Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

ΚΙ ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΗ Η ΑΝΟΙΞΗ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΙ ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΗ Η ΑΝΟΙΞΗ]

Κι όταν φτάση η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ’ άνθη,
σαν ένα καιρό
θα σε περιμένω.

Κι όταν έρθη πάλι
και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.

Μα όταν το φθινόπωρο
ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω·
δε θα περιμένω.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 342.


Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΣΜΕΝΩ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΣΜΕΝΩ]

Και πάντα προσμένω,
και φτάνει η αυγή·
και μένω ο πλεγμένος
κισσός στην πηγή.

Και μου είσαι το ρείθρο
που κλαίει σιγαλά
και μου είσαι το νέφος
που φεύγει ψηλά.

Και μου είσαι το δάκρυ
που στάζει θολό·
και πάντα προσμένω,
μα δε σε καλώ.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 341.


Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΙ ΕΙΧΕΣ ΠΗ ΝΑ ΜΗ ΣΤΗΣΩ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΑΙ ΕΙΧΕΣ ΠΗ ΝΑ ΜΗ ΣΤΗΣΩ]

Και είχες πη να μη στήσω
φωλιά να καθίσω.

Κι είχες πη να μην κάνω
φτερά ν’ ανασάνω

ψηλά στον αέρα,
στα κύματα πέρα.

Είπες μόνο: καρτέρει
μια αυγή τί θα φέρει.

Και νά με που μένω
κι ακόμα προσμένω.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 340.


Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΝΑΕΡΗ ΚΑΙ ΠΝΕΕΙ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΑΝΑΕΡΗ ΚΑΙ ΠΝΕΕΙ]

Ανάερη και πνέει
κι είναι άυλη η ζωή
που απόμερα κλαίει –
Και γύρω θροή

στα φύλλα διαβαίνεις
κι αέρας κρυφός
και τρέμεις στη δύση
σα ρόδα και φως.

Και η ώρα πεθαίνει
σα στάλαγμα αργό,
κι ο αέρας σωπαίνει
και κλαίω τώρα εγώ.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 339.



Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Η ΛΕΥΚΑ ΣΟΥ ΚΑΤΩ






ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[Η ΛΕΥΚΑ ΣΟΥ ΚΑΤΩ]

Η λεύκα σου κάτω
τα φύλλα κρεμά
και γέρνει τους κλώνους,
σα να ήταν ιτιά.

Κι ως να είναι η φωνή σου
πουλί που λαλεί·
και πνεύμα η πνοή σου
την ώρα καλεί.

Δροσιά ήταν και χάδι
και φως και ευωδιά –
αχ, φτάνει το βράδυ
που τρέμει η καρδιά.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 338.


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

ΜΑ ΘΑΡΘΩ ΜΙΑ ΜΕΡΑ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΜΑ ΘΑΡΘΩ ΜΙΑ ΜΕΡΑ]

Μα θάρθω μια μέρα,
πού, ποιός ξέρει πού;
να στάξω για σένα
δροσιά του ουρανού.

Και θάρθεις μια μέρα,
αλλού τάχα ή εδώ;
ψυχή να μου απλώσης
λευκό το φτερό.

Και θάμαι η πνοή του,
σα να έγινα λες
φωνή στον αέρα
και κλαίω για να κλαις.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 337.


Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΚΑΙ ΓΕΛΟΥΣΕΣ ΩΧΡΑ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΑΙ ΓΕΛΟΥΣΕΣ ΩΧΡΑ]

Και γελούσες ωχρά
και θωρούσες θλιμμένα,
λες και σού ήταν νεκρά
τ’ άνθη που είχα σπαρμένα.

Κι ως περνούσες, εμπρός
είχα εκεί γονατίσει·
ήσουν λάμψη κι αφρός
και στα χέρια έχει σβήσει.

Ήταν τ’ άστρα ή κεριά
που είχαν γύρω αναμμένα;
Άδεια μένει η μεριά
και τα μάτια κλαμμένα.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 336.


Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΕΙΧΑ ΓΡΑΨΕΙ ΜΙΑ ΑΥΓΗ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΤΟ ΕΙΧΑ ΓΡΑΨΕΙ ΜΙΑ ΑΥΓΗ]

Το είχα γράψει μια αυγή
που είχες όνειρο φτάσει·
σαν κισσός την πηγή
σε είχα γύρω σκεπάσει.

Άνοιξη ήταν γλυκειά
κι είχε λιώσει το χιόνι,
μα ήσουν δίχως λαλιά,
θλιβερό χελιδόνι

που ζητούσε φωλιά.
Αλλά εσύ δε ζητούσες,
μα θωρούσες ψηλά
στο γλαυκό και γελούσες.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 335.


Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

ΣΤΟΥ ΒΡΑΔΙΟΥ ΤΗ ΣΙΓΗ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΣΤΟΥ ΒΡΑΔΙΟΥ ΤΗ ΣΙΓΗ]

Στου βραδιού τη σιγή
που το φως αργοτρέμει,
λευκή λάμψη μια αυγή,
θολή η μνήμη σου τρέμει.

Σαν πνοή σιγαλή
σ’ ενός κλώνου την άκρη,
είναι η θλίψη απαλή
που κυλά με το δάκρυ

σα για φύλλο ξερό
μαδημένο στο κρύο,
σα για φύλλο σβηστό
σε χαμένο βιβλίο.


Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 334.


