Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ (ΣΟΦΙΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ (ΣΟΦΙΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα τζάμια τα θολά κεντάει τ’ αγιάζι
Καράβια και πουλιά του ποταμού
Χρυσές κλωστές τον ύπνο μου σκεπάζει
Με το βραχνό τραγούδι που στενάζει
Για θάνατο κι αρρώστιες του συρμού

Το φως ραγίζει μες στο παραθύρι
Μα συ σαν σπίτι καίγεσαι παλιό
Σε λένε Κώστα, Ιάκωβο κι Αργύρη
Και πάνω σου τα χρόνια έχουν γείρει
Δελφίνι κεντημένο σε πηλό

Απ’ τις παλιές γιορτές στη Μικρασία
Κι από τους δρόμους που είδανε σφαγές
Γυρνάς τον εαυτό σου στα πορνεία
Δεν έχει πια ζωή στα καφενεία
Στον τόπο αυτό που γέμισε πληγές

Η λάμπα γράφει κύκλους με σκοτάδι
Κι η τράπουλα σαν ανοιχτή πληγή
Μαρμαρωμένοι οι ναύτες ένα βράδυ
Στον κήπο βγήκαν γύρω απ’ το πηγάδι
Και χόρεψαν μαζί με την αυγή

Τα χάρτινα πουλιά δε σε ξαφνιάζουν
Μήτε το φως τη νύχτα που αγρυπνά
Στα καφενεία μόνο σε τρομάζουν
Καθρέφτες που ποτέ δε σε κοιτάζουν
Με την πικρή αμαρτία που ξυπνά

Ο ένας τοίχος κίτρινος σαν θειάφι
Κι ο άλλος απ’ τον ήλιο βυσσινής
Όπου ακουμπήσεις όμως δεν ξεβάφει
Παρά το άσπρο που έχουνε οι τάφοι
Και δεν το συλλογίζεται κανείς

Τα λόγια είναι παλιά μα είναι δικά μας
Κι ο θάνατος δικός μας την αυγή
Έναν καιρό θα γράψεις στη χαρά μας
Και θα μετράς ξανά τον έρωτά μας
Και θα κρατάς στα δόντια τη ζωή

Η θάλασσα γυρίζει τον πνιγμένο
Με δυο σπαθιά στα μάτια καρφωτά
Μ’ αγέρα και βροχή σε περιμένω
Και τα μαλλιά με θάνατο σ’ τα δένω
Απ’ τη στερνή σου εικόνα π’ αλυχτά

Η μνήμη σ’ άλλη μνήμη σε γυρίζει
Και ξέχασες τους δρόμους που περνάς
Νεράντζι και κυδώνι σού μυρίζει
Μα η Ρωμιοσύνη τώρα σε ποτίζει
Χολή στους καφενέδες που γερνάς

Κοιμήσου πια και γύρε σαν το στάχυ
Δεν έφταιξες εσύ για τις φωτιές
Θα σκοτωθούν πολλοί μέσα στη μάχη
Κι όσοι δεν τρελαθούν θα ζουν μονάχοι
Στα καφενεία και στις ρεματιές

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ ΚΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ




Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ & Η ΣΟΦΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ


Στα τζάμια τα θολά κεντάει τ’ αγιάζι
καράβια και πουλιά του ποταμού,
χρυσές κλωστές στον ύπνο μου σκεπάζει
με το βραχνό τραγούδι που στενάζει
για θάνατο κι αρρώστιες του συρμού.

Το φως ραγίζει μες στο παραθύρι
μα συ σαν σπίτι καίγεσαι παλιό,
σε λένε Κώστα, Ιάκωβο κι Αργύρη
και πάνω σου τα χρόνια έχουν γείρει
δελφίνι κεντημένο σε πηλό.

Απ’ τις παλιές γιορτές στη Μικρασία
κι από τους δρόμους που είδανε σφαγές
γυρνάς τον εαυτό σου στα πορνεία,
δεν έχει πια ζωή στα καφενεία
στον τόπο αυτό που γέμισε πληγές.

Η λάμπα γράφει κύκλους με σκοτάδι
κι η τράπουλα σαν ανοιχτή πληγή,
μαρμαρωμένοι ναύτες ένα βράδυ
στον κήπο βγήκαν γύρω απ’ το πηγάδι
και χόρεψαν μαζί με την αυγή.

