. Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσω ότι, κάθε φορά που διαβάζω κάτι ανόητα εναντίον μου σε κάποια εφημερίδα, παραδείγματος χάρη, ναι, υποφέρω. Οι πληγές αυτές περνούν όμως αμέσως. Είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που παραμένουν, αυτές που αφήνουν σημάδι. Οι πιο σοβαρές πληγές μου εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες και συγκεκριμένες συνθήκες χρόνου, τόπου ή προσώπου. Δεν με νοιάζει, δηλαδή, τί είδους κατηγορία ή κακία μου εκτοξεύεται. Ίσως επειδή εδώ και πολύ καιρό έχω καταλάβει τούτο: ότι κατηγορούμαι πάντα για τα ίδια πράγματα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

 


PABLO NERUDA

 

ΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

 

Ἂν σταματήσει κάποτε στὰ ξαφνικὰ ἡ καρδιά σου,

ἂν κάτι πάψει νὰ κυλᾶ στὶς φλέβες σου σὰν φλόγα,

ἂν ἡ φωνὴ στὸ στόμα σου δὲν γίνεται πιὰ λέξη,

τὰ χέρια σου ἂν ξεχάσουν νὰ πετοῦν καὶ κοιμηθοῦνε.

 

Ματίλδε ἀγάπη μου, τὰ χείλη σου μισάνοιχτα ἄσε,

γιατὶ αὐτὸ τὸ στερνὸ φιλὶ ν’ ἀντέξει αἰώνια πρέπει·

γιὰ πάντα ἀκίνητο τὸ στόμα σου ποθῶ νὰ μείνει

καὶ στὸν δικό μου θάνατο γιὰ νὰ μ’ ἀκολουθήσει.

 

Φιλώντας τὸ τρελὸ γλυκό σου στόμα θὰ πεθάνω —

σφιχταγκαλιάζοντας τὸν ἀμπελώνα τοῦ κορμιοῦ σου,

τῶν σφαλισμένων σου ματιῶν γυρεύοντας τὴ λάμψη.

 

Εὐθὺς μόλις τὸ χῶμα θὰ δεχτεῖ τ’ ἀγκάλιασμά μας,

κι οἱ δυό μας θὰ ἑνωθοῦμε στὸν κοινό τὸν θάνατό μας,

νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα στὸ ἕνα καὶ αἰώνϊο φιλί μας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 


LUIS CERNUDA

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Ο Αλβάνιο πρέπει να ήταν ακόμα πολύ μικρός, όταν πρωτοδιάβασε Βέκερ. Ήσαν κάτι δεμένοι τόμοι με μπλε χρώμα και χρυσά αραβουργήματα, και ανάμεσα στις κιτρινισμένες τους σελίδες είχε κάποιος φυλάξει φωτογραφίες από παλιούς καθεδρικούς ναούς και ερειπωμένα κάστρα. Τους είχαν δώσει δανεικούς στις αδελφές του Αλβάνιο οι εξαδέλφες τους, επειδή τις μέρες εκείνες ο κόσμος μιλούσε πολύ και εξόχως αόριστα για τον Βέκερ, καθώς η μετακομιδή των λειψάνων του από τη Μαδρίτη είχε συντελεσθεί με μια πομπώδη ταφή στο παρεκκλήσιο του πανεπιστημίου.

 

Καθώς ξεφύλλιζε τα βιβλία αυτά, ανάμεσα στις πυκνογραμμένες σελίδες με τα πεζά κείμενα έπεσε και πάνω σε άλλες πιο αραιογραμμένες και καθαρές, με σύντομες αράδες πανάπαλου ρυθμού. Δεν αντιλήφθηκε τότε (αν και όχι επειδή ήταν μικρό παιδί, αφού ούτε και οι περισσότεροι ενήλικες το αντιλαμβάνονται αυτό) τη δυστυχή ανθρώπινη ιστορία που διασώζουν τα αγνά λόγια ενός ποιητή. Αλλά καθώς εδιάβαζε χωρίς να καταλαβαίνει, —όπως το παιδί και όπως πολλοί άνθρωποι—, μολύνθηκε από κάτι διαφορετικό και μυστηριώδες, κάτι που αργότερα, ξαναδιαβάζοντας επανειλημμένως τον ποιητή, αφυπνίστηκε εντός του σαν ασαφής και επίμονη ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής, πνιγμένης στην εγκατάλειψη και στη νοσταλγία.

