Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΑΣΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΑΣΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΩΝ ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΩΝ ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ

 

Ἡ ἰδέα εἶναι τοῦ Ρουμί — τὴ μεταγράφω.

Στὸν Ἔρωτα εἶπε ὁ Θεός: «Διαθέτεις κάλλος.

Ἂν σοῦ ἔλειπε, ποιός λόγος θὰ ὑπῆρχε

νὰ γύριζα καὶ νά ᾽ριχνα ἕνα βλέμμα

στῶν ὄντων τὸν καθρέφτη;

 

Τὸ βλέμμα μου εἶναι βλέμμα αὐτῶν ποὺ βλέπουν

πραγματικά. Οἱ ἐκλεκτοὶ ἐραστὲς στηρίζουν

μὲ τὰ ἔργα τους αὐτὸ ποὺ λέω Ἀγάπη.

Θεράποντες κοινοί εἶναι, καὶ ἱερεῖς μας.

Καὶ ἐσὺ εἶσαι φῶς αἰώνιο».

 

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΜΕΘΗΣ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΜΕΘΗΣ

(à la manière de Roumi et de Lorca)

 

Τὸ πράσινό μας ἔχει πιὰ ὡριμάσει.

Ἡ ὡρίμαση μᾶς ἔφερε χρυσάφι.

Τὰ πέλαγα μᾶς τρόμαζαν, μὰ πιὰ ὄχι:

νὰ πνίγεσαι τὸ μάθαμε πῶς εἶναι

σφιχτὰ ἀγκαλιασμένοι.

 

Ἡ θάλασσά μας εἶναι χωματένια:

μιὰ γῆ εἶναι καὶ τὴν ἔχουμε φωλιά μας.

Φτερὰ μεγάλα ἀνοίγουμε καὶ πᾶμε

ψηλὰ στοὺς οὐρανούς, μὰ γιὰ νὰ ᾽ρθοῦμε

ξανὰ στὰ χώματά μας.

 

Μακροθυμία ἁγνὴ τῆς ἐπιστήμης,

τῆς γνώσης ἐγκαρτέρηση, γαλήνη

τοῦ λογισμοῦ: τὶς ἔχει πλέον σβήσει

τοῦ ρόδου ὁ σάλος, καὶ εἴμαστε νηφάλιοι

μὲς στοῦ ἔρωτα τὴ μέθη.


Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΩΝ ΗΡΕΜΩΝ ΒΡΟΧΩΝ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΩΝ ΗΡΕΜΩΝ ΒΡΟΧΩΝ

 

Ψιχαλιστὰ-ψιχαλιστὰ στὰ χείλη

καὶ ἀρδεύοντας μὲ μάγια τὸ σκοτάδι

στὸ στόμα μέσα πέφτουν δουλεμένα

τ᾽ ἀστέρια τῶν φιλιῶν καὶ πᾶν καὶ ὑψώνουν

ἀγάλματα σὲ κῆπο.

 

Ἰδιώματα καὶ διάλεκτοι καὶ γλῶσσες

συνέρχονται μετὰ καὶ μεταπλάθουν

ρανίδες ἀσπασμῶν σὲ τέλειες ρίμες

ποὺ κολυμποῦν ψηλὰ στοὺς οὐρανίσκους

καὶ χαμηλὰ στὸ χῶμα.

 

Ἕν᾽ ἀρχιπέλαγος μὲ ὁρμὲς γιὰ ναῦτες

φουσκώνει-ξεφουσκώνει καὶ ἀρμενίζει

μὲ ἀφρίζουσες ἁλμύρες μὲς στὴ νύχτα

ποὺ ἀνοίγει σὰν λουλούδι καὶ σὰν πύλη

στῶν πόθων τοὺς θριάμβους.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

Η ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΗΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ ΜΕ ΤΟ ΡΟΔΟ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Η ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΗΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ ΜΕ ΤΟ ΡΟΔΟ

 

Κρατᾶς τὸ ρόδο ἀμάραντο στὰ χέρια·

στὸν κῆπο τοῦ κορμιοῦ σου χίλια ρόδα

δοξάζουν τὸ ἄλικο τῶν ἀσπασμῶν μας.

Ἐκεῖνο τὸ ἕνα ποὺ κρατᾶς τονίζει

μιὰ μουσικὴ ὅλο λάμψεις.

 

Οἱ νότες του τινάζονται ἀδιαπτώτως·

σκληρὰ διαμάντια κρύβονται στὸ φῶς του,

μὰ σπάζουν στὸ βαθὺ τὸ κοίταγμά μας,

κι ἀμέσως θάλασσα πυρὸς γεννιέται

σὰν τοῦ Ἰσπαχὰν ροδώνας.

 

Προσκυνητὴς στὸν κῆπο σου ζυγώνει

ὁ μέγας ἥλιος τῶν φαιδρῶν συμπάντων.

Χλομιάζει ὡστόσο μπρὸς στὸ ἀνέσπερό σου

τὸ ρόδο· σκύβει, τὸ μυρίζει, κι ἔχει

βαφτεῖ ἄλικη ἡ ὄψη του ὅλη.