Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα KRÁL (PETR). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα KRÁL (PETR). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

ΠΑΝΤΟΤΕ



PETR KRÁL


ΠΑΝΤΟΤΕ

Έμενε ακόμα ένα κυνήγι ασφυκτικό με στόχο
  το πιο μισοσβησμένο μαύρο κάρβουνο
ανάμεσα στους μηρούς της μέρας Στον εκκωφαντικό
  μεταλλικό γοφό
που ’χε παγιωθεί απέναντι σ’ έναν ουρανό τεζαρισμένον
  απ’ τον άνεμο
Και μόνον ένας βλοσυρός φαλακροκόρακας στεκόταν
  όρθιος και βυθισμένος ώς τα γόνατα
στα παγωμένα μέσα νερά της Ιστορίας

Απ’ όλες εκεί τις χαραμάδες κυλούσε το νερό Στην καταχνιά
  του περιβόλου διαλύονταν σιωπηρώς
τα βαγόνια μαζί με τις αλυσίδες που εκροτάλιζαν όλα όσα
  ψάχνει στα τυφλά χωρίς ανάσα
να συγκολλήσει ο κόσμος εδώ μέσα στο γλυκό ημίφως
Διέμενε το κυμάτισμα μια φρικίαση αγέρινη που την
  ακολουθούσε ευπειθώς το σημάτιο
ένα κουρελάκι πες και ούτε

Χαρακώνοντας μ’ ένα ίχνος καθαρό η φλυαρία την άνοιξη
καταλάβαινε ωστόσο τα τριξίματα της λάμπας στην κεφαλή
  του κρεβατιού
όσο κρατάγαν ακόμα τα τερπνά σκιρτήματα κάτω από
  το προσκεφάλι
και οι συγκρούσεις και οι βρυγμοί των δοντιών πάνω
  στο υπέρψυχρο κομμάτι
μέσα στο μπαταρισμένο πάρκο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Η ΠΕΡΙΚΥΚΛΩΣΗ



PETR KRÁL


Η ΠΕΡΙΚΥΚΛΩΣΗ

Κοντά μεσημέρι. Η λίμνη του πάρκου φεύγει από εκεί που ήταν, φρικιά, της σηκώνονται οι τρίχες μπρος σε κάποιο μέταλλο που είδε πυρετώδες, και τραυματίζεται από της στιγμής το φύσημα. Στα χόρτα κοντοστέκονται, μόνα τους, τα μονοπάτια των ίσκιων. Η δικιά σου τρυφερότητα γιατρεύει την πληγή και μου γλυκαίνει τον πόνο· ματαίως λέω ότι μας χαιρετά ο ορίζοντας με μιαν υπόσχεση καταρρεύσεως. Με κραυγές πουλιών προς τ’ ανοίγματα των λαμπρών αιθουσών ανάμεσα στα διάφορα δέντρα· μ’ ένα ασανσέρ χυμών και αίματος στους ηθμούς που τρίζει, σχεδόν βροντοκοπάει κάτω απ’ τον φλοιό τους ίσαμε τη ρίζα των νυχτών. Πέρ’ απ’ τα τούλια του μικρού υλοτομημένου άλσους ένας δρομάκος κοντινός βοηθάει ν’ αντανακλάται σχεδόν ολόκληρη κάποιου ποταμιού η λάμψη. Ο αγέρας αγκαλιάζει και καψαλίζει ακινητώντας τις κορυφές των δέντρων και πυρπολεί και καίει ό,τι έρχεται να ξεφλουδίσει ξάφνου τα κλαδιά τους που σκάνε λόγω της νυχτός που πέφτει. Ανώφελα έμεινα άγαλμα από την τρομάρα μου, άγαλμα εγώ εκεί καθηλωμένο στον στυλοβάτη του φυτεμένου κούτσουρου του περικυκλωμένου από τα ξέφωτα: δεν είμαστε, όχι, εξορία, ναι, νά ’σαι βέβαιη, όχι, έτσι όπως μένεις σκεφτική και ακουμπάς το χαμόγελό σου πάνω σε μιαν υπόσχεση που αγνοεί τελείως το γαλάζιο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


 
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

"Ανθολογία τσεχοσλοβάκων υπερρεαλιστών ποιητών", επιμέλεια του Petr Král, εκδόσεις Gallimard, Παρίσι 1990.
 



 

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

ΠΕΤΡ ΚΡΑΛ!




PETR KRÁL (1941)


SEVRENÍ

Brzy poledne. Jezírko v parku prchá nikam, zježené drobným
stříbrem chvíle
jak zimnicí. V oslněné trávě tkví nehybné cesty
stínů. Tvá hebkost hojí ránu
a mírní trest; nadarmo říkám,
že obzor kyne jen slibem zklamání. Za ptačím křikem do
průzračných sálů
mezi stromy; s výtahem mízy, krve, hučícím pod kůrou
až k noci u dna.
A za clonou posledního mlází blízká silnice

prosvítá málem lákavým třpytem řeky. V korunách nehybně plane
roznícený vzduch,

tak vroucně, až houstne kolem praskajících větví
příštím setměním. Nadarmo tuhnu na odstavci pařezu ve zděšenou
sochu
v obklíčení trávy: nejsme v exilu, říkáš,

úsměvem zamyšleně opřená o neznámý slib
okolní modré.

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ΠΕΤΡ ΚΡΑΛ!




PETR KRÁL (1941)


KLÁVESY

    Bohumile Grögerové a Josefu Hiršalovi

Dál reptat, kdo ví. Raděj cenit zuby
vstříc větru a jaru, ventilátoru slunce a zvonícím
příborům; pilně, až do tmy u dna, sát vůni
hořké trávy. Být znovu obklopen: jezera, tyče, sníh.

Jezera – mokré hadry a tyče jako čáry,
trhliny v oslepujícím prašanu bílých míst
a nezvěstných lvů. Chvíli kov lesků, chvíli zas
  černé cáry
rozlitých stínů, s touž ochotou nechat se mnout a hníst,

drtit očima i čelem, než samy prolnou tvým masem.
Být prostoupen, znovu pozotvírán tím, co doráží
ze všech stran jak alarm, vítězně třást se
a sám zvonit. Na stráži s crčením vody ve starých
  nádražích

zatímco vlaky kolem bez konce obíhají
s hvízdáním, kde jen kovové cvakání výhybek
se drobně zadrhává. Svět nemá, co by tajil;
za zády smírně čeká recept na dávný lék

v černé lékárně křoví, ztemnělé agentuře;
nad hlavou svítí zpoza větví bílá depeše.
Cesty jsou laskavé, jak ochotná oslí kůže
žíhaná světly a stíny se asfalt tiše stře

lesem vstříc hromobití. Vpřed tápající dlaně
jsou samy hrány – bíle, černě – těmi klapkami.
Dál, v šedých vsích, se vrší téměř maně
prošlý čas, lemuje humna táhlými vlnami.

Na dně jara to skřípe, rez mu drhne ve švech,
táhne z něj hořce bahno; zas jen tvé zmatení
přežívá nápor touhy a větru, co ji nese.
Listován, listovat prostorem jak živé znamení

jitřené hned hrstí pepře, hned ostrou sprškou soli.
Roztažen na skřipci údivu v bezelstný úsměv dne
leštím vám kliky na kost přibroušenými slovy.
Až naprší a na vlhkém plátně města mátožně
  dosedne

roj racků na deštníky, na kostky šedé dlažby,
až manžety pianistů se snesou na temný tér
klapek, nic neubude; čerň zasálá za prsty, za
  láskou výheň vraždy,
piáno temně trhne křídlem ve shluku slunných ker.