Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JEBELEANU (EUGEN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JEBELEANU (EUGEN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

 


EUGEN JEBELEANU

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

 

Κάτω απ’ το χαρτί μόλις και διακρίνεται απλώς

μια καρδιά, ένα στόμα

σαν άλλη ζωντανή πληγή στη διαδρομή

ενός τρένου που καπνίζει.

          Το χαμόγελο

ας παραμείνει ως έχει.

Υπάρχει κι ένα πουλί βυθισμένο στον αέρα:

με κάτι λαλήματα, που επιστρέφουν

χωρίς αυτό, συγκινεί

ολόκληρα δάση με πυκνή ερημιά.

             Η όψη

η πνιγμένη στο κερί της μέρας

χάνει το σχήμα της στα μύχια φθινόπωρα μέσα.

Στα μάγουλά σου, που τρεμοπαίζουν σαν σελίδες σκοτεινές,

ψάχνει αμίλητη

για τον ασβέστη και το προσωπείο σου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΟΧΙ, ΜΗ

 


EUGEN JEBELEANU

 

ΟΧΙ, ΜΗ

 

Όχι, μην καταχράσαι την απόλαυση

αυτής της ζωής, αυτού του αναβρασμού,

αυτού του σάλου

που σε κάνει να φαντάζεσαι

ότι διαφέρει από την άμμο.

Καθόλου να μην το φαντάζεσαι...

γιατί έτσι είναι, το ίδιο.

Από τις φλόγες φτιάχνει στάχτη.

Κι από τη στάχτη άνεμο.

Και από ό,τι είναι φτιαγμένο από άνεμο

φτιάχνει ένα δωμάτιο που δεν έχει τοίχους,

ούτε λόγια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Η ΠΙΟ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

 


EUGEN JEBELEANU

 

Η ΠΙΟ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

Την πιο θλιμμένη ποίηση
την περιέχει το ποίημα που δεν γράφτηκε
που το καταπίνεις κόμπο-κόμπο
που το παρακολουθούν υπάλληλοι τελωνειακοί
και διάφοροι μεσάζοντες
αυτό που δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους
ποτέ και με τίποτα.

Εσύ όμως κράτα την ετούτη την ποίηση.

Είναι το δίχως άλλο η γυναίκα εκείνη
που με οδυνηρές θα γεννήσει ωδίνες.

Και ο καθένας μας θ’ αναγνωρίσει
σ’ αυτήν μεμιάς τον εαυτό του.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

 


EUGEN JEBELEANU

 

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

 

Δέντρο θα μπορούσα νά ’μαι, κι από κάτω του

νά ’χες εσύ πλαγιάσει τότε που ακόμα δεν σε γνώριζα·

και να κουνάω θα μπορούσα γλυκά κάποιο κλαδί μου,

τελείως στη τύχη, θέλοντας να φιλήσω τα μάτια σου.

 

Θα μπορούσα πάλι και νά ’μουν άγραφη λευκή σελίδα

που σιωπηλή θε νά ’χες γείρει  πάνω της, στοχαστική,

να ζωγραφίζεις, κι εκεί εγώ τότε θα φιλούσα

το γυμνό του χεριού σου το μάρμαρο.

 

Και τοίχος θα μπορούσα νά ’μουν,

ναι, τοίχος,

και στον ίσκιο του νά ’χες σταθεί εσύ,

αλλ’ όχι μ’ εμένα, με κάποιον άλλον…

Και ω πόσο θα πονούσα

όπως θα γκρεμιζόμουν

μπρος στα περίτρομα μάτια σου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.