Τα χάρτινα πουλιά δε σε ξαφνιάζουν
μήτε το φως τη νύχτα που αγρυπνά,
στα καφενεία μόνο σε τρομάζουν
καθρέφτες που ποτέ δε σε κοιτάζουν
με την πικρή αμαρτία που ξυπνά.

Ο ένας τοίχος κίτρινος σαν θειάφι
κι ο άλλος απ’ τον ήλιο βυσσινής,
όπου ακουμπήσεις όμως δεν ξεβάφει
παρά το άσπρο που έχουνε οι τάφοι
και δεν το συλλογίζεται κανείς.

Τα λόγια είναι παλιά μα είναι δικά μας
κι ο θάνατος δικός μας την αυγή,
έναν καιρό θα γράψεις τη χαρά μας
και θα μετράς ξανά τον έρωτά μας
και θα κρατάς στα δόντια τη ζωή.

Η θάλασσα γυρίζει τον πνιγμένο
με δυο σπαθιά στα μάτια καρφωτά,
μ’ αγέρα και βροχή σε περιμένω
και τα μαλλιά με θάνατο σ’ τα δένω
απ’ τη στερνή σου εικόνα που αλυχτά.

Η μνήμη σ’ άλλη μνήμη σε γυρίζει
και ξέχασες τους δρόμους που περνάς,
νεράντζι και κυδώνι σού μυρίζει,
μα η Ρωμιοσύνη τώρα σε ποτίζει
χολή στους καφενέδες που γερνάς.

Κοιμήσου πια και γείρε σαν το στάχυ.
Δεν έφταιξες εσύ για τις φωτιές.
Θα σκοτωθούν πολλοί μέσα στη μάχη
κι όσοι δεν τρελαθούν θα ζουν μονάχοι
στα καφενεία και στις ρεματιές.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΜΩΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΓΕΡΟΥΣ



Η ΣΟΦΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ ΚΑΙ ΜΙΧΑΛΗ ΤΡΑΝΟΥΔΑΚΗ


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΜΩΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΓΕΡΟΥΣ


Πρώτη μέρα του Μαγιού
πάει το clipper του τσαγιού.
Να προλάβει τη Σαγκάη,
να φορτώσει το άσπρο τσάι.

Μα στου νότου τα νησιά,
στο στενό του Μακασάρ,
το κουρσεύουν πειρατές,
και δε γύρισε ποτές.

Στέρνουν ένα μπριγκαντίνι,
όλο ασένιο, στο καντίνι.
Μα όξω από τη Βαρκελώνα
το μπατάρει μιά χελώνα,
μια χελώνα θηλυκιά,
γκαστρωμένη και κακιά.

Μα ένας Κεφαλλονίτης,
κει οπίσω απ τη Δολίχα,
τραμπάκουλο αρματώνει
και το βαφτίζει Τρίχα.

Καβατζάρει το Σχινάρι,
τονε κλαίγαν κι οι γαϊδάροι.
Βγαίνει από τη Τζιμπεράλτα
δίχως μπούσουλα και χάρτα.

Όξω απ τη Μαδαγασκάρη
ο καιρός έχει λασκάρει.
Κατεβάζει τα πινά του
και ψειρίζει τ αχαμνά του.

Τονε πιάνουνε κουρσάροι
μα τους τάραξε στο ζάρι.
Μαχαιρώνει τη χελώνα
και ξορκίζει τον κυκλώνα.

Αριβάρει στο Μακάο
μ ένα φόρτωμα κακάο.
Όμως βρέθηκε στ αμπάρι
όλο φούντα και μπουμπάρι.

Αφού το μοσχοπούλησε
στη λίρα κολυμπάει.
Τσου χαιρετάει κινέζικα
και παει για τη Μπομπάη.

Τονε πιάνουν Μουσουλμάνοι
του φορέσανε καφτάνι.
Τον βαφτίζουν Μουχαμέτη
και του κάνουνε σουνέτι.

Τσου μαθαίνει σκορδαλιά
και τον κάνουν βασιλιά.
Το σκασε νύχτα με μουσώνα
μ όλο το βιός σε μιά κασώνα.

Το μωρό μας με κλωτσάει.
Τι θα γίνει με το τσάι;
Πνίξε πιά το βασιλιά!
Α, το πίνουν οι Κινέζοι
σιωπηλοί γουλιά γουλιά.