 

Χρόνια αργότερα, αναμφίβολα ικανότερος πιά ο Αλβάνιο, αλλά προς μεγάλη του ατυχία, από θαυμασμό και έρωτα για την ποίηση έμπαινε συχνά στο παρεκκλήσιο του πανεπιστημίου και σταματούσε σε μια γωνιά, όπου ένας άγγελος κρατούσε, κάτω από πέτρινο κουβούκλιο, ένα βιβλίο στο ένα του χέρι, ενώ το άλλο το είχε φέρει στα χείλη του επιβάλλοντας με το δάχτυλο υψωμένο σιωπή. Μολονότι γνώριζε ότι ο Βέκερ δεν ήταν εκεί, αλλά κάτω, στην κρύπτη του παρεκκλησίου, μόνος, όπως είναι πάντα και οι ζωντανοί και οι νεκροί, ο Αλβάνιο ατένιζε αυτή την εικόνα για ώρα πολλή, σαν να μην του έφτανε η σιωπηλή της ευγλωττία και να χρειαζόταν ν’ ακούσει, φανερωμένο και σε ήχο, το μήνυμα των πέτρινων εκείνων χειλιών. Η απάντηση που έλαβαν τα ερωτήματά του ήταν οι νεανικές φωνές και τα ζωηρά γέλια των φοιτητών, που τρυπούσαν τους χοντρούς τοίχους και έφταναν μέσα ώς αυτόν απ΄ την ηλιόλουστη μεσαυλή και τον συναντούσαν. Τα πάντα εκεί μέσα ήταν ήδη αδιαφορία και λήθη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, ΕΥΩΔΙΑΣΤΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ ΜΕ ΦΩΣΦΟΡΟ

 


PABLO NERUDA

 

ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, ΕΥΩΔΙΑΣΤΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ ΜΕ ΦΩΣΦΟΡΟ

 

Σταυρὲ τοῦ Νότου, εὐωδιαστὸ τριφύλλι μὲ φωσφόρο,

μὲ τέσσερα φιλιὰ ὅλη ἡ ὀμορφιά σου ἐντός μου μπῆκε

τρυπώντας τὸ σομπρέρο μου, τρυπώντας τὴ σκϊά μου·

μαζί σου τὸ φεγγάρι ἐρχόταν στρογγυλὸ ἀπ’ τὸ ψύχος.

 

Τότε γιὰ τὴ δικιά σου ἀγάπη ἐσύ, ὤ μὲ τὶ διαμάντια

γαλάζιας πάχνης καὶ γαλήνης ἐπουράνϊας καὶ σὰν

καθρέφτης φανερώθηκες, γιὰ νὰ γεμίσει ἡ νύχτα

μὲ τὸ καλὸ κρασὶ ἀπ’ τὰ τέσσερα κρασοπουλειά σου.

 

Ὦ ἐσὺ παλλόμενη πλατίνα σὰν τὸ φρέσκο ψάρι,

σταυρέ μου πράσινε καὶ μαϊντανὲ μὲ ἀχτινοβόλες

σκϊές, πυγολαμπίδα τ’ οὐρανοῦ ἁλυσοδέσμια,

 

ἁπλώσου μέσα μου κι ἂς κλείσουμε κι οἱ δυὸ τὰ μάτια.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ κοιμήσου μὲ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

Καὶ μέσα μου ἄναψε τοὺς τέσσερις ἀστερισμούς σου.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η ΜΑΝΟΛΙΑ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΜΑΝΟΛΙΑ

 

Στο δρόμο έμπαινες από μιαν αψίδα. Ήταν μάλιστα τόσο στενή, που όποιος περπατούσε στη μέση της και άνοιγε στο πλάι τα χέρια του, θ’  άγγιξε και τους δύο της τοίχους.  Έπειτα, πίσω ​​από μια καγκελόπορτα, αν λοξοδρομούσες, χανόσουν στον λαβύρινθο των άλλων στενορυμιών και των μικρών πλατειών που αποτελούσαν εκείνη την παλιά συνοικία. Στο βάθος του δρόμου υπήρχε μόνο μια μικρή πορτούλα, μονίμως κλειστή, και σού ’δινε την εντύπωση ότι η μοναδική διέξοδος ήταν από πάνω από τα σπίτια, με πορεία προς τον φλογισμένο γαλάζιο ουρανό.

Σε μια στροφή του δρόμου βρισκόταν το μπαλκόνι, όπου μπορούσες να σκαρφαλώσεις από το έδαφος σχεδόν άκοπα. Και δίπλα του, πάνω στους τοίχους του κήπου, υψωνόταν η ​​τεράστια μανόλια που εσκέπαζε με τα κλαδιά της τα πάντα. Ανάμεσα στα λαμπερά και αιχμηρά της φύλλα της έπαιρναν πόζα κάθε άνοιξη οι χιονισμένες νιφάδες των ανθών της καθιστώντας φανερό το λεπτό μυστήριο του παρθένου και ανέγγιχτου όντος.

Τούτ’ η μανόλια ήταν για μένα πάντα κάτι περισσότερο από όμορφο θέαμα: σ’ αυτήν ενσαρκωνόταν η ίδια η εικόνα της ζωής. Μπορεί κατά καιρούς να λαχταρούσα να ήταν αλλιώς, πιο ελεύθερη, πιο κοντά στο ρεύμα των όντων και των πραγμάτων, πλην όμως ήξερα ότι η απομονωμένη ύπαρξη του δέντρου, η άνθησή του χωρίς και την παραμικρή μαρτυρία, ήταν η υψηλή ποιότητα του κάλλους του. Το κατέτρωγε η ίδια του η ζέση, και πέταγε στη μοναξιά άνθη αγνά ωσάν νά ’ταν θυσία αναπόδεκτη στο βωμό κάποιου θεού.

 

 Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΚΡΥΦΙΟ ΚΑΛΛΟΣ

 


LUIS CERNUDA

 

ΚΡΥΦΙΟ ΚΑΛΛΟΣ

 

Ο Αλβάνιο είχε ήδη πατήσει το κατώφλι της εφηβείας και επρόκειτο να φύγει απ’ το σπίτι, όπου είχε γεννηθεί και ζήσει μέχρι τότε, για να πάει σ’ ένα άλλο στα περίχωρα της πόλης. Ήταν ένα σχεδόν ζεστό και φωτεινό μαρτιάτικο απόγευμα· την άνοιξη την έβλεπες στο άρωμά της, στον φωτοστέφανο της, στην έμπνευσή της, στον αέρα εκείνης της τότε σχεδόν μοναχικής υπαίθρου.

Ο νέος βρισκότανε στο άδειο ακόμα δωμάτιο που θα ήταν το δικό του δωμάτιο στο καινούργιο σπίτι, και οι ριπές της αύρας του έφερναν μέσ’ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τη νεανική και καθαρή ευωδιά της φύσης, εξοπλίζοντας με φλόγες το πράσινο και χρυσό φως και δυναμώνοντας έτσι τη ρύμη του απογεύματος.

Ακουμπισμένος στο περβάζι του παράθυρου, σε κατάσταση νοσταλγίας χωρίς να ξέρει τον λόγο, εκοίταζε την εξοχή για ώρα, πολλή ώρα.

Σαν από διαίσθηση, περισσότερο παρά από αντίληψη, για πρώτη φορά στη ζωή του εμάντεψε την ομορφιά όλων όσων ατένιζαν τα μάτια του. Και με το όραμα αυτού του κρύφιου κάλλους, ένα αίσθημα μοναξιάς, άγνωστό του μέχρι τότε, σύρθηκε απότομα μες στην ψυχή του και την ελάβωσε.

Το βάρος του θησαυρού που του εμπιστεύτηκε η φύση ήταν υπερβολικό για το παιδικό του ακόμα πνεύμα, καθώς όλος αυτός ο πλούτος φαινόταν να σταλάζει εντός του μιαν ευθύνη και ένα καθήκον, οπότε και τον άλωσε η επιθυμία να λάβει την ανακούφιση στις συντροφιές των άλλων. Πιο έπειτα όμως μια παράξενη αιδώς τον συγκρατούσε και του εσφράγιζε τα χείλη, ωσάν το τίμημα του δώρου εκείνου να ήταν η μελαγχολία και η απομόνωση που το συνόδευαν, καταδικάζοντάς τον αυτόν τον ίδιο  ν’ απολαμβάνει και να υποφέρει σιωπηλά την πικρή και θεϊκή μέθη, μια μέθη άρρητη και άφατη, που τού ’πνιγε το στήθος και του εθόλωνε με δάκρυα τα μάτια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΣΑΝ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΑΙΣΤΑΝΘΗΚΑ ΒΑΘΙΑ ΤΟ ΨΥΧΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΣΑΝ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΑΙΣΤΑΝΘΗΚΑ ΒΑΘΙΑ ΤΟ ΨΥΧΟΣ

