Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Βίος βίαιος»)

 

Κιόσκια, καμπινέδες περίπτερα — τίποτ’ ἀνοιχτό. Καὶ ψυχὴ δὲν περνοῦσε. Τὰ φανάρια λαμπύριζαν ὁλομόναχα ἀνάμεσα ἀπ’ τὰ δέντρα. Μόνο σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς πλατείας, κάτω-κάτω, μακριά, ἀνάμεσα σὲ κάτι ψεύτικα βραχάκια, ἦταν μιὰ γατοσυμμορία ἀπ’ ὅλες τὶς ράτσες· τὰ γατιὰ μέσα σ’ ὅλη τους τὴν ἀλητεία πλακώνονταν κάθε τόσο σὲ καβγάδες κι ἔκαναν σὰ θεριὰ ἀνήμερα. Ἀμφότεροι, Τομαζίνο καὶ  Λέλο, ἦταν ἀπ’ τὸ μεθύσι νὰν τοὺς κλαῖν κι οἱ ρέγγες. Εἶχαν ξαπλώσει μὲ τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν τους πλεγμένα στὸ σβέρκο τους, μὲ τὰ κανιά τους ἀνοιχτὰ καὶ μὲ τ’ ἀπαυτὰ τους φάτσα-μόστρα στὸν οὐρανό.

Ἐκεῖ, ἔτσι γιὰ νὰ κάνουν κάτι, ἄρχισαν νὰ μιλᾶνε γιὰ τὸν παλιὸ καλὸ καιρό, τότε ποὺ ἤτανε ἀκόμα παιδάκια καὶ ὅλα στὴ ζωὴ ἤτανε ρόδινα· ἀλλὰ καὶ τώρα, στὸ τέλος-τέλος, μὴν τὰ πολυλογοῦν, καλὰ τὴ βγάζανε.

Μὰ ἐπειδὴ γρήγορα κουράστηκαν ἀπὸ τοῦτες τους τὶς κουβέντες, ἄρχισαν νὰ χασμουριοῦνται καὶ νὰ ψιλοτσακώνονται· στὸ τέλος πῆραν ἕναν ὑπνάκο.

Ἡ νύχτα σιγὰ-σιγὰ ἔφυγε. Ὅταν ξύπνησαν καὶ σηκώθηκαν ὄρθιοι καὶ πάτησαν τὸ βρεγμένο χαλίκι κόντευε πέντε ἡ ὥρα· ἄρχισαν ν’ ἀκούγονται τὰ πρῶτα τράμ.

Κεφάτος ὁ Λέλο καὶ μ’ ἕνα χαμογελάκι νὰ σκάει στὰ χείλη του, τεντώθηκε νὰ ἰσιώσει ἡ ράχη του, κοίταξε τὸν Τομάζο καὶ εἶπε: «Ρὲ σὺ Τομάζο, εἶσαι γιὰ λίγο ποδαρόδρομο ἀκόμα;» «Καλά, ρὲ γαμῶτο σου», τοῦ ’πε κεφάτος ὁ Τομάζο, «τί;… ἀκόμα δὲν τὸ βαρέθηκες τὸ περπάτημα;» «Ἐγὼ ρὲ δὲν κουράζομαι, ρέ!» τοῦ ’πε ὁ Λέλο, κι εἶχε κιόλας πιάσει νὰ κόβει δρόμο μέσ’ ἀπ’ τὴν Πιάτσα Βιτόριο.

Εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταφτάνουν ἤδη μὲ τὰ κάρα τους οἱ πρῶτοι πραματευτάδες: ὁ ἕνας, σὰ σκλαβάκι, τραβοῦσε τὸ κάρο ἀπ’ τὰ χερούλια του, κι ἕνας ἄλλος, σκουντούφλης ἀπ’ τὴ νύστα, μὰ μὲ περιποιημένο τὸ μαλλὶ λὲς κι εἶχε βγεῖ μόλις ἀπὸ τὸν κουρέα, τό ’σπρωχνε ἀπὸ πίσω. Ἀργὰ-ἀργὰ καὶ σὰ φαντάσματα σούρνονταν πάνω στὸ βρεγμένο λιθόστρωτο, γιὰ νὰ χαθοῦν σὲ λίγο πέρα στὰ πεζοδρόμια γύρω ἀπ’ τοὺς κήπους τῆς πλατείας.

Ἀπὸ μιὰ γωνιὰ ἀκούγονταν βουητὰ νὰ σοῦ παίρνουνε τ’ ἀφτιά. Ἤτανε οἱ σκουπιδιάρηδες, κάτω ἀπ’ τὶς καμάρες, καὶ τσούλαγαν τὰ σκουπιδοβάρελα νὰν τ’ ἀδειάσουν στὸ σκουπιδιάρικο.

Ὁ Λέλο δὲν ἐνύσταζε ἄλλο τώρα κι ἔνιωθε ἀνάλαφρος-ἀνάλαφρος σὰν ὅπως βγαίνουμε ξημερώματα μετὰ ἀπὸ χορὸ καὶ λιγάκι πιωμένοι. Προχωροῦσε κάτω ἀπ’ τὶς καμάρες, μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες, μὲ τὸ στῆθος φουσκωμένο καὶ μὲ φάτσα μόρτικη πού ’λεγε ἐγώ ’μαι τῆς πουτάνας γιός.

Πετώντας ἀπ’ τὴ χαρά του ὁ Τομαζίνο γιὰ τὴν καλὴ διάθεση τοῡ φίλου του, ἀλλὰ καὶ μὲς στὴν τρελή χαρὰ καὶ γιὰ δικό του λογαριασμό, τὸν ἀκολουθοῦσε καταπόδι, δείχνοντας ὅμως κομμάτι μουτρωμένος γιὰ νὰ μὴν παίρνει ὁ ἄλλος καὶ πολὺ ἀέρα.  

«Φτοὺ γαμῶτο σου, ρὲ Λέλο!» τοῦ ’πε. «Νέφτι ρὲ σοῦ’χουνε βάλει καὶ πᾶς ἔτσι;»

Ὁ Λέλο δὲν τοῦ ἀπαντοῦσε. Πῆγε μόνο νὰ τοῦ ξεφύγει ἕνα γελάκι, μὰ περπατοῦσε δίχως κὰν νὰ κοιτάει πίσω του.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου