Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΝΓΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΝΓΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΤΑΝΓΚΟ

 




Συζήτηση περί τάνγκο απόψε στο Πολύτεχνο, στην Κέρκυρα.

Συμμετείχαν η παλιά μου φοιτήτρια και διδακτόρισσα Αγλα'ί'α Παντελάκη που μετέφρασε το βιβλίο της Κάτριν Μακλίν,  ο Θόδωρος Ζηνιάτης που διάβασε ένα διήγημα και η Άντζελα Ρέγγη που διηύθυνε τη συζήτηση, όπου είπα κι εγώ δυο-τρία πράγματα.

Στην αρχή και στο τέλος χορεύτηκαν μερικά τάνγκο. Ευτυχώς για την τέχνη του τάνγκο όχι από εμένα!

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΒΕΡΤΑ





Νίκος Κάσσιος

Επειδή ως, μισός έστω, Κρητικός τελώ σε σχέση πλήρους ομοηχίας με τους κριτικούς, θα μιμηθώ τη χάρη τους λέγων τοιάδε:
Ο χορός των ήχων εκκινεί από την εσωτερική ομοιοκαταληξία του πρώτου στίχου, οιστρηλατούμενος από την εκεί παρήχηση του υγρού ρο. Στον δεύτερο στίχο τα ηχητικά ηνία, ή μάλλον το χορευτικό μαντήλι, παραλαμβάνει το έτερο υγρό, λάμδα, σφικταγκαλιασμένο ως συγχορευτής τάνγκο με τα μι και πι στα συμφωνικά συμπλέγματα "λμ" (παλμών) και "πλ" (απλώνει) αντίστοιχα. Αμέσως μετά η Ροβέρτα η ίδια αναθέτει καθήκοντα στο αρχικό του ονόματός της, και η νέα παρήχηση -αδρή, τραχιά και γι' αυτό αισθησιακή- αναλαμβάνει να μιμηθεί τους ήχους που παράγει το δάπεδο κάτω από τα βήματα της υμνούμενης χορεύτριας.
Οι δύο τετράστιχες στροφές του αρχετυπικού πετραρχικού σονέτου συνενώνονται εδώ σε μιαν οκτάστιχη, με τη γενετική αρμονίας δύναμή τους να πληθαίνει, καθώς πληθαίνει το πάθος ζεύγους χορευτών όσο σμικρύνεται η μεταξύ των σωμάτων τους απόσταση. Στο τέλος της ανάγνωσης, που, περιττό να ειπωθεί, επιβάλλεται να είναι μεγφαλόφωνη, ο παρακολουθητής των ηχητικών τεκταινομένων προσδοκά ότι θα ακουστούν κι άλλα ρο, κι άλλες ομοιοκαταληξίες, έχει την αίσθηση ότι το ποίημα συνεχίζεται, ακριβώς όπως συνεχίζεται ο χορός της Ροβέρτας, ακόμη κι αν ακούστηκε πια ο ακροτελεύτιος στίχος, ακόμη κι αν σίγησαν δήθεν των ρυθμών τα σκεύη.
Ολέ!

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑΝΓΚΟ

 


IDEA VILARIÑO

 

ΤΑΝΓΚΟ

 

Ἔρχομαι ἀπ᾽ τὸ δρόμο

ἀγοράζω ψωμὶ

μπαίνω σπίτι

ἔχει ὁμίχλη καὶ ἔρχομαι λυπημένη

ὁ ἔρωτάς σου μι᾽ ἀπουσία

ὁ ἔρωτάς σου λέω ἀγάπη μου

ἔρωτας εἶναι ποὺ ξέμεινε

στὸ τίποτα ξέμεινε.

Ἀνεβαίνω τὶς σκάλες

τὴν ἱστορία τούτη ξαναζῶ

καὶ μένω στὸ σκοτάδι

ἀπ᾽ τὴν πικρὴ τὴν πόρτα

πίσω

νὰ σκέφτομαι καὶ νὰ μὴ σκέφτομαι

τὸν ἔρωτά σου

τὴ ζωὴ

τὴ μοναξιὰ ποὺ εἶναι

καὶ τὸ μόνο βέβαιο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 



Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

ΤΑΝΓΚΟ

 


ΤΑΝΓΚΟ

Τρεις σελίδες από το "Τάνγκο" σε μετάφραση της φίλης και συναδέλφου Μαρίας Δαμηλάκου.


 



Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ




JORGE LUIS BORGES


ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ

Πού νά ’χουν πάει; – ερώτημα η ελεγεία θα σου βάλει
για κείνους που χαθήκαν, λες και υπάρχει κάποιος τόπος,
κάποια περιοχή, όπου ζει το Χτες, και υπάρχει τρόπος
να ζουν το Σήμερα, το Ακόμα και το Εκ Νέου Πάλι.

