Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DI GIORGIO (MAROSA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DI GIORGIO (MAROSA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαρτίου 2023

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΣΕ ΜΕΡΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟ

 


MAROSA DI GIORGIO

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΣΕ ΜΕΡΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟ

Μια πεταλούδα κατέβηκε σε μέρος σκοτεινό· προδήλως είχε πανέμορφα χρώματα· δεν διακρινόταν καλά. Το πιο μικρό κορίτσι νόμισε ότι ήταν κάποια κούκλα σπανιότατη και ζήτησε να της τη δώσουν· τ’ άλλα παιδιά είπαν: — Κάτω απ' τα φτερά της είν’ ένας άνδρας. Εγώ είπα: — Ναι, έχει κορμί που μοιάζει ανθρωπάκι. Τα άλλα  παιδιά όμως μου εξήγησαν καθαρά  ότι ήταν ένας άνδρας κανονικού μεγέθους. Γονάτισα και είδα. Όντως, αλήθεια ήταν αυτό που λέγανε τα παιδιά. Μα πώς χωρούσε ολόκληρος άντρας κανονικού μεγέθους κάτω απ’ τα φτεράκια της; Φωνάξαμε έναν γείτονα. Έφερε μια τσιμπίδα. Της έβγαλε τα φτερά. Οπότε κάποιος άνδρας εκεί ψηλός σηκώθηκε όρθιος και πήρε δρόμο. Κι αυτό που μοιάζει σχεδόν απίστευτο, ζωγραφίστηκε αργότερα με τρόπο θαυμαστό σ’ ένα κασόνι.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΧΟΝΤΡΟΣ, ΚΑΣΤΑΝΕΡΥΘΡΟΣ, ΒΕΛΟΥΔΕΝΙΟΣ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ

 


MAROSA DI GIORGIO

Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΧΟΝΤΡΟΣ, ΚΑΣΤΑΝΕΡΥΘΡΟΣ, ΒΕΛΟΥΔΕΝΙΟΣ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ

Η ψυχή μου είναι ένας χοντρός, καστανέρυθρος, βελουδένιος βρικόλακας. Τρέφεται με πολλά είδη, αλλά και μ’ ένα μόνο. Ψάχνει να τα βρει τη νύχτα, το βρίσκει και το πίνει, στάλα-στάλα, ρουμπίνι το ρουμπίνι. Η ψυχή μου φοβάται και κάνει όλο αποκοτιές. Είναι μια μεγάλη κούκλα, με μπούκλες, με  φόρεμα γαλάζιο. Ένα κολιμπρί τής ραμφίζει επιμόνως το αιδοίο. Εκείνη βρυχάται και κλαίει. Στιγμή το πουλί δεν σταματά.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

Η ΚΟΠΕΛΑ ΕΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΟ ΨΗΛΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ...

 


MAROSA DI GIORGIO

 

[Η ΚΟΠΕΛΑ ΕΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΟ ΨΗΛΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ...]

 

Η κοπέλα έφυγε απ’ το ψηλό δάσος το σούρουπο και στο πέρασμά της θρόιζαν οι αχίρες με τα μεγάλα κόκκινα λουλούδια που μοιάζουν με το φύλο των αρχαγγέλων, ιδίως των πολύ ατμηρών και φιληδόνων. Έριχνε λοξές ματιές στα τεράστια πέταλα και ανατρίχιαζε· και ο δρόμος κατέβαινε όπως και αυτή, και από τον αέρα κάποιος γηραιός άγιος έπεφτε στροβιλιζόμενος για να πεθάνει στα χέρια της· και έτσι τον έπιασε, και το χτύπημα των φτερών ήταν το τελευταίο ρίγος· και ο δρόμος κατέβαινε και αυτή είχε τρελαθεί απ’ τον φόβο της σε ολόκληρο το κληρονομιαίο κτήμα, στο παλιό άλσος, στην πόρτα του παλιού σπιτιού. Έπειτα φώναξε τους υπηρέτες, τους έδωσε τον νεκρό να τον ψήσουν μέσα σε μισή ώρα και να τον γαρνίρουν με κάποιο γλυκό χορταρικό, κάποιο κρεμμύδι αφάνταστο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.