Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΜΗΤΣΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΜΗΤΣΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Μήτσος Παπανικολάου, "Μεταφράσεις", εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1987.
 



 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

ΝΕΟΙ ΣΤΙΧΟΙ




ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΝΕΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τα χέρια μου, τα χέρια μου πόσο ήταν κουρασμένα!
Είδαν πολλά ναυάγια της φαντασίας τα πλοία
που αράζαν σε μιαν έρημη για πάντα παραλία
με το γιαλό δεμένα και με μένα.

Η μαραμένη μου καρδιά ήρθε και γίνηκ’ ένα
μ’ ό,τι της έδινε τροφή για τη μελαγχολία:
με χλομιασμένα πρόσωπα και μ’ άρρωστα βιβλία
από ποιητές που πόνεσαν γραμμένα.

Και ξέχασα τους στίχους μου που κάποτε είχ’ αρχίσει·
και γύρω μου αν βασίλευε μια δοξασμένη φύση,
ήταν σε μένα αγνώριστη και ξένη.

Μα ο στίχος μου έτρεξε πηγή, πληγή και δόξα,
κάτ’ απ’ τα ρόδινα αττικά, σαν είδα απόψε, τόξα
το θείο το καλοκαίρι να πεθαίνει



Από το βιβλίο: Μήτσος Παπανικολάου, «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1979, σελ. 32.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ




ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ένα σπιτάκι μού ’ρχεται στο νου μου κάθε βράδυ
στη γειτονιά που υψώνεται μια πληχτικιά εκκλησία,
που ζει και που ονειρεύεται με την ανησυχία
κάποιου ξενητεμένου.

Πόσο βαθιά η ανάμνηση στην ώρα τη θλιμμένη,
την ώρα που τα σύγνεφα φωτοπεριχυμένα
απ’ τα στερνά ηλιοχρώματα παν κι έρχονται στα ξένα
με τα βαριά βαπόρια.

Με τα βαπόρια που έρχονται κι αράζουν στο λιμάνι
κι απ’ την καρδιά μου κλέβουνε του γυρισμού τον πόθο
κι όταν σε λίγο φεύγουνε πάντοτ’ εγώ τα νιώθω
χωρίς εμέ να φεύγουν.

Και μέσα στην ανάμνηση, πού ’ρχεται κάθε βράδυ
του άσπρου σπιτιού που είναι κοντά στην πληχτικιά εκκλησία
ερνάει σε μιαν ατέλειωτη και θλιβερή οπτασία
όλ’ η παλιά ζωή μου.



Από το βιβλίο: Μήτσος Παπανικολάου, «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1979, σελ. 22.


Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ




ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Ώρες ώρες γυρτός κι από το κλάμα πνιγμένος
συλλογίζομαι τόσα που ’χω πια λησμονήσει
λίγα χρόνια περάσαν κι όμως είμ’ ένας ξένος
για όλα εκείνα που τά ’χω στη ζωή μου αγαπήσει.

Ένας έρως μονάχα δε θρηνεί πεθαμένος·
κι αν επέθανε αυτός άλλον έχω αναστήσει.
Στην ζωή μου κι αν είμαι νικητής, νικημένος,
κάποια αγάπη θα μείνει και μ' εμένα θα σβήσει.

Συλλογίζομαι εκείνα που αγαπούσα παιδάκι
και που τίποτα τώρα Δε μου δίνουν δεν είναι…
Ω Νυμφίε κι εσένα Επιτάφιε θρήνε!...

Τα λουλούδια, οι καμπάνες, τ’ αναμμένο κεράκι,
στου φτωχού Ναζωραίου το κορμί κάποιο δάκρυ…
Σας εξέχασα; Τότε γιατί κλαίω σε μι’ άκρη;



Από το βιβλίο: Μήτσος Παπανικολάου, «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1979, σελ. 36.


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΗ








ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η θάλασσα από τον εξώστη κι ο ουρανός
Επιθυμία γλαυκή, πώς να σε ζήσω;
Πού ’ν ’ το καράβι να με φέρει πίσω
εκεί που είναι ο μεγάλος ωκεανός;

Επιθυμία γλαυκή: χρώμα, καπνός.
Φωνή που λείπει για να τραγουδήσω,
τραγούδι που ποτέ δε θα γρικήσω
και πόθος που δεν είν’ ανθρωπινός

Οι ναύτες τραγουδάνε στο καράβι
τραγούδια με φωνή θαλασσινή
κι η επιθυμία ανάβει, ανάβει, ανάβει,

σαν τη φωτιά στη γη τη μακρινή
Αχ, όνειρο γαλάζιο και μεγάλο,
Απ’ το τραγούδι μου δεν είσαι τίποτ’ άλλο!



Από το βιβλίο: Μήτσος Παπανικολάου, «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1979, σελ. 45.