Πού νάν ’ν’ (το ξαναλέω) εκείνο το ανθρωπομάνι
που μες στα σκονισμένα καλντερίμια έχει ιδρύσει
–στους έρημους συνοικισμούς, που επάλευε να ζήσει–
τη σέκτα του στιλέτου που παλικαράδες φτιάνει;

Πού νά ’χουν πάει εκείνοι που περάσαν και χαθήκαν
αφήνοντας επεισοδίων ίχνη πίσω, και ίσως
στον χρόνο εποποιία γράψαν μυθική; Πώς δίχως μίσος
ή κέρδος ή αγαπητηλίκια αλληλοσκοτωθήκαν;

Στον θρύλο τους τούς ψάχνω ή στην αληθινή τους σφαίρα:
το κάρβουνο είναι που σαν ρόδο αβέβαιο ανοίγει στο έμπα
της νιότης και κρατάει κάτι απ’ όλη αυτή την πλέμπα
από το Λος Κορράλες ίσαμε τη Βαλβανέρα.

Σε ποιά σοκάκια σκοτεινά, σε ποιό λαγκάδι εκεί έρμο
του κάτω κόσμου ο σέρτικος να κατοικοεδρεύει ίσκιος
του μάγκα εκείνου που ήταν στη ζωή του πάντα σύσκιος; –
ναι, τον Μουράνια λέω, το στιλέτο απ’ το Παλέρμο.

Κι αυτός ο τρομερός Ιβέρα που οι άγιοι τον λυπούνται
και που σ’ ένα γεφύρι εσκότωσε τον αδερφό του,
τον Νιάτο, τον Πλακουτσομύτη, κι έτσι το δικό του
σκορ έφτασε στους φόνους, πού ’ναι; Πού κι οι δυο κοιμούνται;

Για μαχαιριών, στιλέτων πρόκειται μυθολογία
που με τα χρόνια την κατάπιε η λήθη κι εξεχάστη·
τραγούδια λεν για φονικά και για το πώς επιάστη
ο δράστης σε τραβήγματα με την αστυνομία.

Υπάρχει κι άλλο κάρβουνο και ρόδο φλογισμένο
και ζουν θαμμένα μεν στη στάχτη, αλλ’ ακόμα καίνε·
εδώ είναι οι αγέρωχοι μαχαιροβγάλτες, και μας λένε
το βάρος που ’χει το στιλέτο το αμίλητο κρυμμένο.

Με το εχθρικό είν’ και τ’ άλλο το στιλέτο: ο χρόνος: μένει
μαζί του· κι έτσι μες στις λάσπες θάφτηκαν κι εκείνοι,
και σήμερα, πέρ’ απ’ τον χρόνο, εδώ ό,τι έχει απομείνει
και ακόμα ζει είναι να χορεύουν τάνγκο οι πεθαμένοι.

Στη μουσική είναι μέσα, στις χορδές εκείνου του άγιου
οργάνου, της κιθάρας, που ’χει πείσμα μουλαρίσιο
και στις μιλόνγκες μηχανεύεται ό,τι παραδείσιο
έχει αθωότητα μες στις φιέστες του κουράγιου.

Και κίτρινα κυλάει τσέρκια, με των τσίρκων όμοια:
λιοντάρια και άλογα· και ακούω και τους ήχους κιόλας
από τα τάνγκο του Βισέντε Γρέκο και του Αρόλας
που τά ’χω δει να τα χορεύουνε στα πεζοδρόμια,

και σήμερα για μια στιγμή έρχεται μεμονωμένο
χωρίς το πριν και το μετά, και κόντρα απλώς στη λήθη
κρατώντας γεύση απ’ το χαμένο, απ’ ό,τι δϊελύθη:
τη γεύση που έχει απολεσθέν και ξανακερδισμένο.

Στις συγχορδίες θε να βρεις πράγματ’ αρχαία πάρα
πολλά: απ’ την άλλη μεσαυλή και από τα κλήματα ήχους.
(Πίσω από τις μισοκλεισμένες γρίλιες και τους τοίχους,
μαχαίρι ο Νότος έχει φυλαγμένο και κιθάρα.)

Το τάνγκο: ετούτη εδώ η ριπή, η διαβολική αταξία,
με χρόνων μόχθους κι έγνοιες έρχεται μαζί να πέσει.
Από πηλό και χρόνο επλάστηκε, για να διαρκέσει
λιγότερο ο άνθρωπος απ’ την αχνή του μελωδία,

που χρόνος είναι απλώς και μόνο. Σε θολού και αστείου
μυαλού φαντάσματα, του παρελθόντος αμανάτι,
η μνήμη μένει ενός θανάτου που ’γινε για κάτι
ξεσυνερίσματα σε μια γωνιά του προαστίου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.







Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

ΙΒΑΝ ΔΙΕΣ



IVÁN DIEZ (1897-1960)


SONETO 
                                                            
La encontró en el bulín y en otros brazos.
Sin embargo, canchero y sin cabrearse
le dijo al tiburón: hay que rajarse!
el hombre no es culpable en estos casos!

Y quedando bien solo con la mina,
pidió las alpargatas y ya listo,
murmuró, -cual si nada hubiera visto-:
cebate un par de mates, Catalina!

La mina, jaboneada, le hizo caso...
El tipo, saboreándose un buen faso,
la mateó, chamuyando de pavadas...

Y después, besuqueándole la frente,
con toda educación, amablemente,
le fajó treinta y cuatro puñaladas...!