Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα LARREA (JUAN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα LARREA (JUAN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2023

ΓΛΥΚΥΤΑΤΟΣ ΠΛΗΣΙΟΝ

 


JUAN LARREA

 

ΓΛΥΚΥΤΑΤΟΣ ΠΛΗΣΙΟΝ

 

 Έρχεται ένα σημείο που η γη, σκληρά πατημένη από τις σόλες και τα τακούνια του ταξιδιώτη και κατά βάθος ενοχλημένη απ’ τη σιωπή της, κρύβεται ανάμεσα σε βράχους και αρνείται πια να την πατάνε. Αυτή τότε είναι η στιγμή που μπροστά σε κατάπληκτα μάτια σχεδιάζονται με πνεύμα ηρωικό οι παγετώδεις κορδιγιέρες σε συνεργασία με τις αναμαλλιασμένες μέρες του φθινόπωρου. Ο ταξιδιώτης όμως εξαπολύει έναν αναστεναγμό και αρχίζει την ανάβαση. Δεν είναι πια τα τακούνια του, αλλά οι αιχμηρές άκρες των κάτω του άκρων που σκάβουν, ώσπου  να καταλάβουν και ο ταξιδιώτης και η γη το αμοιβαίο τους λάθος· επιθυμούσαν αμφότερα τα μέρη να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους. Και αν είναι κάτι που τους εμποδίζει, είναι απλώς μια ματαιοδοξία. —Εσείς πρώτος. — Α, επ’ ουδενί τρόπω, εσείς πρώτος. Έρχεται μετά κλεφτά το γρασίδι για να εξομαλύνει ό,τι τραχύ και ανώμαλο, έρχονται συνάμα και λέξεις ανακατεμένες με κάθε λογής λουλουδάκια, ώσπου τελικά, σε μιαν εύκολη κατηφορική κλίση, επανέρχονται τα πάντα στην κανονικότητά τους.

 

Εσείς πρώτος, εσείς πρώτος... Πρόκειται να πιάσεις τον άλλον από πίσω, και η θέση αυτή είναι απολύτως πλεονεκτική για πολλούς λόγους. Η πόρτα μπορεί αίφνης να κλείσει αφήνοντας τον αντίπαλο μέσα. Αυτή είναι και η περίπτωση του ζωγράφου που, στέκοντας μπροστά στον πίνακά του, κατέληξε να κάνει θαύμα σε αυτή την επίμονη τεχνική. —Εσείς πρώτος — και ακολούθως το μοντέλο του πάει και χώνεται στη μέση τελείως απρόσεκτα. Έπειτα το θέμα ήταν πλέον να μπλοκάρουμε απλώς την έξοδο με μια γρήγορη κίνηση του πινέλου. Η δυσκολία η μεγάλη προέκυψε, όταν επιχείρησε να κάνει την αυτοπροσωπογραφία του, αλλά δεν πέτυχε παρά μόνο τη φόρμουλα. Επικουρούμενος από τη σιωπή κάποιας νύχτας εγλίστρησε ο ίδιος μέσα στον καμβά και τον έκλεισε από την άλλη πλευρά. Το σύμπαν ολόκληρο επιάστηκε στη φάκα. Πέθανε, αλλά μαζί του πέθανε και η ρεαλιστική ζωγραφική. Χρόνια αργότερα ξεθάφτηκε, οπότε και κατέστη δυνατόν να επαληθευτεί η ύπαρξη μιας επιγραφής στο εσωτερικό του καπακιού του φερέτρου του: «Ενθάδε κείται σύμπας της ζωγραφικής ο κόσμος». Την αυτοπροσωπογραφία του την είχε πλέον αποκτήσει.

 

Όποιος αμφιβάλλει, πριν προβεί στα περαιτέρω, πρέπει να κάνει ένα απλό πείραμα. Πάρε ένα γεμάτο περίστροφο και, κάνοντας πως παίζεις, φέρ’ το κι ακούμπα το στον κρόταφο σου. Θα νιώσεις αμέσως την αναγγελία μιας ερχόμενης άνοιξης και τη ρευστοποίηση των ποδιών του κόσμου που αρνούνται να σε στηρίξουν. Εάν δεν έχεις λόγους για το αντίθετο, πυροβόλησε, δώσε θέση στην εγκεφαλική σου μάζα, μοίρασε τον εαυτό σου σε ίσα μέρη όπως ο ήλιος το μεσημέρι, εγκαταλείποντας την υπερηφάνεια της καθετότητας. Η γλύκα που απλώνεται ολόγυρα είναι συγκρίσιμη μόνο με τις βιολέτες που τις αφήνει κάποιο κρύο χέρι να μεγαλώνουνε. Μία-μία θα βγουν οι εσωτερικές σημαίες: Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη.

 

Γιατί όταν το χάος επέτυχε το πρώτο του σκίτσο με προκαθορισμένη πόζα, στημένο και βυθισμένο μέχρι τους ώμους του στη σταχτιά μαγιά και στον ήλιο, έπιασε χωρίς να βάλει ιδιαίτερη δύναμη ν’ αναζητά προστατευτικό φλοιό, όλες οι άλλες ανεκπλήρωτες δυνατότητες διαλογίστηκαν την εκδίκηση που εκπληρώνεται μέρα τη μέρα. Αρκεί ν’ αναλογιστούμε το θέαμα που μας δίνει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, όπου μια χούφτα απ’ αυτή την πρώτη ύλη παρέμενε κρυμμένη, άμορφη ακόμη και σε λανθάνουσα κατάσταση, και όπου όλες αυτές οι ματαιωμένες δυνατότητες στεγάζονται και διατηρούν το δικαίωμά τους ενάντια στον τρέχοντα κώδικα της φύσης. Εκεί είναι, εκεί, ο αδύνατος φυσικός που περιφρόνησε το σύμπαν περιορίζοντας τον εαυτό του. Ο άντρας αρχίζει να κοιτάζει, παραδείγματος χάριν, τη ροή του νερού και νιώθει τον εαυτό του να φεύγει, αλλά ταυτόχρονα νιώθει και να φτάνει. Από πού; Και ιδού τι λέγεται:

 

Είναι απαραίτητο να κατέχετε όλο το μήκος, το πριν και το μετά. Τελικά, τίποτ’ άλλο δεν είναι ο αγώνας που έγινε. Το απαραίτητο είναι να επιστρέψουμε τον κόσμο στην πρωτόγονη αμορφία του, για να ζήσουμε σε αυτόν κατά το γούστο μας, να υπολογίσουμε σε δόσεις τον χρόνο και τον χώρο με μεταβλητό τρόπο, υποβάλλοντάς τους σε διαφορετικές ψυχικές πιέσεις χωρίς άλλο σύμβουλο από το αίσθημα του ίδιου του ρυθμού, απελευθερώνοντας τους εαυτούς μας από αυτή τη θλιβερή ταχύτητα που μας κάνει να φτάνουμε αργά παντού και πάντοτε. Είναι απαραίτητο να ακυρώσουμε τον θάνατο με τόσο απλό τρόπο, φτάνοντας στην ώρα μας, και να μην μένουμε στην εξέδρα ή στην προκυμαία με την αναπνοή μας κομμένη.

 

Για να περπατήσετε από μέσα προς τα έξω πρέπει πρώτα να έχετε πάρει το αντίθετο μονοπάτι: από έξω προς τα μέσα και αντίστροφα· ό,τι ίσχυε για την ανθρώπινη ύπαρξη μάς δείχνει ότι, αν βρισκόμαστε κάπου, ο χρόνος δεν έχει καμία πραγματικότητα παρά μόνο ως ανάσα του χώρου. Το πριν και το μετά αποτελούν απλώς δύο επί μέρους προοπτικές. Ως απόδειξη αυτού ξεμυτίζω κι εγώ σ’ έναν καθρέφτη, που προφανώς υπήρχε πριν απ’ την παρόρμησή μου, και βρίσκομαι σε αυτόν και συλλογίζομαι την ικανοποίησή μου να βλέπω τον εαυτό μου να λαμβάνεται υπόψη και ακόμη και να σχολιάζεται από την πρώτη ύλη που έχουμε ονομάσει αναίσθητη. Αλλά λόγω των προσωπικών μου αισθήσεων, τουτέστιν της μοναδικής αληθινής πηγής γνώσης, ουδέποτε θα τολμούσα εγώ να επιβεβαιώσω την ανυπαρξία μου στον καθρέφτη πριν από την κρίσιμη στιγμή. Η ταυτοχρονία που παρατηρώ είναι απλώς εγκεφαλική. Λόγω της όχι ακόμα καλά μελετημένης διάθλασης ορισμένων υλών που λάμπουν προς την αιωνιότητα, ο εγκέφαλός μου καταφέρνει εκείνη τη στιγμή ν’ απομονωθεί από τον χρόνο, τοποθετώντας με στην ακριβή στιγμή που με διανοείται ο κρύσταλλος. Διαφορετικά θα ήμουν αναγκασμένος να παραδεχτώ ότι παρέμενα πάντα μέσα στον καθρέφτη, ότι δεν τον άφησα ποτέ ούτε καν για να κάνω ένα τσιγάρο, ότι ο καθρέφτης ήταν το άπειρο όπου συναντώνται οι παράλληλες γραμμές της βροχής. Και όταν ένας καθρέφτης θρυμματίζεται...

 

... ο ποιητής μπαίνει στη σκηνή σαν αγυάλιστο ζαφείρι με το χάραμα καβάλα σε χρυσάφια, πάνω στο χρυσό γαϊδούρι του και με γυμνά τα δάχτυλά του.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ IV Ο ΔΟΥΛΟΠΡΕΠΗΣ

 


JUAN LARREA

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ IV Ο ΔΟΥΛΟΠΡΕΠΗΣ

 

Σαν άλλος έγχρωμος το φθινόπωρο ακολουθεί τις κλίσεις του

τυχαίο φλάουτο στοχάζεται μέσ’ από τις τρύπες του ορίζοντα

είναι κάτι σαν μάνα που μένει ακόμα μέσα

κι εδώ είναι το ποτάμι που το έχει κιόλας ξεχάσει

μόλις δύο δάχτυλα απ’ την κοίτη του

και λίγο ακόμα πιο πέρα

η βροχή που ξαμολάει τα περιστέρια του ανέμου

Η βροχή καταγράφει τις μέρες έως των οφθαλμών το βάθος

των ματιών που ταξιδεύουν με την ταχύτητα των γνωστών ρυθμών

η δε βροχή όσο βρέχει είναι όλο αφτιά

και αλίμονο σε όποιον δεν δαγκώνει σαν πιάνο τα χείλη του

Εκεί στα φυτά της εσπερινής αμφιλύκης

η πόλη σιδερώνεται και καίγεται και από τις τέσσερις πλευρές της

Άσε που όλο και κάποιος μετανάστης φυτρώνει από τόπο σε τόπο

και τα γένια σου μεγαλώνουν επί παραγγελία

καθώς απομακρύνεσαι απ’ το στήθος μου

διαγράφοντας έναν ενστικτώδη κύκλο

Την ώρα όμως που ο κινηματογράφος κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά

που οδηγούν στα σώψυχα του κάθε θεατή

το επίπεδο της σιωπής τρεμοπαίζει σαν λουλούδι

ξεχασμένο εκεί από ’να καλάθι γεμάτο λιχουδιές

Το φως σέρνεται κόβοντας τα καλάμια

σαν την ουρά του σκύλου που σηκώνει ψηλά τη θλίψη

και ο ορίζοντας λυγίζει κάτω από το βάρος των ματιών μου

Πράσινο θαλασσί ή όλα ή τίποτα

το χείλος της αβύσσου των σκοτεινών ζευγολατών

και ο κύβος ερρίφθη

 

Ορίζοντα ορίζοντα είσαι σίγουρος τώρα;

Βρέχει σε χαμένα χωράφια πυρόλιθε του βλέμματός μου

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΑ

 


JUAN LARREA

 

ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΑ

 

Σε αυτήν του Δον Λουίς δε Γκόνγκορα

 

Βιργίλιε, πού είσαι Βιργίλιε;

Μετακομίζω το ένα μετά το άλλο τα φτερά του έρωτα και νά με σε τούτη την ακτή

τη δική μου, αυτή όμως δεν θέλει τώρα να πνιγώ. Ποιός θα πετάξει να ’ρθεί με συντρέξει;

Ο αφρός όσο έλειπες βρήκε ήδη σπίτι,

και στα μάτια μου όλα τ’ απογεύματα φαίνεται ο βυθός του πηλού.

Ταλαιπωρημένη σαν το κλίμα περίκλειστου νησιού

και τραβώντας προς τον Νότο, πόσο ωραία μυρίζει η φωνή σου

σαν άλσος και σαν φρεσκοαυλακωμένο κύμα!

Ψηλά της τρικυμίας τα κύματα – το μονοπάτι πράσινο,

χαμηλωμένη η φωνή – υπάρχει ακόμα χρόνος για να ζήσεις,

χαμηλωμένη αυτή η φωνή που κλείνει από ένα φτερό στην κάθε πλευρά όποιου μένει εκεί κι ακούει.

Βιργίλιε, φίλε μου,

το ψύχος πλησιάζει.

Καταφθάνει του φωτός η ψευδαίσθηση κι έρχεται να γεμίσει κάποιο κενό

σε τούτον τον αιμόφυρτο ουρανό τον όλο πόδες στίχων

που περιπλανιούνται όπου τύχει

πάνω από νεφελώδη αγκάθια και συμπάντεια παράπονα.

Βιργίλιε, άνοιξε τα ήρεμα μενεξεδιά σου μάτια,

ο χρόνος είναι καλός, μολονότι ποτέ δεν φτάνει.

