Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ΄άγρια φυλλωσιά
Δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή
Νύχτες κι άλλες νύχτες
γύρισε η χρονιά
του πολέμου οι δείχτες
σήμαναν εννιά Κι είδαμε να βγαίνει
μ΄όψη κολασμένη
μέσα απ΄το κλουβί
το φριχτό τσακάλι
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή
Τα παιδιά φευγάτα
έρμα τα χωριά
πάλευαν τα νειάτα
για τη λευτεριά
Κι όταν ήρθα λίγο
να σε δω πριν φύγω
έκλαιγες βουβή με
σκυφτό κεφάλι
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή.
Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ' άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή
Νύχτες κι άλλες νύχτες
γύρισε η χρονιά
του πολέμου οι δείχτες
σήμαναν εννιά
κι είδαμε να βγαίνει
μ' όψη κολασμένη
μέσα απ’το κλουβί
το φριχτό τσακάλι
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή
Τα παιδιά φευγάτα
έρμα τα χωριά
πάλευαν τα νιάτα
για τη λευτεριά
κι όταν ήρθα λίγο
να σε δω πριν φύγω
έκλαιγες βουβή με
σκυφτό κεφάλι
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή
Η ανάρτηση αφιερώνεται στον φίλο μου Ηλία Μπαζίνα ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ
ΑΓΑΠΗ ΑΓΑΠΗ
Αγάπη αγάπη
κουράστηκα να σε περιμένω.
Δώσ’ μου το χέρι σου το ματωμένο.
Αγάπη αγάπη
ποια χαραυγή θα σε ξαναφέρει
μ’ ένα αστροκέντητο πικρό μαχαίρι;
Αγάπη αγάπη
στο περιβόλι που σε προσμένω
στείλε το αηδόνι σου το δακρυσμένο.
Κλάψτε ουρανοί κι αστέρια
κι ορφανά πουλιά της ερημιάς
χίλια χέρια με μαχαίρια
την καρδιά ξεσκίζουν της καρδιάς.
Πόνε γίνε μαξιλάρι να κοιμηθώ
νά 'ρθει η νύχτα να με πάρει
και να μην ξημερωθώ.
Φωτιά θ' ανάψω να σε κάψω ουρανέ
στάχτη να γίνεις μες στα στήθια μου καημέ
φλόγα και φωτιά σωρό να κάψω τα φιλιά
να φουντώσει τ' όνομά σου και να καεί
κάθε αχνάρι απ' τη σκιά σου και να μην ξαναβρεθεί.
Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω, να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω. Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό, οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό. Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες, αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες και ποιός πληρώνει πάλι τα σπασμένα και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.
Το ριζικό μου ακόμα τί μου γράφει το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι. Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες. Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί προσμένουν κάτι νέο να φανεί. Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες, ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες. Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι, σαράντα με το λάδι και το ξύδι κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε, βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.
Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι, μην έχεις πια την πείνα για καμάρι. Οι αγώνες που ’χεις κάνει δεν φελάνε το αίμα το χυμένο, αν δεν ξοφλάνε. Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι, η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή, του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης. Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος. Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.
Με τί καρδιά να σ' αποχαιρετήσω με τί καρδιά τραγούδι να σου πω στον ουρανό με τ' όνειρο θα ζήσω στον ουρανό σαν άστρο θα χαθώ Βάλε φωνή κοντά σου να γυρίσω βάλε φωνή τη γη να θυμηθώ
Με τί καρδιά τα μάτια σου ν' αφήσω Με τί καρδιά τον κόσμο ν' αρνηθώ σε σκοτεινό γεφύρι θα καθήσω σε σκοτεινό ποτάμι θα σταθώ Δώσ’ μου φωτιά τη νύχτα μου να σβήσω δώσ’ μου φωτιά στον ήλιο να βρεθώ
Η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟ ΞΑΡΧΑΚΟ
ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ
Πρωτομαγιά με το σουγιά χαράξαν το φεγγίτη και μια βραδιά σαν τα θεριά σε πήραν απ' το σπίτι.
Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά είδα το μπόγια να περνά και το φονιά γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.
Νυν και αεί μες στη ζωή σε είχα αραξοβόλι μα μιαν αυγή στη μαύρη γη σε σώριασε το βόλι.
Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά τού 'χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.
Η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟ ΞΑΡΧΑΚΟ
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Στο περιβολάκι μπρος στην εκκλησιά έμοιαζες πουλάκι σ΄άγρια φυλλωσιά δυόσμο κι αγιοκέρι κράταγες στο χέρι κι έλεγες: "Ραβί σώσε μας και πάλι"! Ητανε Μεγάλη Παρασκευή
Νύχτες κι άλλες νύχτες γύρισε η χρονιά του πολέμου οι δείχτες σήμαναν εννιά κι είδαμε να βγαίνει μ΄ όψη κολασμένη μέσα απ΄το κλουβί το φριχτό τσακάλι Ητανε Μεγάλη Παρασκευή
Τα παιδιά φευγάτα έρμα τα χωριά πάλευαν τα νειάτα για τη λευτεριά κι όταν ήρθα λίγο να σε δω πριν φύγω έκλαιγες βουβή me σκυφτό κεφάλι Ητανε Μεγάλη Παρασκευή.
Σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι, κάθεται ν-αϊτός βρεμένος, χιονισμένος ο καημένος και παρακαλεί τον ήλιο ν' ανατείλει: Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε. Ήλιε λάμψε και δώσ’ μου για να λυώσουνε τα χιόνια απ’ τα φτερά μου και τα κρούσταλλα από τ' ακράνυχά μου. Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε.
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ
ΧΙΛΙΑ ΜΥΡΙΑ ΚΥΜΑΤΑ
Χίλια μύρια κύματα μακριά τ' Αϊβαλί
Μέρες της αρμύρας κι ο ήλιος πάντα εκεί με τα μακεδονίτικα πουλιά και τ' αρμενάκια που ελοξοδρόμησαν και χάσανε την Μπαρμπαριά
Πότε παραμονεύοντας τον πόρφυρα το μαύρο ψάρι έρχεται φεύγει μικραίνουν οι κύκλοι του
Χίλια μύρια κύματα μακριά τ' Αϊβαλί
Μεγάλωσαν τα γένια μας η ψυχή μας αλλιώτεψε αγριεμένο το σκυλί γαβγίζει τη φωνή του βοήθα καλέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας
Χίλια μύρια κύματα μακριά τ' Αϊβαλί
Ώρες ώρες μερεύουμε με τη χορδή της λύρας δεμένος πισθάγκωνα στο μεσιανό κατάρτι ο Χιώτης ο τυφλός τραγουδιστής βραχνός προφήτης μασώντας τη μαστίχα του παινεύει την Ελένη κι άλλοτε τη Τζαβέλαινα τραβάει στο χορό
Χίλια μύρια κύματα μακριά τ' Αϊβαλί
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ
ΦΙΛΕΝΤΕΜ
Ε μια παντρεμένη αγαπώ Θεός να την φωτίσει μωρό μου, μια παντρεμένη αγαπώ Θεός να την φωτίσει μωρό μου.
Τον άντρα της ν' απαρνηθεί κι εμένα ν' αγαπήσει, τον άντρα της ν' απαρνηθεί κι εμένα ν' αγαπήσει.
Φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν.
ʼσπρα ρόδα στην αυλή σου, πώς κοιμάσαι μοναχή σου; Πώς κοιμάσαι μοναχή σου; ʼσπρα ρόδα στην αυλή σου.
Φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν.
Ω μια παντρεμένη αγαπώ έχει και δυο παιδάκια γιάλα-γιάλα, μια παντρεμένη αγαπώ έχει και δυο παιδάκια γιάλα-γιάλα.
Το 'να θα στέλνω για νερό τ' άλλο για ξυλαράκια, το 'να θα στέλνω για νερό τ' άλλο για ξυλαράκια.
Φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν.
Άσπρα ρόδα και μεγάλα, βρε πώς κοιμάσαι δίχως άντρα; Πώς κοιμάσαι δίχως άντρα; άσπρα ρόδα και μεγάλα.
Φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν.
Φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, φιλεντέμ, ω κι αμάν-αμάν.
Στίχοι: Κ.Χ. Μύρης. Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΚΑΙ Η ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ
ΛΑΕ, ΜΗ ΣΦΙΞΕΙΣ ΑΛΛΟ ΤΟ ΖΩΝΑΡΙ
Μεγάλα νέα φέρνω από 'κει πάνω περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν από 'ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
Και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί
Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει το μελετάνε τρεις μηχανογράφοι Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί προσμένουν κάτι νέο να φανεί
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι σαράντα με το λάδι και το ξύδι
Κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί
Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι μην έχεις πια την πείνα για καμάρι Οι αγώνες που' χεις κάνει δεν 'φελάνε το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε
Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί
Ήταν γραφτό να γενεί τόση ταραχή μια Κυριακή που ο ήλιος δεν είχε βγει το πρωί. Δυο περιστέρια λευκά είχαν κατεβεί και στα μαλλιά σου είχαν πλέξει χρυσή φωλιά, χόρεψαν, χόρεψαν, χόρεψαν τ' άσπρα πουλιά.
Τί θα πει, τί θα πει "δυο πουλιά στα μαλλιά" μόνο εγώ θα σ' το πω μια που μονάχα εγώ σ' αγαπώ:
Η μικρή σου λευκή καρδιά απ' τον ήλιο ζητά ζεστά, χρυσά φιλιά και πετάς και πετάς, πετάς και μαζί σου κι εγώ πετώ το χέρι όταν σου κρατώ.
Ήταν γραφτό να γενεί τόση ταραχή μια Κυριακή που ο ήλιος δεν είχε βγει το πρωί. Δυο περιστέρια λευκά είχαν κατεβεί και στα μαλλιά σου είχαν πλέξει χρυσή φωλιά, χόρεψαν, χόρεψαν, χόρεψαν τ' άσπρα πουλιά.
Τί θα πει, τί θα πει "δυο πουλιά στα μαλλιά" μόνο εγώ θα σ' το πω μια που μονάχα εγώ σ' αγαπώ:
Σε αστέρια ζητάς να πας στη χαρά τα φτερά ν' ανοίξεις λαχταράς, να ο ήλιος είναι για μας, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ πολύ λευκό μου, τρελό πουλί.
Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά κάθε απομεσήμερο στο παλιό μας στέκι πίσω απ' το μαγέρικο του Δεληβοριά
Όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο όλα μοιάζαν ουρανός και γλυκό γλυκό ψωμί
Γνώριζες τα βήματα ξέκρινα τους ήχους και φωτιές ανάβαμε με σβηστή φωνή τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους πέφταμε φωνάζοντας Κάτω οι Γερμανοί
Όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο όλα μοιάζαν ουρανός και γλυκό γλυκό ψωμί
Τάχα τι να ζήλεψαν στα χλωμά σου μάτια που γιομαν τ' απόβραδο γλύκα πρωινή ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή
Κι όλα γίναν κεραυνός πελαγίσια αρμύρα κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό πικρό ψωμί
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος. Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος. Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Γεια σου χαρά σου Βενετιά πήρα τους δρόμους του νοτιά κι απ' το κατάρτι το ψηλό τον άνεμο παρακαλώ Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε να δω γαλάζια εκκλησιά Τσιρίγο και Μονεμβασιά
Γεια σου χαρά σου Βενετιά βγήκα σε θάλασσα πλατιά και τραγουδώ στην κουπαστή σ'όλον τον κόσμο ν'ακουστεί Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε να δω στην Κρήτη μια κορφή που έχω μανούλα κι αδελφή