 

Σὰν εἶπα νὰ πεθάνω, αἰσθάνθηκα βαθιὰ τὸ ψύχος,

κι ἀπ’ ὅσα εἶχα ζήσει σοῦ ἄφηνα τὸν ἑαυτό σου·

τὸ στόμα σου ἤτανε τὰ γήινα μερόνυχτά μου,

τὸ δέρμα σου ἕνα κράτος ἱδρυμένο ἀπ’ τὰ φιλιά μου.

 

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς τελειῶσαν τὰ βιβλία,

φιλίες, θησαυροὶ πολλοὶ χωρὶς ἐκεχειρία,

τὸ διάφανό μας σπίτι ποὺ μαζὶ τό ’χουμε στήσει —

τὰ πάντα τέλος βρήκανε, ἀλλ’ ὄχι τὰ δυό σου μάτια.

 

Γιατὶ ὁ ἔρωτας ἀπ’ ὅταν ἡ ζωὴ μᾶς κυνηγάει

κύμα εἶναι ποὺ καλπάζει σ’ ἄλλο κύμα ἀπὸ πάνω·

ὁ θάνατος σὰν ἔρχεται ὅμως καὶ χτυπάει τὴν πόρτα,

 

στὸ ἀπέραντο κενὸ τὸ βλέμμα σου μονάχα μένει·

ἡ λάμψη σου μονάχα ποὺ θὲ νὰ τὸν καταργήσει·

ἡ ἀγάπη σου μονάχα τὸ σκοτάδι θὰ σφαλίσει.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 


PIER PAOLO PASOLINI

Η επανάσταση έρχεται, όταν ο λαός είναι έτοιμος : όταν γίνεται κάτι αυθόρμητο που ως γεγονός δεν ανακόπτεται.

Συνέντευξη στον Χοακίν Σοκόλοβιτς, 1968.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ


LUIS CERNUDA

 

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ

 

Η αυγουστιάτικη νυχτιά εμπέρδευε τη μαύρη θάλασσα και τον μαύρο ουρανό στην ίδια απεραντοσύνη μέσα, απ’ όπου ξεχώριζε, σαν αρχή κάποιου κόσμου άκτιστου, μόνο η γκριζωπή γραμμή της παραλίας. Εκεί, σ’ όλο της το μήκος και γυμνός κάτω απ’ τα λευκά μου ρούχα, περπατούσα εγώ ολομόναχος, κι ας με καλούσαν οι φίλοι μου, που κολυμπούσαν στη θάλασσα, να μπω μαζί τους. Ανάμεσα σ’ όλες εκείνες τις φωνές τους εγώ ξεχώριζα μία ολόδροση και απολύτως καθαρή.

Η θάλασσα κρατούσε ακόμα μες στην αγκαλιά της τη ζέστη της ημέρας, και την έβγαζε με μια θερμή και συνάμα πικρή πνοή που έμελλε να σβήσει στον νυχτερινό αέρα. Ώρα πολλή περπάτησα στης παραλίας το σκότος, έμπλεος ευδαιμονίας, μέθης, ζωής. Ποτέ μου όμως δεν θα πω τον λόγο. Είναι τρέλα να θέλεις να εκφράσεις το άφραστο. Ποιός μπορεί να πει άραγε με λόγια τί είναι η φλόγα και η θεϊκή της ζέση που ούτε κανείς τη βλέπει ούτε τήνε νιώθει;

