Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Η ΗΔΟΝΗ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΗΔΟΝΗ

 

Τις ανοιξιάτικες νύχτες, και όσο ήθελε ίσαμε να χαράξει, ερχόταν απ’  τα χωράφια, απ’ την Εριτάνια, ο ήχος μιας λατέρνας. Μες στη σιγαλιά και τη γαλήνη της νύχτας η εφήμερη μελωδία αποκτούσε φωνή και μιλούσε για όσους ετούτη την ώρα, αντί να κοιμούνται, ζούσαν κι έμεναν άγρυπνοι για την απόλαυση μιας στιγμής. Εγώ  τότε τους έβλεπα όλους, άνδρες και γυναίκες, λίγο μεθυσμένους, σοβαρούς, με το βλέμμα τους σταθερό και συνάμα αόριστο, δεμένους μεταξύ τους σαν να παρακολουθούσαν τον ρυθμό μάλλον του σπασμού παρά του χορού, και με τα χέρια τους να θωπεύουν φρενιτωδώς το όμορφο ανθρώπινο σώμα, που θριαμβεύει μια μέρα μόνο και μόνο για να βυθιστεί έπειτα στον θάνατο.

Η δε βραχνή, διαπεραστική κραυγή κάποιου παγωνιού, ξάγρυπνου στα μονοπάτια του πάρκου, διέκοπτε τον ρυθμό της μικρής μουσικής σαν να κορόιδευε την τρελή μου εμένα, τη θλιβερή μου λαχτάρα.

Παιδί ακόμα, και η επιθυμία μου δεν είχε λάβει μορφή, ενώ η λαχτάρα που την ξυπνούσε δεν μπορούσε επ’  ουδενί να τη συγκεκριμενοποιήσει. Με φθόνο σκεφτόμουν όλους εκείνους τους ανώνυμους ανθρώπους που εκείνη την ώρα διασκέδαζαν, μπορεί μάλιστα και με βάναυσο ήθος, αλλά που με ξεπερνούσαν στη γνώση της ηδονής, από την οποία εγώ είχα δική μου μόνο την επιθυμία. Και αναρωτιόμουν αν ήσαν άξιοι αυτής της γνώσης, αν θα αξιωνόμουν κι εγώ  να την αποκτήσω κάποτε, ίδια και απαράλλακτη όπως το ένα ή το άλλο τέλειο πλάσμα με τη ζωώδη του χάρη, που είχα και δεν είχα εγώ προλάβει να το μισοδώ στη στροφή κάποιου δρόμου και που η ξαφνική του θύμηση φωτιζόταν έκτοτε στη μνήμη μου.

Μέσ’ απ’ τα κλαδιά της ανθισμένης ακακίας, μέσ’ απ’ τον ζεστό αέρα της μαγιάτικης νύχτας, μέσ’ απ’ τον κήπο του πανδοχείου η μικρή μουσική επέμενε να με επισκέπτεται. Δεν ήταν η φωνή της αθάνατης μελωδίας, που μας πείθει ότι ούτε μέσα μας ούτε σε αυτήν υπάρχει κάτι που θα συμβεί σίγουρα. Αυτή, φρυγική και φευγαλέα, μιλούσε  στην αμφιβολία μας, υποκινώντας μας να ζούμε με απολαύσεις, και μιλούσε μ’ έναν τόνο φωνής που η νύχτα και η περίσταση τον έκαναν δραματικό, σαν τη φωνή που βγαίνει μέσα από μια γελοία μάσκα και μας προειδοποιεί σοβαρή, βαθιά κρυμμένη, παθιασμένη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου