Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

ΣΚΑΡΙ ΜΠΑΣΜΕΝΟ ΣΤΗ ΦΥΡΟΝΕΡΙΑ


 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΣΚΑΡΙ ΜΠΑΣΜΕΝΟ ΣΤΗ ΦΥΡΟΝΕΡΙΑ

 

Ἀκόμα σειέται ἐκείνη ἡ φανταιζὶ κορδέλα·

μασιέται καὶ τὸ ξεροκόμματο τῆς μοίρας

στὴν πόλη τὴ γλαρή. Δικαστικὸς κλητήρας

φαντάστηκα πὼς εἶσαι, μὲ τὴ μνήμη βδέλα

 

νὰ σοῦ ρουφάει ἀκυρωμένες ἐπιδόσεις

στοὺς ἑαυτούς σου μέσα στὸν θαμπὸ καθρέφτη

καὶ τὴ μαντὰμ Ζαλούχου νὰ σὲ βγάζει ψεύτη

 

στῶν τακουνιῶν της τὶς χαώδεις ἀναγώσεις.

Μὲς στὴν ἀσβόλη ὑπάρχεις μὰ καὶ δὲν ὑπάρχεις·

 

τῶν χαρτονόμουτρων ἐσὺ εἶναι ὁ λιμενάρχης.





Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

ΧΑΛΚΙΔΑ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΧΑΛΚΙΔΑ

Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, να φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος και να λέω: τι πόλη!
να μην ξέρω αν είμαι –μέσα στην ασβόλη–
ένας λυπημένος Πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ω Χαλκίδα – πόλη (έλεγα) και φέτος
ήμουν – στ’ όνειρό μου είδα – Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν – είδα…

 Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν’ σε ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τα όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τα γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σαν το Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
και να κλαίω εγώ στα γόνατά σου.

 Έτσι νάν’ σπασμένοι, να φυσά απ’ το νότο
και με πίλο κλόουν να γελάς, Χαλκίδα:
Αχ, νεκρόν στο χώμα –να φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη Πιερότο!…

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Ο ΓΛΑΡΟΣ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


Ο ΓΛΑΡΟΣ

Ώρα καλή στου απείρου την καρδιά
γλάρε µου βραδυνέ πού φεύγεις – πλοίο,
µετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
η κάμαρά µου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο.

Πηγαίνεις σύ… Εγώ εκπεσµένο αλαργινό
αδέλφι σου νοσταλγικό εδώ μένω·
ένα βιβλίο, ένα φωσάκι –και πονώ–
µια καµαρούλα – αδέρφι µου υψωμένο.

Κι όλο πετάς. Ώρα καλή κι έχω δουλειά
στο χούμα δω που βρέθκαν οι καημοί µου,
άσπρα να κάμω τα χρυσά µου τα µαλλιά
κι ύστερα να λυγίσω το κορμί µου.

Κι από κοντά (µην απορείς και µη ρωτάς)
σιγά θα φύγω έχω δουλειά γλάρε µου – πλοίο
ένα βραδάκι που λευκός συ θα πετάς
σαν νάσαι το ανοιγμένο µου βιβλίο…


Η φωτογραφία είναι δική μου. Τραβήχτηκε στις 31 Οκτωβρίου 2018 λίγο έξω από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Γιώργος Κεντρωτής


Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Γιάννης Σκαρίμπας, "Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα", Κάκτος, Αθήνα 1978.





Σάββατο 12 Μαΐου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Γιάννης Σκαρίμπας, "Τρεις άδειες καρέκλες", Κάκτος, Αθήνα 1975.





Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ

Θόλωνε το βράδυ και το τραίνο είχ’ έμβει
στον ερημικό σταθμό βαρύ κι ατόφιο
λες τό’ χε τυλίξει σ’ αχνά πέπλα η ρέμβη
έτσι ως ξάφνου στάθκε ακίνητο και ψόφιο.

Σήμανε η καμπάνα κι έτριξαν οι θύρες,
ούρλιαξε ’να σφύριγμα και αυτό εκινήθη
πλάι σε μια παράτα αγερώχες φιλύρες
που κώπηλατούσαν –λές στητές– στη λήθη.

Λίγο ακόμα κι όργιο –αρθρωτή γουστέρα–
θάφευγε ως είχ’ έρθει μες σ’ ατμών τολύπη
κι εγώ πάλι μόνος στη θλιμμένη εσπέρα,
Με συντρόφισσά μου, θάμενα, τη λύπη.

………………………………………

Άξαφνα ως γλυστρούσε – σ’ ένα παρεθύρι
ένα χέρι εξαίσιο μούγνεψε και πάει,
μια σειρά άσπρα δόντια, δυό μάτια σαπφείροι
μούστειλαν –και φύγαν– φίλημα στα χάη!

Έμεινα … Η μέρα είχε κιόλας φύγει,
του σταθμού μου, γύρω, η ερημία αλύχτα·
κείνες οι φιλύρες πήγαιναν με ρίγη
Και με βήμα στράτι-ωτικό στη νύχτα…

Ω, έσύ, κυρά χέρι, δόντια, μάτι
όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη,
έδωσα σινιάλο –το κ α θ ή κ ο ν– για τη
διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…



Από το βιβλίο: Γιάννης Σκαρίμπας, «Ουλαλούμ – Ευατούληδες – Βοϊδάγγελοι», Κάκτος, Αθήνα 1976, σελ. 53-54.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

ΝΙΝΟΝ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΝΙΝΟΝ

Τρελαίνονταν για κούρσες και για γέλια
–ήταν 'να πλάσμα ανόητο και φίνο–
ξίφη φωτός τα πόδια της τα τέλεια
–κι εμίλαε ως να παίζει μαντολίνο.

Καβάλα στ' άλογό της το φλογάτο
–ρόδο το γέλιο της, μπογιά το φρύδι–
έμοιαζε κούκλα εξαίσια με γιομάτο
τ' ωραίο της κεφάλι πριονίδι.

Τέλος, αγέλαστη στην κάσα –ωιμένα–
με μαύρα αλόγατα την πήρε αμάξι
κ' έφυγε με τα μάτια της ραμμένα
σαν με σταυροβελονιά από μετάξι...

Λοιπόν; Νινόν μου εσύ – γλυκό μου στόμα
που με τις κουταμάρες του γελούσα,
έφτασα ως να σοβαρευτείς ακόμα
για μια (τί βίτσο!) –αλλόκοτη μια– κούρσα;



Από το βιβλίο: Γιάννης Σκαρίμπας, «Ουλαλούμ – Ευατούληδες – Βοϊδάγγελοι», Κάκτος, Αθήνα 1976, σελ. 76.