Τελικά εβούτηξα στο νερό, που μόλις ριγωνόταν απ’ τα κύματα και με μι’  απαλή του κίνηση με πήγε στ’ ανοιχτά. Είδα από μακριά, στο βάθος, τη γκριζωπή γραμμή της παραλίας και πάνω της των αφημένων μου ρούχων την άσπρη κηλίδα.  Όταν εγύρισαν οι άλλοι και έκραζαν τ’ όνομά μου μες στη νύχτα, αναζητώντας με δίπλα στα σαν σάβανο ενδύματά μου, ον αδρανές σαν άδειο σώμα, εγώ τους παρακολουθούσα, αόρατος μες στο σκοτάδι, σάμπως να μπορούσαμε από άλλο κόσμο και από άλλη ζωή να συλλογιστούμε, μα τώρα πια χωρίς εμάς, και τον τόπο και τα κορμιά που αγαπούσαμε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Τὰ χειμωνιάτικα δειλινά, δυὸ-τρεῖς φορὲς τὸ μήνα, τὰ μέλη τῆς Ἑταιρείας Συναυλιῶν, σὰν ἄλλοι ρομαντικοὶ συνωμότες, ἐπήγαιναν στὸ θέατρο ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ εἶχαν ἤδη φωταγωγηθεῖ, ἀντίθετα ἀπ’ ὅσους γύριζαν μὲ ὄψεις μουντὲς και σκυθρωπὲς ἀπ’ τὴ δουλειὰ στὰ σπίτια τους. Τὸ παλιὸ καὶ κατερειπωμένο ἀμφιθέατρο ἐφώτιζε τὸν χρυσοκόκκινό του διάκοσμο, καὶ εἶχε γιὰ γιρλάντες του αὐτὸ τὸ παράξενο ἄνθος ἤ, κατ’ ἄλλους, αὐτὸν τὸν ἀλλόκοτο καρπὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ὄψη — ὄψεις στὴν πλειονότητά τους ἀδιάφορες, οἱ ὑπόλοιπες περιέργες καὶ κάποιες λίγες νὰ μαρτυροῦν ὅτι τρέφουν προσδοκίες.

Ἐκεῖ ἄκουσα πρώτη μου φορὰ Μπὰχ καὶ Μότσαρτ· ἐκεῖ ἀποκάλυψε ἡ μουσικὴ στὶς αἰσθήσεις μου τὴ δική της pure délice sans chemin (ὅπως λέει κι ὁ στίχος τοῦ Μαλαρμέ, ποὺ εἶχα ἀρχίσει νὰ τὸν διαβάζω τότε), γιὰ νὰ μοῦ μάθει ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τὸ βαρὺ ἀνθρώπινο ὂν εἶναι μορφὴ ἰσοδύναμη τῆς πτήσης καὶ ποὺ ἡ φύση του τοῦ τὴν ἀρνεῖται. Ὄντας νέος, ἀρκετὰ ἐσωστρεφὴς καὶ καθ’ ὑπερβολὴν παθιασμένος, αὐτὸ ποὺ ζητοῦσα ἐγὼ ἀπ’ τὴ μουσικὴ ἦταν φτερὰ γιὰ νὰ ξεφύγω ἀπὸ κεῖνον τὸν παράδοξο κόσμο ποὺ μὲ τριγύριζε, ἀπὸ τὶς ἄνω ποταμῶν συνήθειες ποὺ μοῦ ἐπέβαλλαν καί —ποιός ξέρει— μπορεῖ κι ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο.

Τὴ μουσική, ὅμως, πρέπει νὰ τὴν προσεγγίζουμε μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ καθαρότητα καὶ νὰ ποθοῦμε νὰ βροῦμε σ’ αὐτὴν ὅ,τι ἀκριβῶς μπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρει: στοχαστικὴ σαγήνη. Σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς αἴθουσας, μὲ καρφωμένο τὸ βλέμμα μου σ’ ἕνα φωτεινὸ σημεῖο, ἔμενα νὰ τὴν ἀκούω ἀπορροφημένος, παρόμοια μὲ ὅποιον ἀτενίζει τὴ θάλασσα. Τὸ ἐναρμόνιο πηγαινέλα της καὶ οἱ πολύμορφοι σπινθηρισμοί της ἦσαν σὰν κύμα ποὺ θὰ ἐκτόπιζε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὄντας σὰν κύμα, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μᾶς σηκώσει γιὰ νὰ μᾶς πάει ἀπ’ τὴ ζωὴ στὸν θάνατο, ἔνιωθες ὅτι ἦταν γλυκιὰ τῆς ἀπωλείας ἡ αἴσθηση μέσα του, ἔτσι καθὼς μᾶς ἐλίκνιζε ἕως καὶ τὶς ἐσχατιὲς τῶν ἐσχατιῶν τῆς λήθης.

