Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (ΖΑΧΑΡΙΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (ΖΑΧΑΡΙΑΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ

 


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ

Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.
Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.
Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.
Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.
Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.
Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.
Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.
Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.
Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.
Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.
Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.
Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.
Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ἐλπίδα.
Εὐδόκησε ν᾿ ἀφανιστῶ χωρὶς νὰ ξαναζήσω...
Σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὰ βουνὰ καὶ γιὰ τοὺς κάμπους ποὺ εἶδα.

 

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία
Μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά τής έρριξε η χρυσή δεντροστοιχία
Και μείς – τους μαραμένους μας συλλογισμούς.

Θά ’ναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
Η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Τη λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
Και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών.

Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
Κι απάνου απ’ τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβυστή,
Στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε το δείλι
Τα πληγωμένα απ’ την βροχή κλαριά, να ξεχαστεί.

Κι εγώ, που από το μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
Την είδα κι είπα: «Είναι νωρίς· θα μείνω». Μυστικά
Στον πόνο και στη γνώση της να εμπιστευτώ μπορούσα
Τα δάκρυά μου τα τωρινά και τ’ αναμνηστικά.

Τότε θα γύρωμε κι οι δυό σε μιά βαθειά ησυχία,
Οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ, να ιστορηθή
Απ’ τον καθέναν η παληά πικρή του αποτυχία
Τρυγώντας του άλλου τα φιλιά οπού έχουν μαραθή.

Γλυκό χινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
Ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης, να ευτυχής
Και να γευτής τον έρωτα σαν τη χρυσήν οπώρα
Βαρειά απ’ το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.

Την ίδια δόξα επόθησε τη χινοπωρινή
Καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κι η καρδιά της
Τα πληγωμένα ετάραξε για μια στιγμή φτερά της –
Όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή

Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί κι αγνοημένοι.
Ο λόγος που δεν ήτανε γραφτό μας ν’ ακουστή
Καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
Θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί.

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ

Στο λιβάδι ξεχασμένος
  ένας γάιδαρος βοσκούσε·
τίποτ’ άλλο δε ζητούσε
  ο καημένος.

Το χορτάρι του μασούσε
  κι ήταν τρισευτυχισμένος
και το ξύλο λησμονούσε
  ο καημένος.

Και την τύχη ευχαριστούσε,
  που δεν ήταν φορτωμένος,
και τα δυο του αυτιά κουνούσε
  ο καημένος.

Τους εχθρούς του συχωρούσε
  κι ήτανε συχωρεμένος,
και τον κόσμον αγαπούσε
  ο καημένος.

Το Θεό παρακαλούσε
  για να μείνει εκεί δεμένος
και να βόσκει όσο θα ζούσε
  ο καημένος.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΔΕΙΛΙΝΑ


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (1877-1940)


ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΔΕΙΛΙΝΑ


Στης γειτονιάς της φτωχικής
Γυρίζει ο νους μου στα στενά,
Τα λυπημένα δειλινά
Στοχάζομαι της Κυριακής.

Μέσα στην κόκκινη αντηλιά
Το μαραμένο θηλυκό
Δίχως ελπίδα και μιλιά
Ποτίζει το βασιλικό.

Κανείς διαβάτης δεν περνά
Κανένα αυτή δεν καρτερεί
Που στο μπαλκόνι ορθή φορεί
Το γιορτινό της το γκρενά.

Σα μοίρα κάθεται μια γρηά.
Στο φως μιας πόρτας ρημαδιού
Μακραίνει ο ίσκιος του παιδιού...
Καμπάνα ακούγεται μακριά.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

ΣΟΦΙΑ ΤΕΤΡΑΠΟΔΟΥ



ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ


Στο λιβάδι ξεχασμένος
ένας γάιδαρος βοσκούσε
τιποτ' άλλο δε ζητούσε
ο καημένος

Το χορτάρι του μασούσε
κι ήταν τρισευτυχισμένος
και το ξύλο λησμονούσε
ο καημένος

Και την τύχη ευχαριστούσε
που δεν ήταν φορτωμένος,
και τα δυο του αυτιά κουνούσε
ο καημένος

Τους εχθρούς του συγχωρούσε
κι ήτανε συχωρεμένος
και τον κόσμον αγαπούσε
ο καημένος

Το Θεό παρακαλούσε
για να μείνη εκεί δεμένος
και να βόσκη όσο θα ζούσε
ο καημένος.



«Ξεσηκωμένο» από το μπλογκ του φίλτατου Γιώργου Μίχου.