Σάββατο 31 Μαΐου 2014

ΚΑΙ ΚΑΚΟΣ ΑΕΡΑΣ





ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΑΙ ΚΑΚΟΣ ΑΕΡΑΣ]

Και κακός αέρας
στάθηκα για σε,
που πνιγμένα πνέει
και τα φύλλα καίει.

Κι ήρθα και σου μάρανα
ό,τι δροσερό
κι ήρθα και σε θόλωσα,
γάργαρο νερό.

Κι έξω στην ολάνθιστη
που στεκόσουνα θύρα
πέρασα φθινόπωρο
κι έμεινα σα μοίρα.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 333.


Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

ΚΙ ΕΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΠΑΣ





ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΙ ΕΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΠΑΣ]

Κι έφυγες και πας,
πας με το καλό·
και να σε καλώ
πίσω μη γυρίσεις.

Ήσουνα για μένα
μιας αυγής δροσιά,
ήμουνα για σένα
συννεφιά σταχτιά,

συννεφιά θολή.
Ήρθες να τη σβήσης
κι έσβησες, καλή·
πίσω μη γυρίσης!



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 332.


Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ






ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ’ όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα τόχω κάνει,
Να στολίσω μ’ άνθια τον ανθό.

Ιδές το! τί ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι τ’ Απριλιού
Κι απ’ τα πρώτα λούλουδα του Μάη.

Κ’ έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κ’ έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 49.


Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΚΙ ΕΒΛΕΠΕΣ ΤΑ ΡΟΔΑ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΚΙ ΕΒΛΕΠΕΣ ΤΑ ΡΟΔΑ]

Κι έβλεπες τα ρόδα
κάτω στο νερό
και τον κρίνο ωχρό
κοίταζες το χέρι.

Κοίταζες: σαν κάτι
να έτρεμε ξερό·
κοίταζες: σαν κάπου
να έφευγε φτερό,

κι άπλωσες το χέρι.
Και ήταν σα φτερό
μες στο φως το ωχρό
που ένευε το χέρι.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 331.


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΣΤΑΘΗΚΕΣ ΩΧΡΗ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΣΤΑΘΗΚΕΣ ΩΧΡΗ]

Στάθηκες ωχρή
με το βλέμμα πέρα,
κι ήταν τόσο ωχρή
και τριγύρω η μέρα.

Κι ήταν η ώρα ωχρή,
βράδυ ως να είχε γίνει·
μόνο ένα άυλο φως
γύρω σου είχε μείνει,

και ήσουν σα να λες,
όπως είχες μείνει:
Είχα μιαν αυγή,
μια άνοιξη προσμείνει.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 330.


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΑΣΕΣ ΚΙ ΕΙΧΕΣ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΠΕΡΑΣΕΣ ΚΙ ΕΙΧΕΣ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ]

Πέρασες και είχες στα μαλλιά
ρόδα και φως και είχες στο χέρι
κρίνα λευκά και στάχια απ’ τον αγρό·
και σε είδα και είπα κι έφτασε
το καλοκαίρι.

Μα ήρθες και σκόρπισες τα στάχια στο νερό,
τα ρόδα στον αέρα·
και μ’ ένα κρίνο στάθηκες, ωχρή
σα φθινοπώρου μέρα.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 329.


Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

ΑΣ’ ΤΗ ΒΑΡΚΑ




ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


ΑΣ’ ΤΗ ΒΑΡΚΑ

Άσ’ τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχη,
ας ορίζη το αέρι τιμόνι, πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πιο όμορφοι οι άγνωροι πάντα γιαλοί·
η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα· ας το φέρη
όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι.

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν πού πύργοι, πού καλύβας καπνός·
είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση,
είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξης,
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ’ αράξης.

Τί γυρεύεις, τί θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
κι έχεις πιάσει ποτέ σου το τί κυνηγάς;
μη όπου σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις,
δε σκοντάβεις σε ρώτημα σ’ ό,τι ρωτάς;
Κι ό,τι σ’ έχει μαγέψει κι ό,τι σου έχει γελάσει,
το έχεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;

'Ασε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζη,
άσ’ τις ζάλες να σέρνουν τυφλά τη καρδιά·
κι αν τριγύρω βογκά κι αν ψηλά συννεφιάζη,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά,
κι αν πικρό τη ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνη
πάντα κάπου κρυφή μια χαρά τη προσμένει.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 189.


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

ΔΕ ΓΥΡΕΥΩ ΞΕΝΟ





ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΔΕ ΓΥΡΕΥΩ ΞΕΝΟ]

Δε γυρεύω ξένο, δε ρωτάω κρυφό,
                  δε γυρεύω χάρη.
κάτι μόχουν πάρει, μες απ’ την ψυχή
                  κάτι μόχουν πάρει.

Και δεν είταν ούτε ξωτικά
                  και δεν είταν χέρια,
κ’ είταν ένα βράδυ πόπαιζαν θολά
                  στο γιαλό τ’ αστέρια.

Κ’ ήρθ’ ένας αγέρας, κ’ ήρθ' ένας βοριάς
                  κ’ ήρθ' ένα σκοτάδι,
–ω αδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρό  
                  που θρηνούμε ομάδι,

μες στο κύμα ανοίγει δρόμο μυστικό
                  δείχνει το φεγγάρι...
Κάτι μόχει πάρει μες απ' την ψυχή,
                  κάτι μόχει πάρει.



Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 174.