 

Μετάφραση:Γιῶργος Κεντρωτής.


ΛΕΩ: ΑΝ ΠΕΘΑΝΩ, ΖΗΣΕ ΕΣΥ ΜΕ ΚΑΘΑΡΗ ΤΗΝ ΚΡΑΣΗ

 


PABLO NERUDA

 

ΛΕΩ: ΑΝ ΠΕΘΑΝΩ, ΖΗΣΕ ΕΣΥ ΜΕ ΚΑΘΑΡΗ ΤΗΝ ΚΡΑΣΗ

 

Λέω: ἂν πεθάνω, ζῆσε ἐσὺ μὲ καθαρὴ τὴν κράση

γιὰ νὰ ξυπνάει ἡ ὀργὴ τοῦ ψύχους, τῆς βαθιᾶς χλομάδας·

καὶ τ’ ἄσβηστά σου μάτια σήκωνε σ’ ὅλον τὸν Νότο,

στοὺς ἥλιους ὅλους ἂς ἠχεῖ ἡ κιθάρα πού ’χεις στόμα.

 

Τὸ γέλιο σου δὲν θέλω νὰ τρεκλίζει, οὔτε τὸ βῆμα.

Ὅ,τι ἔχω ἀφήσει στὴ χαρὰ δὲν θέλω νὰ πεθάνει.

Στὸ στῆθος μου (ἀφοῦ θὲ νά ’μαι πιὰ ἀπών) μὴν κλάψεις.

Στὴν ἀπουσία μου νὰ ζεῖς, δικό σου νά ’ναι σπίτι.

 

Μεγάλο σπίτι ἡ ἀπουσία, ἀπίστευτα μεγάλο·

περνώντας ἀπ’ τοὺς τοίχους του θὰ μπαίνεις μέσα

καὶ θὰ κρεμᾶς τὰ κάδρα, τοὺς καθρέφτες στὸν ἀέρα.

 

Εἶν’ ἕνα σπίτι τόσο διάφανο ἡ ἀπουσία… — τόσο,

ποὺ ἐγώ, ἂν καὶ χωρὶς νὰ ζῶ, νὰ ζεῖς θὲ νὰ σὲ βλέπω·

μὰ ἂν δῶ πὼς ὑποφέρεις, τότε θὰ ξαναπεθάνω.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

ΓΛΙΣΤΡΙΔΑ

 


ΓΛΙΣΤΡΙΔΑ

Δύο ώρες κουβέντα στὸ Street Radio απόψε.
Μετάφραση και ποίηση. Και λίγο Ολυμπιακό.
Πολύ ωραία περάσαμε. Το φχαριστηθήκαμε.
Ευχαριστίες στον Βασίλη Γραβαρίτη, στον Σπύρο Μαντζαβίνο και στον Μάριο Ρήγα για τη φιλοξενία.
Θα αναρτηθεί γιουτιουμπάκι με την κουβενταρία μας σε λίγες μέρες.

ΙΔΟΥ ΤΟ ΣΠΙΤΙ, Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΙΔΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΙΑ


 

PABLO NERUDA

 

ΙΔΟΥ ΤΟ ΣΠΙΤΙ, Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΙΔΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΙΑ

 

Ἰδοὺ τὸ σπίτι, ἡ θάλασσα, ἰδοὺ καὶ ἡ σημαία.

Περιπλανιόμασταν σὲ κάποιους ἄλλους τοίχους.

Οὔτε τὴν πόρτα βρήκαμε οὔτε καὶ τὸν ἦχο

τῆς ἀπουσίας, σάμπως νά ’χανε πεθάνει.

 

Τὸ σπίτι ἀνοίγει ἐπιτέλους τὴ σιωπή του.

Σὰν μπαίνουμε, τὴν ἐγκατάλειψη πατᾶμε,

τοὺς ψόφιους ἀρουραίους, τὸ ἀδειασμένο ἀντίο,

καὶ τὸ νερὸ ποὺ μέσα στὰ σταμνιὰ θρηνοῦσε.

 

Τὸ σπίτι νύχτα-μέρα ἐζοῦσε μὲς στὸν θρῆνο·

μισάνοιχτο ἦταν καὶ παντοῦ γεμάτο ἀράχνες·

βογγοῦσε, καὶ τὰ μαῦρα του χυθῆκαν μάτια.