Άνοιξε τα μάτια σου με το άφθονο γαλάζιο που υπήρχε πολύ πριν απ’ την εφεύρεση της τυπογραφίας,

τα ομοιόμορφα μάτια σου άνοιξε τα γεμάτα αγωνίες και βλέψεις

σαν το μελάνι που ξεπηδάει απ’ τα μαλλιά μου σε κάθε κρούση της λύρας

και συσκοτίζει το νόημα μιας μακρινής εικόνας.

Η νύχτα μεγεθύνει την κραυγή του αιώνιου ναυτίλου

που αναγγέλλει γη! γη! σε όλες τις σάρκες, σε όλα τα οστά, σε όλες

τις ανθρώπινες φιλοδοξίες,

και στις μεταβιβάσεις του έρωτα ο χειμώνας φτάνει.

Βιργίλιε Γκόμεθ, πες τί περιμένεις;

Άλλο φως σπέρνει τώρα πια μέλισσες στ’ αργόσχολα λιβάδια μου,

τα φορτωμένο μπαρούτι πλεγμένο από λυγερά χαμόγελα

όντας ήδη νέα αστέρια που θέλουν τώρα να κατηγορήσουν τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου

κύκλους σαν του τουφεκιού που έχει ονειρευτεί όλη τη νύχτα με συντροφιά του ρόδα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΚΑΘΙΑ ΟΠΟΤΕ ΧΙΟΝΙΖΕΙ

 


JUAN LARREA

 

ΑΓΚΑΘΙΑ ΟΠΟΤΕ ΧΙΟΝΙΖΕΙ

 

Σ’ έναν κήπο του Φράι Λουίς

 

Ονειρέψου με ονειρέψου με χωρίς αναβολή αστέρι της γης

που ’ναι απ’ τα βλέφαρά μου οργωμένη καλλιεργημένη, πιάσε με απ’ τις χειρολαβές του ίσκιου μου

τρέλανε με με φτερά μαρμάρινα να καίνε αστέρι εσύ αστέρι στις στάχτες τις δικές μου ανάμεσα

 

Για να μπορέσω επί τέλους να βρω κάτω απ’ το χαμόγελό μου το άγαλμα

κάποιου ηλιόλουστου απογεύματος τις χειρονομίες στην άκρη-άκρη του νερού

τα μάτια σ’ ένα οποιοδήποτε χειμωνιάτικο άνθος

 

Εσύ που ξενυχτάς στο υπνοδωμάτιο του ανέμου

την αθωότητα να εξαρτάται απ’ το ιπτάμενο κάλλος

που προδίδεται στη ζέση με την οποία στρέφονται προς το πιο αδύναμο στήθος τα φύλλα

 

Εσύ που φως και άβυσσο επωμίζεσαι  στο χείλος αυτής εδώ της σάρκας

που έρχεται να πέσει στα πόδια μου σαν ζωντάνια λαβωμένη

 

Εσύ που είσαι στις ζούγκλες της πλάνης χαμένη

 

Ας υποθέσουμε ότι στη σιωπή μου ζει ένα ρόδο ζοφερό και αμαχητί αδιέξοδο

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΑΠΑΣΧΟΛΗΜΕΝΟΣ

 


JUAN LARREA

 

ΑΠΑΣΧΟΛΗΜΕΝΟΣ

 

Να με προστάτεψετε μ’ ένα λεωφορείο που έχει κινητήρα χελιδόνια

μέσα σε τούτη την ομίχλη την παραγεμισμένη τρίμματα βιολιού

την επιφυλακτικότερη ακόμα και από φυλετική προκατάληψη

ιδίως τώρα που πάλλεται η καρδιά του τουρισμού

τρισάπαλα κρυμμένη

το δε σύμπαν σφύζει από βλέμματα

και από καρό σκουφάκια

Τί ασφυξία στα μάτια σου

φτυστός ο  αερολιμένας που σκύβει να κοιτάξει αδιάκριτα

από μια μάσκα που την έχουν αμαυρώσει στεναγμοί και ψίθυροι

οπότε δες με κοίτα με ν’ απλώνομαι χωρίς να βάζω ζόρι

κολλημένος απλώς στον τοίχο

ενώ τα μαλλιά μου περιορίζονται στο να καθησυχάζουν τις ρωγμές

τούτου εδώ του ορίζοντα του τόσο βουβού και ήδη τόσο πολύ  δικού μου

Η 22α Ιανουαρίου σηματοδοτεί τα φύλλα κάποιου  φεγγαριού στη φέξη του

στα πόδια εμπρός ενός μετρημένου τυφλού με κύκνους

Είναι νωρίς ακόμα για να γίνει καλή δουλειά

μπροστά στο τζάκι που διαχειρίζεται την καλή του συμπεριφορά

ως υπέρτατο επιχείρημα προσαγόμενο στις λεωφόρους

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.