Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΚΟΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΚΟΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΡΥΣΤΟΣ ’46




ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ


ΚΑΡΥΣΤΟΣ ’46

Κάτω στο γιαλό κοντή
Νεραντζούλα φουντωτή.

Κάτω στο γιαλό πίσω απ’ τα χαλάσματα
Κοντά στον άσπρο τοίχο με τη φραγκοσυκιά
Εκεί που έγραψε πάνω στην άμμο ο έρωτας τα σώματά μας
Στην όχθη των ψαράδων χωρίς αποχαιρετισμό
Κοντά στο κοιμητήρι της θάλασσας
Με λίγο λάδι για το κόκκινο φανάρι της νύχτας
Με λίγη τρυφερότητα μες στην καρδιά μας
Τα μυστικά μας ν’ ανάβουν τις φωτιές τ’ Αϊ-Γιαννιού
Το φόβο της ψυχής μας μπρος στην απειλή.

Στιγμές μικρές στιγμές
Ζωή των κοχυλιών στιγμές του έρωτα
Η μυρωδιά του αγέρα στα μαλλιά σου
Η επανάληψη του κύματος
Ξ αγωνία του ρυθμού στο πρόσωπο του Χρόνου
Η τραγική απελπισία της αφής
Η γεύση των πραγμάτων πριν απ’ το χειμώνα.

Πώς λάμψανε τα μάτια σου κάτω απ’ το βάρος
Της καρδιάς μου.

Κάτω στο γιαλό.
Πίσω απ’ τα χαλάσματα της μνήμης
Κάτω στο γιαλό κοντή
Νεραντζούλα φουντωτή.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Ποίηση 1944-1990», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992, σελ. 56.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

ΣΟΡΟΚΟ-ΛΕΒΑΝΤΕ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ


ΣΟΡΟΚΟ-ΛΕΒΑΝΤΕ

Δεν ήτανε ζήτημα του λιμανιού
Της αποβάθρας ή της σκάλας και των γερανών
Ήτανε ζήτημα προσωπικό της θάλασσας
Όταν τα σύννεφα χειμώνα καιρό κατεβαίνουν

Δένονται στα ξάρτια μελανιασμένα.
Όταν το δέρμα του λιμανιού ριγεί
Ακούγοντάς την από μακριά, πίσω από τον κάβο
Να σπαράζει και να ερωτεύεται.
Όταν οι μπόρες με πληγωμένο πρόσωπο
Από τις αστραπές έρχονται να φιλήσουν
Το μέτωπο του Υμηττού.

Κι’ ήτανε ζήτημα προσωπικό δικό μου
Η νύχτα.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Ποίηση 1944-1990», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992, σελ. 55.



Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ


Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ


                Στην Πόπη

Η καρδιά μας βαραίνει πάνω στη ζυγαριά του ονείρου
Όσο μια ρίζα πλάτανου
Όσο μια πέτρα στο χέρι του σύνναφου
Όσο μια χαραξιά του αποσπερίτη
Στον αφρισμένο βράχο της ερημιάς.

Η καρδιά μας βαραίνει ίσα με την καρδιά των καραβιών
Όταν τα χέρια του λιμανιού την αγκαλιάζουν στοργικά
Όταν οι φάροι ανοιγοκλείνουνε τα ματωμένα μάτια
Παίζοντας με την υγρή ζωή.

Η καρδιά μας βαραίνει όσο το σήκωμα μιάς άγκυρας
Όσο ένα πουλί στα ξάρτια της γοργόνας
Όσο ένα ρίπισμα του ανέμου στα πανιά
Όσο και το ξεχείλισμα του αφρού στην πλώρη.

Η καρδιά μας βαραίνει πάνω στα κύματα
Ταξιδεύει λικνίζεται ξεχνιέται
Η καρδιά μας βουλιάζει
Ταξιδεύει στο βυθό.

Η καρδιά μας πουλιέται με τα σφαχτάρια
Η καρδιά μας πουλιέται με το κιλό.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Ποίηση 1944-1990», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992, σελ. 30.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΠΕΡΑΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΧΤΟΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ


ΣΑΛΑΜΙΝΑ


Το τραγούδι της τρελής τόσο νοσταλγικό
Από τα χρόνια του Οδυσσέα στις σειρήνες
Απ’ τη βαθιά κραυγή της θάλασσας
Μέχρι την πιο λεπτή γραμμή της γαλανής
Φωνής σου.

Κάτω στα τείχη χτυπιούνται
Σπασμένα φτερά κι’ οβίδες κι’ όνειρα
Και σίδερα σπασμένα.
Όμως δεν μπορώ να κατεβώ
Με τόσα βάρη πάνω στα χέρια μου.
Μιά γυναίκα μέσα στις ιαχές γεννάει
Σκάβουν το βράχο οι δυό ερωτευμένοι
Κάτω στα τείχη όλοι νεκροί.

Τ’ άλλο πρωί πουλιά να κελαηδούνε
Η άγουρη άνοιξη οι άσπρες εκκλησιές
Ο ήλιος να σκαρφαλώνει στον ουρανό.
Ο βορηάς θα στεγνώσει τα πρόσωπα.
Απ’ τη μεγάλη σάλα φύγαν
–Αλήθεια πώς φύγανε τόσοι νεκροί–
Ο κόσμος απέραντος και ανοιχτός
Στην ακροθαλασσιά ο έρωτας παίζει τα βότσαλα.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Ποίηση 1944-1990», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992, σελ. 54.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΗ ΦΩΛΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ (1920)


ΑΒΕΣΑΛΩΜ

              Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου
Λιοντάρια βροντοφωνούν Αβεσαλώμ
Χτυπώντας με την ουρά τους κορφοβούνια
Κρατώντας μες στα μάτια τους πουλιά κρεουργημένα
Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου.

Η γη κινιέται ηδονικά με το σεισμό
Στην αγκαλιά μου κρατώ ένα πληγωμένο σύννεφο
Με το κεφάλι του γερτό τα χέρια του ανοιχτά
Τα δάκρυα τρών το ηρωικό του σώμα
Η γη κινιέται ηδονικά με το σεισμό.

Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ
Αχ να με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της
Όπως ένα μικρό βλαστάρι της η γη
Όπως ένα νεκρό πάνω στα στήθια της η νύχτα
Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ

Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες στο αίμα
Πόνοι κι’ αντάρτισσες φωνές μαχαιρωμένες
Μορφές χαμένες στην αγκαλιά των ινδαλμάτων
Σβήνουν πικρά το λύχνο της καρδιάς μου
Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες στο αίμα.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Ποίηση 1944-1990», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992, σελ. 29.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

ΛΙΑΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΚΟΛΥΜΠΟΥΝ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ


Η ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ


Σ’ αυτήν εδώ την ακρογιαλιά
Έχω κατέβει χρόνια πριν καβαλλάρης
Ολόρθο τ’ άλογο χλιμίντρισε στην ερημιά
Κι αντιλαλούσε η ομορφιά
Με πελαγίσιο φως.
Εδώ που λιάζονται και κολυμπούν
Κοντά στα χαλασμένα τσικαλαριά
Με τον τροχό της Νιότης που ήθελε
Με τον παλιό πηλό να πλάσσει
Έναν καινούργιον άνθρωπο.

Εστιατόρια και μηχανές
Τα σφαγεία πια δε φτάνουν
Η αδικία πουλιέται εύκολα κατεψυγμένη
Κ’ οι καρχαρίες κυριαρχούν.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Εικοσιπέντε στάσιμα», Τπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1983, σελ. 13.