 

Μὰ τώρα, νά το, ξάφνου ξαναζωντανεύει.

Τὸ κατοικοῦμε. Κι ἂν δὲν μᾶς ἀναγνωρίζει,

ν’ἀνθίσει πρέπει. Ἂς τοῦ φρεσκάρουμε τὴ μνήμη!

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ - ΝΕΡΟΥΔΑ

 


26 λ. 
Σχόλιο για τα 100 Ερωτικά σονέτα του Νερούδα
Το να γράψεις για μια μετάφραση που είναι γουέρκ ιν πρόγκρες δεν συνηθίζεται, αλλά το διακύβευμα είναι τόσο πασιφανές που και τα ως τώρα μεταφρασμένα είναι αρκετά. Μιλάω για την εν προόδω μετάφραση των σονέτων του Νερούδα από τον Γιώργο Κεντρωτή, που απολαμβάνω εν τη γεννέσει τους σχεδόν κάθε μέρα με τους καινούριους τρόπους των κοινωνικών δικτύων, όπου η δημοσίευση και η αποτίμηση είναι άμεση. Ο συγχωρεμένος ο Ηλίας Ματθαίου που τα μετέφρασε για τις εκδόσεις Γνώση, είχε κοινωνική παρουσία για να τα επιβάλλει, αλλά βρισκόταν σε καθεστώς γλωσσικής οπισθοδρόμησης. Το λεκτικό του ήταν το κατ' εξοχήν ξεπερασμένο από τη Γενιά του 30 στο κρισιμότατο εκείνο σημείο της ερωτικής απέυθυνσης. Η γλώσσα της καύλας άλλαξε από την εποχή του Παλαμά αφηνοντάς τον πίσω σε μια ερωτική γλώσσα της κτηνοτροφίας και της ζωολογίας, ΄όπως και τον Βάρναλη επίσης. Η μετάφραση του Ματθαίου ήταν σαν να ήταν καμωμένη την εποχή του Παλαμά. Ελάχιστα προσήκουσα σε σημερινή χρήση. Για τους μεταφραστές παραμένει πολύτιμη για άλλους λόγους. Στο Νερούδα το λεξιλόγιο της χλωρίδας υπερισχύει αυτού της πανίδας και τα 100 σονέτα διατηρούν τη μορφή των στροφών αλλά δεν έχουν ρίμα. Τα πλήκτρα του πιάνου της μετάφρασης απαιτούν Σοπέν ή μέχρι και κάποιον μουσικό του εμπρεσιονισμού... η ροή υπερισχύει της πίεσης. Η απόλαυση για μένα που έχω πρόχειρο το ισπανικό κείμενο συνίσταται στον βλέπω την επιτυχία των λύσεων... για τους άσπονδους φίλους του μεταφραστή είναι πιστεύω να ψιλοχλωμιάζουν γιατί παίζει όλα τα πλήκτρα του πιάνου της γλώσσας μας. Τέλος πάντων, έρχεται και στο χαρτί πιστευω η πρώτη αξιοπρεπής μετάφραση των 100 ερωτικών σονέτων του Νερούδα στα ελληνικά. Μία τελευταία παρατήρηση ήθους. Κι εγώ κι ο Κεντρωτής ξέραμε τί ήταν και τί δεν ήταν η μετάφραση του Ματθαίου. Αλλά δεν το σχολιάσαμε δημόσια ποτέ. Διότι ως μεταφραστές και όχι ως φιλότεχνοι που μιλάνε για τα κρασιά σαν να ήταν βιβλία και τα βιβλία σαν να ήταν κρασιά, ξέρουμε πως μετάφραση που θα πούμε κακή από τα ισπανικά σημαίνει και την υποχρέωση να την αποκαταστήσουμε, αν και εφόσον οι συγκυρίες το ευνοήσουν. Οι ανυπόμονοι λοιπόν στη σελίδα του Γιώργου Κέντρωτή και οι υπομονετικοί του χάρτου στο βιβλίο που έρχεται.

Ο ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ


 

PIER PAOLO PASOLINI

 

Ο ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

 

Πολλά νέα πράγματα έχουν συμβεί στον κόσμο φέτος (το 1964), και είναι αρκετά για να αναγκάσουν τον οποιονδήποτε ακαδημαϊκό δάσκαλο να κατεβεί από την έδρα του και να επανεξετάσει τις θέσεις του, να ψάξει να ξαναβρεί την ειλικρίνεια των κρίσεών του. Η ολοένα και πιο δραματική μετάβαση του καπιταλισμού από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό στον τεχνοκρατικό καπιταλισμό (δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ την ορθή ορολογία...) συνεπάγεται πλήθος μέγα συνεπειών, τις οποίες ουδείς ακόμα γνωρίζει. Το άμεσο και προβλέψιμο αποτέλεσμα (Λένιν) του μονοπωλιακού καπιταλισμού ήταν ο ιμπεριαλισμός (με τη διαλεκτική του οποίου ασχολούμασταν μέχρι χθες, μέχρι και πριν από λίγο). Ερωτάται: ποιό θα είναι το αποτέλεσμα του τεχνοκρατικού καπιταλισμού; Αυτή τη στιγμή θα φαινόταν μάλλον ότι είναι η μεγαλύτερη δύναμη που διαφθείρει τις ελίτ της εργατικής τάξης· ή τουλάχιστον αυτό είναι το εντυπωσιακότερο γεγονός της στιγμής: το μπουμ, η κρίση ανάπτυξης που οδηγεί στη εκβιομηχάνιση και η κεντροαριστερά (τουλάχιστον στην Ιταλία) είναι όλα αντισταθμισμένα εν μέρει (τουλάχιστον στην Ιταλία) από την προοδευτική και ολοένα και πιο εντυπωσιακή αύξηση των κομμουνιστικών ψήφων. Ένα άλλο ορατό και συγγνωστό σημείο είναι η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών εθνών και του υπανάπτυκτου κόσμου: η μετάβαση από την ιμπεριαλιστική αποικιοκρατία στη νεοαποικιοκρατία. Η απαισιοδοξία μου με σπρώχνει να βλέπω ζοφερό το μέλλον, εντελώς απαράδεκτο και αβάσταχτο για μια ανθρωπιστική προοπτική – μέλλον που θα κυριαρχείται από έναν νεοϊμπεριαλισμό πραγματικά απρόβλεπτων μορφών.

 

Στο: Vie Nuove», τχ. 42, 15 Οκτωβρίου 1964, σ. 28.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΛΑΪ ΜΟΥ ΝΑ ΣΕ ΝΙΩΘΩ

 


PABLO NERUDA

 

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΛΑΪ ΜΟΥ ΝΑ ΣΕ ΝΙΩΘΩ

 

Μ’ ἀρέσει, ἀγάπη μου, τὴ νύχτα πλάι μου νὰ σὲ νιώθω

ἀόρατη στὸν ὕπνο, σοβαρὴ μὲς στὰ ἐρέβη,

κι ἐγὼ νὰ πολεμῶ τὰ ντράβαλά μου νὰ ξεμπλέξω

λὲς κι εἶναι σὰν τὰ μπερδεμένα δίχτυα τῶν ψαράδων.

 

Ἀπούσα, μέσα στὰ ὄνειρα ἡ καρδιά σου ταξιδεύει·

μὰ τὸ παρατημένο σου κορμὶ ὅλο καὶ σαλεύει

καὶ στὰ τυφλὰ μὲ ἀναζητᾶ, καὶ ὁ ὕπνος μου προκόβει

σὰν δέντρο ποὺ πετᾶ διπλὸ τὸ μπόι στὸ σκοτάδι.

 

Σὰν σηκωθεῖς, θὲ νά ’σαι μι’ ἄλλη ποὺ ζεῖ καὶ θὰ ζεῖ αὔριο·

μὰ ἀπ’ τὰ πεσμένα μέτωπα τῆς μάχης μὲς στὴ νύχτα,

ἀπὸ τὸ ζῶ καὶ τὸ δὲν ζῶ, ὅπου ὑπάρχουμε, ἕνα κάτι

 

θὰ μένει ποὺ μὲς στῆς ζωῆς τὸ φῶς μᾶς προσεγγίζει

λὲς καὶ ἡ σφραγίδα τοῦ ἴσκιου εἶχε μιὰ φωτιὰ ἀδράξει

καὶ τὰ κρυφά του πλάσματα ὅλα τά ’χει σημαδέψει.

 

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...